Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Όμηρος και Ομηρικό Έπος – Alain de Benoist

  

«Η άνιση πάλη μεταξύ πνευματικών αξιών και υλισμού οδηγεί σε χάος και απόγνωση», Ελευθέριος Χ. Μαμούνας1, ιδρυτής της «Διεθνούς Εταιρείας Ομηρικών Σπουδών».

Όλο και περισσότερο, οι νέοι περιορίζουν τα ιδανικά τους σε αμφίβολες και εξευτελιστικές απολαύσεις. Αυτή η απόκλιση απεικονίζεται ξεκάθαρα στα ομηρικά γραπτά. Ο πρώτος στίχος της Ιλιάδας δεν ξεκινά με τη λέξη «οργή»; Ο Όμηρος υπήρξε μάρτυρας των αδυναμιών των ανθρώπων. Διατηρώντας το έργο του ζωντανό, καταλαβαίνουμε επίσης πώς να υπερασπιστούμε τις αξίες του δικού μας πολιτισμού.

15.693 στίχοι + 12.110 στίχοι: η Ιλιάδα και η Οδύσσεια. Κάτι παραπάνω από ένα αριστούργημα. Ένα από τα αρχαιότερα μνημεία της δυτικής λογοτεχνίας. Όχι ένας θρύλος, αλλά ένας μύθος κεντημένος πάνω σε μια πραγματικότητα. Κανένας συγγραφέας από την Αρχαιότητα δεν αμφισβήτησε ποτέ την πραγματικότητα του Τρωικού Πολέμου. Ο ίδιος ο Πλάτων, που απέρριψε την «ηθική» του Ομήρου, δεν αμφισβητεί το ίδιο το γεγονός. Άλλωστε, απαντάται και σε άλλα κείμενα (των οποίων υπάρχει προηγούμενη αναφορά που αποδίδεται λανθασμένα στον Δίκτυ τον Κρητικό). [ Σ.τ.μ :Ο Δίκτυς ο Κρής, εκ της Κνωσού, ήταν ένας θρυλικός σύντροφος του Ιδομενέα κατά τη διάρκεια του Τρωικού Πολέμου και ο υποτιθέμενος συγγραφέας ενός ημερολογίου των γεγονότων του, που ανέπτυξε μερικά από τα ίδια υλικά που επεξεργάστηκε ο Όμηρος για την Ιλιάδα]. «Το ίδιο το γεγονός», σημειώνει ο Jean Bérard 2 στον πρόλογό του στην έκδοση Pleiade (εκδ. Οίκος Gallimard, 1961), «ότι στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια, τα ασυνήθιστα επεισόδια των δύο ποιημάτων αναφέρονται με απλούς υπαινιγμούς είναι σημαντικό : υπονοεί ότι αυτός ο θρύλος ήταν γνωστός τόσο στον ποιητή όσο και σε όλους εκείνους στους οποίους απευθυνόταν ο ίδιος».

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

Ο Pierre Drieu la Rochelle για την Ελλάδα

Ξαφνικά αυτός ο δρόμος έβγαλε στον κόλπο της Αίγινας. Μπροστά στους ταξιδιώτες ήταν τώρα η θάλασσα, αλλά πιο πέρα και πάλι η στεριά – τα νησιά, η Πελοπόννησος. Στην Ελλάδα, η στεριά μισανοίγεται συνεχώς στο νερό, το νερό είναι πάντα ζωσμένο από την στεριά: το κάθε στοιχείο βρίσκεται εκεί για να οριοθετεί το άλλο, για να το περιδένει. Ο Μπούτρος, δίχως να πάψει να πλοηγεί ανάμεσα στις γούβες, δεν μπόρεσε να μην θαυμάσει αυτή την αιφνίδια εκτύλιξη, αυτή την σοφή κλιμάκωση με τ’ αγκαλιασμένα επίπεδα: πεδιάδα, θάλασσα, βουνό, ουρανός. Λεπτοκεντημένος πάνω στις κορυφογραμμές, ο ουρανός δεν κυριαρχεί στο σύνολο. Είναι εκεί δεμένος και κρατάει την θέση του μέσα στην διάταξη των άλλων γοήτρων. Ανάμεσα στις ανοδικές προοπτικές που συνθέτουν τα βουνά, το νερό και ο αέρας, ακίνητα και διάφανα, σχηματίζουν μαγεμένες λίμνες, ψηλοκρεμαστές, μέσα σ’ ένα ζωντανό όνειρο που τρέφει έντονες παρουσίες. Σε λίγο, για το μάτι που είναι προσηλωμένο σ’ ένα όλο και πιο περίτεχνο θέαμα, δεν υπάρχει ούτε θάλασσα ούτε ουρανός, αλλά ένα φως, μια αιθέρια ουσία που διατρέχει έναν απόλυτα χειροπιαστό παράδεισο. […]

Νιώθετε την ομορφιά του Παρθενώνα, αλλά οι άνθρωποι που έχτισαν τον Παρθενώνα δεν νοιάζονταν για την ομορφιά του, έχτιζαν μονάχα το σπίτι που χρειάζονταν για να στεγάσουν ό,τι πιο πολύτιμο είχαν, τη θεά τους και τους θησαυρούς τους, την ιδέα που τους επέτρεπε να εξηγούν τη ζωή και άρα να ζουν, καθώς και τα μέσα που διέθεταν για να ζήσουν. Ο Παρθενώνας μπορεί να μου διδάξει ένα μόνο πράγμα: να του στρέψω τα νώτα μου για να προσπαθήσω να κάνω κάτι εξίσου δυνατό. […]

Σιγά–σιγά τα βουνά είχαν συσσωρευτεί στα αριστερά τους, προς τα δυτικά είχαν επιτέλους πάρει τέλος οι κάμποι. Μπήκαν στον ορεινό όγκο του Παρνασσού, αφού περιστράφηκαν για ώρα γύρω του… Μια νέα πραγματικότητα ερχόταν να προβληθεί, ήταν κι αυτό η Ελλάδα. Το βουνό καταμεσής στα πέλαγα, μια ψηλοκρεμαστή μάζα που μαστιγώνουν τα κύματα. Να η καρδιά, να η αστείρευτη πηγή της ζωής. Εδώ ξεχνώ την ανθρωπότητα και τις ταπεινωτικές της διακυμάνσεις, ξαναβρίσκω τη φύση στον ανέγγιχτο, απρόσβλητο μυχό της. Ω, αγαθά αιώνια μόρια! Να η κλωστή με την οποία υφαίνεται μια νέα ανθρώπινη όψη. Μέσα σε αυτά τα απρόσιτα φαράγγια κυλάει η πηγή της ζωής. Σ’ αυτή την πηγή ξανάρχεται πάντα να πιει η ανθρωπότητα και, όταν τούτη η πηγή θα στερέψει για εκείνη, η ζωή παρ’ όλα αυτά θα συνεχιστεί. Και όταν τούτες οι πλαγιές και οι γκρεμοί θα καταρρεύσουν μαζί με τον ίδιο τον πλανήτη, η ύλη θα παραμείνει ακόμα. Και όταν λέω η ύλη, είναι σαν να λέω το Πνεύμα. Εν τω μεταξύ ας πιστέψουμε με την φλόγα της άνοιξης και της νιότης στην αιωνιότητα του ανθρώπου και της γης.

Τι με νοιάζει αν δεν είδα τον Παρθενώνα; Είναι το αριστούργημα ενός Χρυσού Αιώνα. Ο 5ος αιώνας προ Χριστού είναι όπως ο 17ος. Ο Παρθενώνας είναι οι Βερσαλλίες. Ποιο είναι το δίδαγμα σήμερα που μπορούμε να αντλήσουμε από τις Βερσαλλίες; Ξαναγινόμαστε βάρβαροι, μας λείπουν οι νέες και άγνωστες μορφές, έτσι αυτό που μας τραβάει στην Ιστορία είναι τα πρώτα άλματα… Αλλά ενώ είμαστε έτοιμοι να ξαναπέσουμε στην σκοτεινή χοάνη, σκυμμένοι πάνω από την επόμενη άβυσσο, ονειρευόμαστε τ’ αυριανά βλαστήματα μέσα από τις καταρρεύσεις και τις σήψεις που μας συμπαρασύρουν. Είμαστε ξέπνοοι, δεν θα γεννήσουμε πια τίποτα με την μορφή που γνωρίζουμε, η δύναμη της δημιουργίας θα επιστρέψει μετά από τρομερές αποσυνθέσεις. Ενώ όμως το ποτάμι του πολιτισμού μας ετοιμάζεται να χυθεί στην θάλασσα όπου τα πάντα πνίγονται, σχίζοντας μεμιάς τον επαναλαμβανόμενο κύκλο των εξατμίσεων, των νεφών και των βροχών, η φαντασία μας ξαναβουτάει στις πηγές απ’ όπου θα βγει το καινούργιο ποτάμι. Πλανιέμαι γύρω από τις αβύσσους γιατί ξέρω πως μέσα εκεί ξαναπέφτω και πως εκεί θα ξαναβγώ. Είμαι το Πνεύμα το αεί ζων.

Από τούτα ακριβώς τα βουνά κατέβηκαν κοσμογονίες και εποποιίες. Μέσα από τούτα τα διάσελα ανάμεσα σε τούτες τις βουνοκορφές, οδεύω προς το άντρο της πρωταρχικής έμπνευσης. Εν αρχή ην η ποίησις. Εγώ, ο φτωχός, ταλαίπωρος πολιτισμένος, κάνω την θλιβερή ευχή να ξυπνήσω την ηχώ της βροντής που κατακεραύνωσε τους προδρόμους, τους πρωταρχικούς μάντεις. Ω καρδιά μου, ανήμπορη πια να πλάσεις θρύλους, δεν θα ριγήσεις, άραγε, μέσα στην σκιά όπου πάλλονταν οι μεγάλοι μύθοι, οι γεμάτοι χυμό; Ας ήταν να μπορούσα να διακρίνω από μακριά, τα τοτέμ, τα εμβλήματα της ζωτικής συμμαχίας του ανθρώπου με τα ζώα και τα φυτά.

Από το βιβλίο «Μια γυναίκα στο παράθυρο της», κεφάλαιο «Ταξίδι στην Ελλάδα».

ΠΗΓΗ: xrisiavgi.com

Παρασκευή 3 Απριλίου 2026

Για τον Ελληνικό Ρομαντισμό

“Ποτέ του ήλιου η ευμορφιά, ποτέ της γης η νιότη
κι η περηφάνια του βουνού, του δέντρου η πρασινάδα
κι η λευθεριά του ξυφτεριού, ποτέ τόση γλυκάδα
τόση κρυφή μοσχοβολιά δεν έχυσαν τριγύρω
στο Διάκο που ψυχομαχά.”
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

Απέναντι στο κίνημα του διαφωτισμού και του ορθολογισμού του νέου Ελληνισμού, που ήθελε να ισοπεδώσει τα πάντα και να φέρει νέα ήθη ορθώθηκε ωσάν τοίχος το Ελληνικό ρομαντικό κίνημα, που κηρύσσει την μεγάλη επιστροφή στις ρίζες. Κίνημα εν πολλοίς ασυνείδητο. Κυρίαρχος τρόπος εκφράσεως η ποίηση. Οι πρώτοι ρομαντικοί ποιητές όμως, προσπάθησαν μέσα από μία κατ’ ουσίαν νεκρή γλώσσα, την λεγόμενη καθαρεύουσα, να δημιουργήσουν έργα, τα οποία όμως δεν μπορούσαν να έχουν καμμία ανταπόκριση ούτε στον λαό, ούτε σε κάποια πνευματική ελίτ. Προσπάθεια ατυχής χωρίς καμμία εθνική πνοή, γεμάτη από μια αρρωστημένη μελαγχολία, η οποία επιχειρούσε να μετατρέψει σε μεγάλη τέχνη την θανατολαγνεία και τα προσωπικά αδιέξοδα. Αναφέρομαι εδώ στην πλειοψηφία των ποιητών της Αθηναϊκής σχολής.

Στο σημείο αυτό πρέπει να θυμηθούμε τον Γερμανό ρομαντικό ποιητή Χέρντερ, ο οποίος πίστευε και δημιούργησε μέσα από τα δημώδη άσματα και την λαϊκή ψυχή και καθόρισε σαν ενεργές δυνάμεις της ποιήσεως του την φαντασία και το συναίσθημα.

Με τέτοιους ακριβώς τρόπους έκτισε το αθάνατο έργο του ο Ποιητής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης. Έχοντας σαν θεμέλια του τον δεκαπεντασύλλαβο των δημοτικών μας τραγουδιών και σαν πηγή της εμπνεύσεώς του τους ηρωικούς μύθους και θρύλους του λαού μας, ιστορίες παλιές για κλέφτες και αρματολούς, για στοιχειά, ξωτικά και νεράιδες, για φαντάσματα, βρικόλακες και μαγεμένους τόπους!

Τι κρίμα, στην σημερινή εποχή τα παιδιά μας είναι ζήτημα να μαθαίνουν ένα ή δύο και αυτά από τα πλέον απλοϊκά ποιήματα του Βαλαωρίτη στο σχολειό τους… Πριν κάποιες δεκαετίες μάθαιναν περισσότερα. Σε κάθε σχεδόν σχολική γιορτή υπήρχε η δραματική απαγγελία του Αστραπόγιαννου και ακόμη παλαιότερα σε χρόνια περασμένα, πριν ακόμη και από τον Πόλεμο μάθαιναν την προσευχή του Διάκου, απόσπασμα από το έργο του Αριστοτέλους Βαλαωρίτη «Αθανάσιος Διάκος», το οποίο είναι και το πλέον μεταφυσικό, το πλέον ρομαντικό, γεμάτο Ήλιο Ελληνικό, αλλά και σκοτάδια της ψυχής αβυσσαλέα, βγαλμένα μέσα από θρύλους λαϊκούς, ποίημα του Βαλαωρίτη.

ΠΗΓΗ: xrisiavgi.com

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

25 Φεβρουαρίου 1941… Μνήμη Γιώργου Σαραντάρη

του Άγγελου Δημητρίου

Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, εμφανίζεται στις φιλολογικές συντροφιές και τους πνευματικούς κύκλους της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης αργότερα, ένας νέος, η συνεισφορά του οποίου στα ελληνικά γράμματα υπήρξε ανακαινιστική και η σκέψη του συνετέλεσε στον προσδιορισμό της έννοιας της ελληνικότητας και στην οριοθέτηση του νέου ελληνισμού ως προς την αρχαιότητα, τον χριστιανισμό, τη νεοελληνική λαϊκή παράδοση και τη σχέση του με την Ευρώπη.
Ο ποιητής, φιλόσοφος και κριτικός της λογοτεχνίας Γιώργος Σαραντάρης, γεννήθηκε στις 20 Απριλίου του 1908 στην Κωνσταντινούπολη και μεγάλωσε στην Ιταλία όπου η οικογένειά του με καταγωγή από την Πελοπόννησο είχε εγκατασταθεί λόγω των εμπορικών της δραστηριοτήτων. Σπούδασε νομικά στα πανεπιστήμια της Μπολόνια και της Ματσεράτα, ενώ από πολύ νέος ασχολήθηκε με την ποίηση και τη φιλοσοφία.

Από το 1931, οπότε και μεταβαίνει στην Αθήνα προκειμένου να εκπληρώσει τη στρατιωτική του θητεία, θα εγκατασταθεί μόνιμα στην Ελλάδα και θα αρχίσει την πάλη του, σε μια πνευματική περιπέτεια ανάλογη με του Σολωμού, για να καθυποτάξει την ελληνική γλώσσα, μια γλώσσα “κατ’ εξοχήν πλατωνική”, καθώς όπως έλεγε “η πατρίδα του ποιητή είναι η γλώσσα […] οφείλει να επιστρέψει στην πατρίδα για ν’ αποδώσει στο έργο το ύφος που του αρμόζει, κείνη τη γραμμή που αποκαλύπτει «αλήθεια» τον πρόσκαιρο κόπο του ανθρώπου. Ήθος του ποιητή είναι η γλώσσα ˙ αυτή εμπεριέχει το έθνος (που για μας αντιπροσωπεύει ό,τι «η Πατρίδα κ’ η Πίστις» για το Σολωμό), και στο έθνος τόσο ο ποιητής όσο ο πολίτης πιστεύουνε”. Θα φτάσει μέχρι την άποψη ότι “μονάχα ελληνιστί η ποίηση μπορεί χωρίς φόβο να καταπιάνεται με ιδέες, να θίγει και να μη μολύνει ό,τι καθαρό έχει ο ανθρώπινος λόγος”. Συμμετέχει στην πνευματική ζωή του τόπου, τυπικά στα πλαίσια της λεγόμενης γενιάς του τριάντα, ουσιαστικά όμως ακολουθώντας μια ξεχωριστή προσωπική διαδρομή και αφήνοντας πλούσιο έργο. Πέρα από τις πέντε ποιητικές συλλογές, τα τρία φιλοσοφικά δοκίμια και αρκετές δημοσιεύσεις σε εφημερίδες και περιοδικά, μεγάλο μέρος του έργου του εκδόθηκε μετά το θάνατό του, ενώ μέχρι σήμερα μέρος του έργου του παραμένει ανέκδοτο και τα πρωτόλειά του είναι γραμμένα στα ιταλικά.
Συνδέθηκε με τον ιδεοκρατικό φιλοσοφικό όμιλο του Τσάτσου και του Κανελλόπουλου, με την ομάδα του Συκουτρή και του Δημοσθένη Δανιηλίδη, με τα ελληνικά γράμματα του Ανδρέα Καραντώνη. Στο αρχείο του έχουν βρεθεί επιστολές και επιστολόχαρτα του Εθνικού Παμφοιτητικού Συλλόγου, χωρίς όμως άλλη ένδειξη ενδεχόμενης περαιτέρω σχέσης του με την εθνικιστική οργάνωση. Στενή σχέση είχε επίσης με τον Ν.Γ. Πεντζίκη, τη Μελισσάνθη και τη Ζωή Καρέλη.

Είναι εκείνος που ανέδειξε και επηρέασε τον Ελύτη, “ο αιρετικός της ύλης αλλ’ ομόθρησκος των αετών”, όπως τον χαρακτήρισε ο τελευταίος σε ποίημα αφιερωμένο στη μνήμη του. Ο “ηλιοπότης” Ελύτης με τη λατρεία του ελληνικού φωτός, δεν πηγάζει απευθείας απ’ τον Περικλή Γιαννόπουλο, αλλά διαθλάται μέσα απ’ την επιρροή του Σαραντάρη.

Ο Σαραντάρης με ευρεία ευρωπαϊκή παιδεία, ανανέωσε την ελληνική ποίηση, που έμενε μέχρι τότε προσκολλημένη στα “κλαψοπούλια του καρυωτακισμού”, όπως έλεγε ο Καραντώνης, και επηρεασμένος από τον Ουγκαρέττι και τον ιταλικό ερμητισμό, με μικρά ελευθερόστιχα ποιήματα, προσάρμοσε τον μοντερνισμό με την ποιητική παράδοση του δημοτικού τραγουδιού και του Σολωμού. Η ποίησή του εκφράζει τη φιλοσοφία της χαράς, τη δοξολογία του φωτός, την αισιοδοξία.
Η φιλοσοφική σκέψη του είναι υποστασιακή και άμεσα κοινωνική. Επηρεασμένος από τον Πλάτωνα, τον χριστιανικό υπαρξισμό του Κίρκεγκορ, αλλά και τον Νίτσε, τον Τζιοβάνι Τζεντίλε και τον Ντοστογιέφσκι, διακηρύσσει την πίστη του στην αιωνιότητα της ύπαρξης του ανθρώπου και τη δυνατότητα να φτάσει στο απόλυτο. Πρόκειται για τη μετάβαση από το άτομο στον άνθρωπο, μέσω της μελέτης του θανάτου και της προσπέλασης του Θεού – Ανθρώπου. Άλλος άξονας της σκέψης του είναι ο αντιδυτικισμός: “Η φιλοσοφία της Ευρώπης είναι φτωχή και ανεπαρκής για την τωρινή νεότητα ακριβώς γιατί σα φιλοσοφία δε νίκησε το φόβο του θανάτου”, θα πει και θα τονίσει την ανεπάρκεια του δυτικού πολιτισμού. Κεντρική θέση που αφορά την αυτοσυνειδησία του νέου ελληνισμού είναι αυτή ακριβώς η άτεγκτη αντιδυτική στάση. Χωρίς να προβάλλει κάποιο ασκητικό ιδεώδες ή κάποιο πρότυπο αναχωρητισμού, με κατάφαση στη ζωή και στην πλησμονή του έρωτα, ο Σαραντάρης αντιτάχθηκε στον “ηδονισμό”, μια έννοια που περιέκλειε τον υλιστικό προσανατολισμό της ζωής, τον ατομισμό και τον κερματισμό – διάσπαση του ανθρωπίνου προσώπου, τη γνωσιοκρατία και τον εμπειρικό σχετικισμό. Οραματιζόταν μια υπερβατική συγκρότηση της κοινωνίας: “Η ομιλία μου στους διπλανούς μου, όταν πηγάζει από κείνο τον εαυτό μου που πιστεύει στη ζωή, είναι ειλικρινής, είναι γνήσιο προϊόν της αιωνιότητάς μου, δεν επηρεάζεται απ’ το χώρο και απ’ το χρόνο˙ και όταν μια τέτοια ομιλία γεννάει τη συνεννόηση των ατόμων, γεννάει δηλαδή την κοινωνία, τότε η κοινωνία δεν επηρεάζεται απ’ το χώρο και απ’ το χρόνο, μια παρόμοια κοινωνία μπορεί ήσυχα να σκεφτεί το θάνατο, μπορεί με παρρησία, που δεν αποκλείει την ταπεινότητα, ν’ ατενίσει το Θεό”. Εκτιμούσε ιδιαίτερα τον Περικλη Γιαννόπουλο που στάθηκε “ο πιο θερμός, ο πιο ενθουσιώδης κι ο πιο πειστικός υποστηρικτής της ανωτερότητας της ελληνικής φυλής” και ο οποίος “πιο γνήσια από κάθε άλλο νεοέλληνα στον αιώνα μας αντιμετώπιζε θεωρητικά το πρόβλημα του νεοελληνισμού. Προπάντων η αντιευρωπαϊκή του θέση, μ όλο το βάρος της ευθύνης που σηκώνει, θα σταματήσει την προσοχή και της δικής μας και των γενεών που θα έρθουν όταν από τη βάση ατενίζεται ο προορισμό τους έθνους”. Της ίδιας ποιότητας ήταν η γνώμη του και για τον Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο.
Ο χριστιανικός μυστικισμός του δεν εκφράζει τον ιδεολογικοποιημένο “ελληνοχριστιανισμό”. Παρατηρεί ιστορικά την συνύπαρξη των δύο παραδόσεων, αλλά εκείνο που τον απασχολεί είναι ατόφια η μεταφυσική πρόταση της ανατολικής εκκλησίας, χωρίς τα συμπαρομαρτούντα εθνικά – φολκλορικά στοιχεία.

Ξεκάθαρα είχε εκφραστεί για τις παρακμιακές ιδεολογίες: “Υφίσταται ένας θάνατος που εισέρχεται στη θεωρία μας του κόσμου, και με την παρουσία του μπορεί να γεμίσει τη συνολική πραγματικότητα ενός ανθρώπου ˙ αυτός ο θάνατος διευθύνει στο θάνατο όχι έναν μόνο άνθρωπο αλλά μια κοινότητα ανθρώπων ˙ και για τούτο είναι ο πιο επικίνδυνος. Είναι ο πιο περίτεχνα καμουφλαρισμένος θάνατος. Στα χρόνια μας ορισμένοι πολιτικοί τείνουν κιόλας να πιστέψουν πως αυτός είναι ο μοναδικός εχτρός ενός ανθρώπου κ’ ενός λαού, και όσο πάει τούτη η πίστη θα γίνει σαφέστερη πιο αποκλειστική κ’ ευρύτερα θα διαδοθεί ανάμεσα στους υγιείς ανθρώπους.
Ο μαρξισμός, ο φροϋντισμός είναι θεωρίες που θυσιάζουν τον άνθρωπο στο θάνατο, και δεν το γνωρίζουν ˙ είναι διαστροφές που γεννήθηκαν από έναν αχαλίνωτο ηδονισμό ˙ στην επιφάνεια χαρίζουν το μίσος στο βάθος την πεποίθηση του θανάτου ˙ η ηδονή του θανάτου, του θανάτου όλου του κόσμου, τις διατρέχει. Γι ‘ αυτό η πίστη μας στην ύπαρξη οφείλει να γίνει κοσμοθεωρία ˙ γιατί δεν αρκεί ν’ αναγκάσεις στη σιωπή τους ανθρώπους προορισμένους στο θάνατο, αλλά και τις θεωρίες τους, τις τόσο φλύαρες, πρέπει να εξουδετερώσεις και ύστερα ν’ αντικαταστήσεις”.

Σαφείς ήταν και οι επαναστατικές ιδέες του: “Όποιος θέλει να μάθει στους άλλους να επαναστατήσουν πρέπει πρώτα ο ίδιος να επαναστατήσει μέσα του και να επαναστατήσει μέσα του σημαίνει ν’ απαρνηθεί τον παλαιό του εαυτό, να φέρει στο φως μια εικόνα του εαυτού του, που ο ίδιος με συνείδηση, με φροντίδα που δεν αναπαύεται, θα έχει δουλέψει. Τούτο αποτελεί την «τέχνη» του ανώτερου πολιτικού, τούτο θα έπρεπε να είναι και το χρέος που αποδέχεται ο κάθε άνθρωπος που θέλει να μορφώσει το βίο του.

Εμείς δεν ξέρω αν είμαστε ανίκανοι, βέβαια είμαστε «ακατάλληλοι» για επανάσταση. Δηλαδή, στρέψαμε το νου μας αλλού, μακρυά απ’ το σοβαρό ανθρώπινο προορισμό, τόσο μακρυά που τώρα μοιάζει να εξασκεί πάνω μας μια περίεργη γοητεία κι αυτή ακόμα η κατάντια μας…
Το έργο του πολιτικού είναι η διαμόρφωση της συνείδησης του πλήθους. Αλλά πώς γίνεται τούτο; Βέβαια η εξήγηση δεν είναι εύκολη και μπορεί μάλιστα κανείς να υποστηρίξει πως δεν υπάρχει μια a priori διατύπωση του έργου του πολιτικού, όπως άλλωστε συμβαίνει και για το έργο όποιου πνευματικού ανθρώπου. Πάντα απαραίτητη προϋπόθεση είναι η καλλιτεχνική διάθεση, η προς «τα έξω», προς τους ανθρώπους, προς τη μάζα στροφή μιας πλαστικής ενέργειας, που πρώτα εφαρμόσαμε για τον εαυτό μας για τον εσωτερικό μας κόσμο”.

Ο Σαραντάρης και ο Φασισμός

Ο συγκαιρινός του Σαραντάρη, μαρξιστής ποιητής και κριτικός Νίκος Κάλας είχε αναφέρει σε συνέντευξή του: “Εγώ ήμουν πολύ εναντίον του Σαραντάρη, έβλεπα ότι ήταν πολύ εξαρτημένος από το φασισμό. Άκουσα τελευταία τον Μάριο Βίττι στο Παρίσι, σε μια ομιλία του για την ελληνική ποίηση, να λέει ότι ο Σαραντάρης «είχε τη λόξα να θαυμάζει τον Μουσολίνι». Δεν ήταν λόξα καθόλου, ήταν απολύτως μέσα στην ιδεολογία του”. Ο Κάλας, που όπως φαίνεται από τη συνέχεια της συνέντευξης δυσανασχετούσε με την κατακύρωση του έργου του Σαραντάρη στις συνειδήσεις του πνευματικού κόσμου, είχε και έναν φιλολογικό διαξιφισμό με τον τελευταίο, ενόσω εκείνος ζούσε, στον τύπο της εποχής, που τον κατηγορούσε για μίμηση του ύφους του Ουνγκαρέττι (είναι γνώστες οι σχέσεις του ιταλού ποιητή με το Φασιστικό καθεστώς).
Σε άρθρο που δημοσιεύτηκε το 1935 ο Σαραντάρης υποστηρίζει την ιδέα της λεγόμενης οργανικής κοινωνίας: “Εμείς εγκαταλείπουμε σήμερα την αντίληψη που η Γαλλική Επανάσταση κι ο αγγλικός φιλελευθερισμός χάρισαν άλλοτε στην Ευρώπη, τον πολίτη ελεύθερο απ’ τη στιγμή που εξεπλήρωσε ορισμένα λιγοστά καθήκοντα προς την Πολιτεία. […] Γιατί για μας δεν αποτελούν ελευθερία οι άναρχες πράξεις του καθημερινού βίου και μήτε ελευθερία αποτελεί η ηδονική ύπαρξη του ατόμου που αυτάρεσκα αποχωρίζεται της Πολιτείας.
Σήμερα εμείς είμεθα ή πάμε να γίνουμε αντιατομιστές, γιατί νιώθουμε πως το άτομο δεν ζει, δεν είναι βολετό να ζήσει έξω από εκείνο, που άλλοτε τοποθετούσε σαν περιβάλλον, σαν σύνολο, και που δεν είναι άλλο παρά το ίδιο το άτομο στην ιδανική του μορφή, όταν όλο το γεμίζει η συμβολή της δικής του αυτούσιας δημιουργίας, η Πολιτεία.

Η αφηρημένη ισότητα ανάμεσα στους πολίτες και η αταξική κοινωνία είναι είδωλα και δεν ανταποκρίνονται σε τίποτα το πραγματικό…

Άτομο και πολιτεία γνωσιολογικά ταυτίζονται, αλλά μια τέτοια ταύτιση είναι δυσκολοπλησίαστη στους πολλούς, δυσκολοπλησίαστη και στους άξιους ακόμη. Για να μη χάσουν οι πολλοί το δρόμο της αληθινής δημιουργίας, για να μη σκορπιστούνε τόσες γόνιμες δυνάμεις, χρειάζεται κείνο που ο Γ. Σορέλ, με μιαν αντίληψη τόσο διάφορη απ’ τη δική μας, ονόμαζε «μύθο». Ποιος θα μας δώσει το μύθο της νέας εποχής. Οι θεωρητικοί του φασισμού στην Ιταλία, κείνοι του εθνικοσοσιαλισμού στη Γερμανία με τέτοιο έργο καταπιάστηκαν. Τέτοια η βαθύτερη σημασία του αγώνα κατά των Εβραίων, ή του οράματος της Αρχαίας Ρώμης, όταν με περισσότερη αταραξία με περισσότερο ευρωπαϊσμό εξετάσει κανείς τα πράματα.
Γιατί η ιστορία προοδεύει εμπειρικά, δηλαδή αισθηματικά. Άτομο και Πολιτεία για να μην παραμείνουν σχήματα πρέπει να βρουν γόνιμο έδαφος, την ιδέα εκείνη που, πλησιέστερη στη γη και στο πλήθος, θα γίνει αίμα και σάρκα της καινούργιας θέλησης της ιστορίας”.

Ωστόσο τον Ιανουάριο του 1940 σημειώνει: “Ο πόλεμος του 1914- 1918 […] χάρισε στους λαούς της Δύσης […] ορισμένες πολιτειακές μεταρρυθμίσεις.
Οι πολιτειακές μεταρρυθμίσεις που έκανε η Δύση ανάμεσα στον πόλεμο του ʼ14 – ʼ18, και στον καινούργιο πόλεμο, στάθηκαν κατά τελευταία ανάλυση, μια προσπάθεια αντίδρασης στην υλιστική νοοτροπία που διέπει το φιλελευθερισμό και το σοσιαλισμό του περασμένου αιώνα και των αρχών του αιώνα μας ∙ προσπάθεια που, χωρίς για τούτο να χρειάζεται πολλή τόλμη, μπορούμε να πούμε κιόλας πως απέτυχε, εφόσον δε μπόρεσε να εμποδίσει το ξέσπασμα του καινούργιου ευρωπαϊκού πολέμου.
Ο γερμανικός εθνικοσοσιαλισμός και ο ιταλικός φασισμός κάτι εδίδαξαν όσο αφορά την απλούστευση της πολιτειακής μηχανής ενός κράτους που έχει ευρωπαική παράδοση · δεν έκαναν όμως βήμα για να ταυτίσουν τη μοίρα τους, δε λέω με μια ανθρωπότητα χριστιανική, αλλά μήτε με μια Ευρώπη χριστιανική.

Όσο για τη Γαλλία μου φαίνεται πως έδωκε ένα είδος όρκου με τη Γάλλική Επανάσταση”.
Επίσης, σε επιστολή του μετά την έναρξη του πολέμου, αναφέρει: “Τα ευρωπαϊκά γεγονότα μας περισφίγγουν ολοένα περισσότερο. Θεατές ενός περίεργου παιχνιδιού όπου μας φαίνεται πως κανείς δεν ξέρει όλα τα χαρτιά που κρατάει στο χέρι, αναμένουμε την σειρά μας να παίξουμε καρτερούμε να μας καλέσουν. Αλλά δεν μας τραβάει η καρδιά να βοηθήσουμε μήτε τον ένα μήτε τον άλλο των συμπαιχτών, ίσως γιατί καταλαβαίνουμε πως κανείς απ’ τους δυο δεν παίζει την υπόστασή του για την υπόθεση της δικαιοσύνης, ίσως γιατί νιώθουμε πως το πιο σοβαρό παιχνίδι δεν παίζεται ακόμα”.

Ο θάνατός του

“Όταν όμως νιώσεις την αναγκαιότητα της θυσίας σαν μόνο τρόπο επιτυχίας της ύπαρξης του Ανθρώπου, τότε ο ηρωισμός θα σου φανεί, όπως είναι, ο λογικός και αναπότρεπτος βίος του συνειδητού ατόμου τού ηθικού εγώ”. Με αυτή τη φράση ως προπομπό, ο Σαραντάρης θα στρατευτεί στην πρώτη γραμμή του μετώπου με το ξέσπασμα του ελληνοϊταλικού πολέμου. Οι μαρτυρίες των συστρατιωτών του είναι συγκλονιστικές. Ο ποιητής με την ασθενική κράση και το αδύναμο σώμα, φέρεται να παραπαίει στα βουνά της Ηπείρου έχοντας χάσει τα χοντρά μυωπικά γυαλιά του και μην μπορώντας να ακολουθήσει την υπόλοιπη φάλαγγα. Οι κακουχίες του μετώπου δρουν επιβαρυντικά και είναι καταλυτικές για την υγεία του. Μεταφέρεται σε κλινική των Αθηνών προσβεβλημένος από τύφο και χάνει τη ζωή του στις 25 Φεβρουαρίου του 1941. “Ο ουρανός θα μιλήσει για μας / Όταν εμείς θα πιούμε το τραγούδι του θανάτου”, έλεγε, και αυτός ο ουρανός, “η ζεστή μας πατρίδα”, τον πήρε κοντά του:

Μόλις θα φέξει ο άνεμος
Θα φύγουμε
Δίχως φωνές και θόρυβο
Δίχως τραγούδια ανιαρά
Με μόνη μια μονάκριβη αγάπη
Για κάτι ήλιους που θα μας θυμούνται
Για κάτι όνειρα που δε σαπίζουν

Επίλογος

Ο Γιώργος Σαραντάρης είναι ένας απ’ τους πιο σημαντικούς διανοουμένους του ελληνικού εθνικοκοινωνισμού, παρ’ όλα αυτά μένει ακόμα άγνωστος και λησμονημένος. Η αριστερή κριτική δεν μπόρεσε ποτέ να προσλάβει τον καθ’ ολοκληρίαν μεταφυσικό χαρακτήρα του έργου του, καθώς επίσης και η φιλελεύθερη αστική διανόηση. Για τούτο και έμεινε έως σήμερα παραγνωρισμένος και παραγκωνισμένος, με εξαίρεση τις γλυκερές αφηγήσεις για την τίμια ζωή του και τον τραγικό του θάνατο, αλλά και την εμμονή του στον χριστιανικό μυστικισμό από μέρος της ορθόδοξης διανόησης. Είναι παράξενο που ένας δυτικοτραφής όπως ο Σαραντάρης, ανακαλύπτει και ξαναγυρίζει στην “ελληνικότητα” και την “παράδοση”, σε αντίθεση με τους Έλληνες διανοουμένους που στρέφονται προς την Δύση για να αυτοκαθοριστούν ιδεολογικά. Όλος ο Σαραντάρης είναι “πολιτικός” κατά την έννοια ότι η πολιτική αναφέρεται στο κοινωνικό γεγονός που προσδιορίζει και καθορίζει τις σχέσεις των προσώπων σε μια συνεστημένη κοινωνία, της κοινωνίας νοουμένης ακριβως ως κοινωνούμενης εμπειρίας αρμοσμένης στην αναζήτηση της αλήθειας. Η ατομική αρετή ή απαξία έχει αντίκρισμα στην συλλογικότητα και δεν αυτονομείται. Ο Σαραντάρης υιοθετεί τις αρχές που θεμελιώνουν τις “παραδοσιακές κοινωνίες” και δόθηκαν αρχετυπικά από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Έχει έρθει η ώρα, 70 περίπου χρόνια από τον θάνατό του, να τον ανακαλύψουμε, να τον εντάξουμε στην πνευματική μας εφόπλιση και να τον αναβιβάσουμε στην θέση που του αρμόζει. Εμείς, οι φίλοι του της “άλλης χαράς”.


Βιβλιογραφία

1) ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ, ΕΡΓΑ 1, ΒΙΚΕΛΑΙΑ ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, ΗΡΑΚΛΕΙΟ 2001
2) ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ, ΕΡΓΑ 2 , ΒΙΚΕΛΑΙΑ ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, ΗΡΑΚΛΕΙΟ 2006
3) ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ, ΟΙ ΓΝΩΡΙΜΙΕΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΙΑ, Σημειώσεις για τις Αναμνήσεις που δε θα γράψω ποτέ, μετάφραση: ΖΗΣΙΜΟΣ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΣ, ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΟ
4) ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ, Γιατί τον είχαμε λησμονήσει – Μια ανθολόγηση από το σύνολο του έργου του, Επιμέλεια: Μ. Γ. Μερακλής, τυπωθήτω 2002
5) Ολυμπία Καράγιωργα, Γιώργος Σαραντάρης Ο ΜΕΛΛΟΥΜΕΝΟΣ, Δίαυλος 1995
6) ΖΗΣΙΜΟΣ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΣ, ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙ, 1. ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ 2. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ, ΔΟΜΟΣ 1997
7) Γιώργος Σαραντάρης, Ποιήματα, ΖΗΤΡΟΣ 1998
8) Γιώργος Ν. Παπαθανασόπουλος, Γιώργος Σαραντάρης ο άνθρωπος, ο ποιητής, ο διανοούμενος, ΕΚΠΛΗΞΗ 2011
9) Σωτήρης Γουνελάς, Ο ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΟΡΑΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗ, ΙΝΔΙΚΤΟΣ 2006
10) Περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, Τεύχος 1811, Μάιος 2008
11) Περιοδικό Οδός Πανός, Τεύχος 144, Απρίλιος-Ιούνιος 2009
12) Περιοδικό Μανδραγόρας, Τεύχος 48
13) Περιοδικό Λέξη, Τεύχος 6, Ιούλιος – Αύγουστος 1981
14) Λίνου Πολίτη, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ, ΜΙΕΤ 1980
15) Οδυσσέας Ελύτης, ΠΟΙΗΣΗ, ΙΚΑΡΟΣ 2002
16) Mario Vitti, Η γενιά του ’30 – Ιδεολογία και μορφή, ΕΡΜΗΣ 1995
17) Mario Vitti, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ΟΔΥΣΣΕΑΣ 2003
18) Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας
19) Παγκόσμιο βιογραφικό λεξικό, λ. Γιώργος Σαραντάρης, Εκδοτική Αθηνών
20) Τηλεοπτική εκπομπή ΕΠΟΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ αφιερωμένη στον ΓΙΩΡΓΟ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗ, έρευνα – σενάριο – σκήνοθεσία ΤΑΣΟΣ ΨΑΡΡΑΣ, 2010 ΕΤ 1

ΠΗΓΗ: elkosmos.gr

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

Το κάλεσμα της οπτασίας

  

Oliver Onions

Το βιβλίο ''Το κάλεσμα της οπτασίας'' του Oliver Onions είναι ένα από τα σημαντικότερα έργα της κλασικής γοτθικής λογοτεχνίας τρόμου, ένα ψυχολογικό αφήγημα που εξερευνά την εμμονή, την απομόνωση και την ύπουλη παρουσία του υπερφυσικού.

Ο συγγραφέας Πολ Όλερον, παγιδευμένος σε δημιουργικό αδιέξοδο, μετακομίζει σε ένα παλιό, εντυπωσιακό σπίτι, αναζητώντας έμπνευση. Όταν η φίλη του Έλσι Μπένμποου τον επισκέπτεται, παράξενα και βίαια περιστατικά κάνουν σαφές πως ο χώρος αυτός δεν είναι απλώς ένα κτίριο, αλλά μια οντότητα με βούληση. Η ίδια διαισθάνεται την παρουσία του κακού και προειδοποιεί τον Όλερον ότι δεν θα μπορέσει ποτέ να δουλέψει εκεί.

Καθώς ο Όλερον γοητεύεται ολοένα και περισσότερο από την αόρατη παρουσία που τον καλεί, η λογική του υποχωρεί και η εμμονή παίρνει τη θέση της δημιουργίας, οδηγώντας τον σε μια αργή αλλά αναπόφευκτη πτώση.

 

Ο Oliver Onions (Όλιβερ Όνιονς, 1873–1961) ήταν Άγγλος συγγραφέας διηγημάτων και μυθιστορημάτων. Αρχικά εργάστηκε ως σχεδιαστής αφισών και βιβλίων, καθώς και ως εικονογράφος περιοδικών. Eίναι πιο γνωστός για τις ιστορίες φαντασμάτων του, ιδίως για τη συλλογή Widdershins και την ευρέως ανθολογημένη νουβέλα Το κάλεσμα της οπτασίας.


 

ISBN: 978-618-03-4858-3

Ημερομηνία έκδοσης: 17/2/2026

Ξενόγλωσσος τίτλος: The Beckoning Fair One

Μετάφραση: Κλαίρη Παπαμιχαήλ

Εισαγωγή: Ευαγγελία Κουλιζάκη

Εκδόσεις: Μεταίχμιο

Σειρά: Tenebrae

Σελίδες: 176