Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

Οι σύγχρονοι γασμούλοι

Ο όρος «γασμούλος» έμεινε στην ιστορική μνήμη ως σύμβολο μιας ταυτότητας που μπορούσε να γίνει αντικείμενο πολιτικού παζαριού

Γιάννης Κουριαννίδης

Στο Βυζάντιο υπήρξαν οι περίφημοι γασμούλοι, άνθρωποι μεικτής καταγωγής, ελληνικής και λατινικής, που συνδέθηκαν με τη λατινική κυριαρχία σε ελληνικές περιοχές και με την προσπάθεια προσαρμογής τους στα συμφέροντα της εξουσίας. Η προσπάθεια αυτή τους οδηγούσε συνήθως στο να παίρνουν θέσεις ενάντιες στον Ελληνισμό και στην Ορθοδοξία (το «Χρονικό του Μορέως», που γράφτηκε από έναν γασμούλο, αποτυπώνει μία τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση), προκειμένου να δείξουν πόσο υπάκουοι είναι στα αφεντικά τους. Ο όρος «γασμούλος» έμεινε στην ιστορική μνήμη ως σύμβολο μιας ταυτότητας που μπορούσε να γίνει αντικείμενο πολιτικού παζαριού. Χαρακτηριστικό της απαξιωτικής έννοιας του όρου είναι ότι στη λατινική γλώσσα μεταφράζεται ως «μουλάρι», εκφράζοντας την έννοια του «νόθου», όπως τους χαρακτήριζαν στον ελλαδικό χώρο.

Στην πατρίδα μας σήμερα οι πολιτικοί απόγονοι των γασμούλων ενσαρκώνουν μία νοοτροπία που εκφράζει μία διαρκή αγωνία τους, προκειμένου να αποδείξουν στους ισχυρούς της Γης ότι είναι «καλά παιδιά», που δεν ενοχλούν, δεν αντιστέκονται, δεν διεκδικούν. Αντιθέτως, προσαρμόζονται και, όταν χρειαστεί, είναι έτοιμοι να θυσιάσουν ακόμη κι εκείνα που υποτίθεται πως ορκίστηκαν να υπερασπιστούν. Η προδοσία της Κύπρου και της Μακεδονίας, η υποχωρητικότητα στο Αιγαίο, ο ενδοτισμός και η εθελοδουλία στα εθνικά μας θέματα αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Δεν πρόκειται για πολιτικό ρεαλισμό και σύνεση, αλλά για τη μετατροπή της υποταγής σε πολιτική αρετή και της παραίτησης από τα εθνικά μας συμφέροντα σε δήθεν «υπεύθυνη στάση».

Οι σύγχρονοι γασμούλοι αισθάνονται πολύ καλύτερα όταν τους επαινούν οι ξένοι, παρά όταν τους εμπιστεύονται οι Έλληνες. Γι’ αυτό και σπεύδουν να εξηγήσουν σε Ευρωπαίους και Αμερικανούς πόσο «ώριμη» (αλλά και προβλέψιμη) είναι η Ελλάδα, ακόμη και σε περιπτώσεις που αποδέχεται τετελεσμένα που θα έπρεπε να αμφισβητεί!

Είναι οι ίδιοι που βαφτίζουν ως «εκσυγχρονισμό» την αποκοπή από την ιστορική μνήμη, «ευρωπαϊσμό» την άνευ όρων συμμόρφωση και «υπευθυνότητα» την υποχώρηση. Οι ίδιοι που αντιμετωπίζουν την εθνική κυριαρχία ως ενοχλητικό κατάλοιπο άλλων εποχών και την υπεράσπιση των εθνικών δικαίων ως επικίνδυνο αναχρονισμό. Έτσι, σύντομα οι σύμμαχοι μετατρέπονται σε αφεντικά και η ελληνική πολιτική ηγεσία σε πρόθυμο εκτελεστικό προσωπικό των βουλήσεών τους. Και αυτό είναι επιλογή! Επιλογή με κόστος, αφού κάθε υποχώρηση που παρουσιάζεται ως «μονόδρομος» εκπαιδεύει την επόμενη κυβέρνηση στο να υποχωρήσει λίγο περισσότερο, ενώ οι ξένοι μαθαίνουν ότι μπορούν στο μέλλον να απαιτήσουν περισσότερα.

Και αυτό είναι μία διαδικασία αργή, που συντελείται σταδιακά, καθώς οι ηγεσίες της χώρας εθίζονται στο να φοβούνται και να υπολογίζουν περισσότερο τη δυσαρέσκεια των ισχυρών παρά την απογοήτευση του λαού τους.

Οι βυζαντινοί γασμούλοι ανήκουν στην Ιστορία, αλλά δυστυχώς η νοοτροπία τους δεν έχει εξαφανιστεί. Περιφέρεται ακόμη στους διαδρόμους της εξουσίας, στα υπουργεία, στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και είναι μεταμφιεσμένη σε «ρεαλισμό» και σε «σύνεση».

Η μεγαλύτερη πρόκληση για την πατρίδα μας σήμερα δεν είναι να χτίσει συμμαχίες και φιλίες, αλλά να αποφύγει αυτές να μετατραπούν σε σχέση αφεντικού και υπηρέτη. Μία χώρα που ξεχνά τις ρίζες της για να γίνει (υποτίθεται) αρεστή στους ισχυρούς στο τέλος δεν κερδίζει τον σεβασμό τους αλλά την περιφρόνησή τους. Το χειρότερο, μάλιστα, είναι ότι καταλήγει να χάνει τον σεβασμό της προς τον ίδιο της τον εαυτό.

ΠΗΓΗ: www.dimokratia.gr

Ο Νίτσε περί του Ομήρου

Τα Έπη ως οδοδείκτες ζωής της Ευρώπης μας

Ο Φρήντριχ Νίτσε θεωρούσε τον Όμηρο ως το απόλυτο σύμβολο του Απολλώνιου ονείρου, έναν πολιτιστικό σωτήρα που διέσωσε την αρχαία Ελλάδα από την απελπισία, μετατρέποντας την τρομακτική, βίαιη πραγματικότητα της ύπαρξης σε έναν όμορφο, επιβεβαιωτικό μύθο. Αντί να βλέπει τον Όμηρο ως μιαν απλή αρχή του ελληνικού πολιτισμού, ο Νίτσε υποστήριξε ότι ο Όμηρος αντιπροσώπευε τον αριστουργηματικό θρίαμβο επάνω σε μια βαθιά, σκοτεινή ιστορία ανθρώπινου πόνου και άγχους. Στο πρώιμο αριστούργημά του, «Η Γέννηση της Τραγωδίας», ο Νίτσε αποκαλεί τον Όμηρο τον «ονειρευόμενο Έλληνα». Οι αρχαίοι μας πρόγονοι ένιωθαν έντονα τις φρικαλεότητες της φύσης και τη σκληρότητα της ζωής. Για να επιβιώσουν, δημιούργησαν τον φωτεινό, λαμπερό κόσμο των Ολύμπιων θεών. Ο Όμηρος ήταν ο καλλιτέχνης που παγίωσε αυτό το όραμα, τοποθετώντας μιαν όμορφη ιαματική ψευδαίσθηση ανάμεσα στους ανθρώπους και στην απελπισία τους. Οι ομηρικοί θεοί δεν κρίνουν την ανθρώπινη αμαρτία. Αντίθετα, δικαιώνουν τη ζωή ζώντας την οι ίδιοι.

Στο σύντομο, μεταθανατίως εκδοθέν (1901) δοκίμιό του «Ο αγών στον Όμηρο» ή «Αγών Ομήρου» («Homers Wettkampf»), ο Φρήντριχ Νίτσε εξηγεί πώς έβλεπαν οι αρχαίοι Έλληνες τον «αγώνα» (άμιλλα). [Το πόνημα αυτό είναι το πέμπτο από τους «Πέντε Προλόγους σε Πέντε Άγραφα Βιβλία» – «Fünf Vorreden zu fünf ungeschriebenen Büchern», γραμμένους το 1872. Το Wettkampf γράφτηκε από τον Νίτσε, ο οποίος το συνέλεξε, μαζί με τέσσερις άλλους παρόμοιους «προλόγους σε άγραφα βιβλία», και έδωσε την συνθετική τους έκδοση στην στενή φίλη του Κοζίμα Βάγκνερ – σύζυγο Ριχάρδου Βάγκνερ- ως χριστουγεννιάτικο δώρο].Ο Νίτσε λέγει ότι οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τη ζήλεια και τον ανταγωνισμό με αριστοτεχνικό τρόπο : Δεν επεδίωκαν απλά να καταστρέψουν τον αντίπαλό τους, αλλά να γίνουν οι ίδιοι καλύτεροι μέσα από την αναμέτρηση. Αυτός ο ευγενής ανταγωνισμός βοήθησε την αρχαία Ελλάδα να παράγει σπουδαίους αθλητές, ποιητές και φιλοσόφους.

Ο Νίτσε εξερευνά τη σκοτεινή, βίαιη ιστορία πίσω από την Ιλιάδα. Σημειώνει ότι οι πρώτοι Έλληνες διέθεταν μια «δίψα τίγρεως για αίμα» και άμετρη σκληρότητα. Η ομηρική κοινωνία διοχέτευσε με επιτυχία αυτό το ωμό, καταστροφικό μίσος σε υγιή ανταγωνισμό. Αυτή η υγιής σύγκρουση είναι γνωστή ως ο Ελληνικός Αγών («Διαγωνισμός»). Αντί να επιδιώκουν την εξόντωση ενός εχθρού, οι πολίτες ανταγωνίζονταν για να επισκιάσουν ο ένας τον άλλον στον αθλητισμό, στην τέχνη και στην πολιτική. Ο Νίτσε πίστευε ότι αυτή ακριβώς η ανταγωνιστική ορμή ήταν η γεννήτρια αιτία που έκανε τον ελληνικό πολιτισμό να ακμάσει και να προοδεύσει.

Στα μεταγενέστερα γραπτά του, όπως το «Γενεαλογία της Ηθικής», ο Νίτσε αντιπαραβάλλει τις ομηρικές αξίες με τις σύγχρονες. Οι ήρωες του Ομήρου, όπως ο Αχιλλέας και ο Οδυσσέας, αντιπροσωπεύουν την «Ηθική των Κυρίων». Αυτό το προχριστιανικό ηθικό πλαίσιο εκτιμά τη δύναμη, την τιμή, την κατάκτηση και την υπερηφάνεια. Βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την μεταγενέστερη «Ηθική των Σκλάβων», η οποία εξυμνεί την ταπεινότητα και τον οίκτο. Ο Νίτσε θαύμαζε βαθιά τον ομηρικό κόσμο επειδή επιβεβαίωνε τα φυσικά ένστικτα της ζωής αντί να αισθάνεται ενοχές γι’ αυτά.

Ο Φρήντριχ Νίτσε εξέτασε προσεκτικά τον Αχιλλέα και τον Οδυσσέα για να κατανοήσει την αληθινή ψυχολογία των αρχαίων Ελλήνων. Δεν τους θεωρούσε απλούς ήρωες κάποιου «παραμυθιού», αλλά ως ακατέργαστα σύμβολα του ανθρώπινου ενστίκτου, της δύναμης και του απόλυτου πάθους για τη ζωή. Ενώ οι σύγχρονοι αναγνώστες μερικές φορές βλέπουν τον Οδυσσέα ως έναν ύπουλο ψεύτη, ο Νίτσε τον θαύμαζε βαθιά για αυτόν ακριβώς τον λόγο. Ο Νίτσε υποστήριξε ότι ο Οδυσσέας αντιπροσωπεύει το υψηλότερο ελληνικό ιδανικό, ακόμη περισσότερο από τον Αχιλλέα. Το μεγαλύτερο όπλο του δεν ήταν οι σωματικοί μύες, αλλά το κοφτερό, ευέλικτο μυαλό του. Διέθετε ένα μονοδιάστατο πάθος να θριαμβεύει επί των εχθρών του με κάθε απαραίτητο μέσο. Τα έξυπνα ψέματά του, οι λεκτικοί χειρισμοί και οι περίτεχνες μεταμφιέσεις του ήταν σημάδια ενός υγιούς, ζωτικού πνεύματος που ασκούσε την τέχνη της επιβίωσης.

Ο Αχιλλέας αντιπροσωπεύει την ακατέργαστη, στοιχειακή δύναμη της ελληνικής πολεμικής αρετής. Ο Νίτσε χρησιμοποίησε τον Αχιλλέα για να τονίσει με ένα ζωντανό παράδειγμα την ελληνική παρόρμηση «να αριστεύεις πάντα και να ξεπερνάς τους άλλους» («αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων»). Αυτή η ανεξέλεγκτη οργή και η ανταγωνιστική υπερηφάνεια του αξεπέραστου πολεμιστή δεν θεωρούνταν «αμαρτίες» ή «κακά» από τους πρώτους Έλληνες. Αντίθετα, η ιστορία του Αχιλλέα δείχνει έναν πολιτισμό που επιβεβαίωνε τα πιο σκοτεινά του ένστικτα αντί να τα κρύβει από ντροπή. Ο Νίτσε σημείωσε ότι ο Αχιλλέας αντιπροσωπεύει μια αγνή, αριστοκρατική υπερηφάνεια που απορρίπτει εντελώς τις σύγχρονες ιδέες της ταπεινότητας.

Η συγκλονιστική «Σκηνή του Κάτω Κόσμου» είναι ο Απόλυτος Έπαινος για τη Ζωή: Ο Νίτσε συχνά τόνιζε μια διάσημη σκηνή από την Οδύσσεια, όπου ο Οδυσσέας επισκέπτεται τον Κάτω Κόσμο και μιλάει στο φάντασμα του Αχιλλέα. Στην ιστορία, ο Αχιλλέας δηλώνει περίφημα ότι θα προτιμούσε να είναι ένας φτωχός σκλάβος στη γη παρά να κυβερνά όλους τους νεκρούς. Οι σύγχρονοι αναγνώστες συχνά ερμηνεύουν αυτό ως τεκμήριο ότι ο Αχιλλέας μετανιώνει τάχα για την επιλογή του για μια σύντομη, ένδοξη ζωή. Ο Νίτσε διαφωνούσε πλήρως με αυτή την ερμηνεία. Υποστήριξε ότι αυτός ο στίχος ήταν ένα υπέροχο τραγούδι εξύμνησης της επίγειας ζωής. Αποδείκνυε ότι οι Έλληνες αγαπούσαν τόσο πολύ την ύπαρξη που ακόμη και η απολύτως χείριστη ζωή στη γη ήταν καλύτερη από ένα χρυσό μεταθανάτιο παλάτι στον άλλο κόσμο.

Στην «Γενεαλογία της Ηθικής», ο Νίτσε επεσήμανε επίσης ένα διάσημο ψυχολογικό σημείο για τους δημιουργούς αυτών των ηρώων: «Ο Όμηρος δεν θα είχε δημιουργήσει έναν Αχιλλέα αν ο Όμηρος ήταν ένας Αχιλλέας». Πίστευε ότι η αληθινή τέχνη απαιτεί απόσταση. Ένας πραγματικός πολεμιστής όπως ο Αχιλλέας είναι πολύ απασχολημένος με τις μάχες και την αιμορραγία για να δημιουργήσει όμορφη ποίηση. Ο Όμηρος μπόρεσε να σμιλεύσει αυτούς τους τέλειους ήρωες μόνον επειδή στάθηκε πίσω και τους ονειρεύτηκε από απόσταση.

Ο Φρήντριχ Νίτσε τοποθετεί τον Όμηρο και τα έπη του στο επίκεντρο του Δυτικού πολιτισμού, όχι απλώς ως πνευματικά προϊόντα ενός αρχαίου ποιητή, αλλά ως έργα που έχουν διαμορφώσει τη φαντασία της Ευρώπης για περισσότερα από δύο χιλιάδες χρόνια. Υποστηρίζει ότι το μεγαλείο της Ιλιάδας και της Οδύσσειας δεν μπορεί να γίνει κατανοητό απλώς ρωτώντας ποιος τα έγραψε, επειδή αυτό το ερώτημα ανήκει σε μια πολύ ευρύτερη έρευνα για το πώς οι πολιτισμοί διατηρούν, μεταμορφώνουν και θυμούνται τις μεγαλύτερες δημιουργίες τους. Τα έπη εκτιμώνται από την Ευρωπαϊκή – Δυτική ανθρωπότητα ως εμφανώς τέλεια έργα τέχνης, θαυμάζονται από αμέτρητες γενιές και αντιμετωπίζονται ως πρότυπα που οι μεταγενέστεροι συγγραφείς θα μπορούσαν να μιμηθούν αλλά ποτέ να ξεπεράσουν.

Ωστόσο, όσο πιο προσεκτικά τα εξετάζουν οι μελετητές, τόσο πιο αβέβαιη γίνεται η μορφή του Ομήρου. Ο ποιητής φαίνεται σχεδόν να «διαλύεται» κάτω από το βάρος του θρύλου, της παράδοσης και των αντικρουόμενων ερμηνειών. Ο Νίτσε δεν το βλέπει αυτό ως λόγο να εγκαταλείψει τον Όμηρο, αλλά ως πρόσκληση να σκεφτεί πιο βαθιά τη σχέση μεταξύ ιδιοφυΐας, ιστορίας και πολιτιστικής μνήμης. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι απλώς αν ο Όμηρος υπήρξε ως ένας άνθρωπος, αλλά γιατί τα ποιήματα αυτά έγιναν άρρηκτα συνδεδεμένα με το όνομά του και τι μας λέει αυτό για τον τρόπο με τον οποίον οι πολιτισμοί δημιουργούν τους ήρωές τους.

Η διαχρονική δύναμη της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, με τις ζωντανές απεικονίσεις του θάρρους, του πόνου, της επιστροφής στην πατρίδα και της ανθρώπινης αντοχής, αποδεικνύουν ότι η μεγάλη λογοτεχνία έχει μια ζωή πέρα ​​από τις ιστορικές συνθήκες της δημιουργίας της. Σύμφωνα με τον Νίτσε, το καθήκον της κλασικής φιλολογίας είναι επομένως να κατανοήσει πώς δημιουργήθηκαν και γιατί συνεχίζουν να ασκούν τόσον εξαιρετική εξουσία επάνω στη Δυτική φαντασία.

Ο Νίτσε υποστηρίζει ότι η κλασική φιλολογία δεν έχει απλή ή ενιαία ταυτότητα επειδή συνδυάζει την ιστορία, τη γλωσσολογία, την αισθητική και την εκπαίδευση σε έναν ενιαίο κλάδο, του οποίου τα μέρη συχνά τραβούν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Μελετά το παρελθόν με επιστημονική αυστηρότητα, ενώ ταυτόχρονα αναζητά ιδανικά ομορφιάς και μεγαλείου που μιλούν για το παρόν. Αυτή η ένταση δημιουργεί σύγχυση, τόσο μεταξύ των μελετητών όσο και του ευρύτερου κοινού, ωστόσον ο Νίτσε επιμένει ότι ακριβώς αυτός ο άβολος συνδυασμός δίνει στη φιλολογία τη σημασία της. Αντί να είναι ένα στενό τεχνικό πεδίο, βρίσκεται στο σημείο συνάντησης μεταξύ γνώσης, πολιτισμού και διαμόρφωσης του ανθρώπινου χαρακτήρα.

Ο Νίτσε πιστεύει ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος που αντιμετωπίζει η φιλολογία δεν είναι ο χλευασμός από τους ξένους προς αυτήν, αλλά η απώλεια εμπιστοσύνης στις ίδιες της τις τάξεις. Πολλοί απορρίπτουν τους φιλολόγους ως «στεγνούς», υπολογιστικούς ειδικούς που περνούν τη ζωή τους θαμμένοι σε ασήμαντες λεπτομέρειες, ενώ άλλοι επιτίθενται στον κλάδο επειδή διατηρεί ζωντανά διάφορα ιδανικά που η σύγχρονη κοινωνία δεν επιθυμεί πλέον να τιμήσει. Ωστόσον, ο Νίτσε υποστηρίζει ότι η προσεκτική μελέτη της Ελλάδος προστατεύει τον ίδιο τον πολιτισμό, διατηρώντας πρότυπα ευγένειας, ομορφιάς και πνευματικής σοβαρότητας. Χωρίς αυτή τη σύνδεση με τον κλασικό κόσμο, η τεχνική πρόοδος και η πολιτική ανάπτυξη από μόνες τους δεν μπορούν να αποτρέψουν την πολιτιστική παρακμή.

Ταυτόχρονα, ο Νίτσε παραδέχεται ότι η φιλολογία περιέχει μιαν εσωτερική αντίφαση. Η επιστημονική ανάλυση διασπά τα αρχαία κείμενα σε θραύσματα, συγκρίνει λέξεις και ανασυνθέτει την ιστορία, ενώ ο καλλιτεχνικός θαυμασμός λαχταρά να βιώσει τα έργα ως ζωντανά σύνολα. Ο μελετητής που αναλύει ένα αριστούργημα μπορεί άθελά του να καταστρέψει το ίδιο το θαύμα που τον ενέπνευσε για πρώτη φορά. Αυτή η σύγκρουση δεν μπορεί απλώς να εξαλειφθεί επειδή και οι δύο προσεγγίσεις ανήκουν στον κλάδο. Ο Νίτσε υποστηρίζει ότι η φιλολογία φθάνει στον πραγματικό της σκοπό μόνον όταν η επιστημονική ακρίβεια εξυπηρετεί την εκτίμηση του μεγαλείου και όχι όταν την αντικαθιστά.

Ο Νίτσε στρέφεται στο ομηρικό ζήτημα, παρουσιάζοντάς το ως το πλέον ξεκάθαρο παράδειγμα αυτής της σύγκρουσης. Το πρόβλημα δεν είναι απλώς το αν ο Όμηρος υπήρξε ως ιστορικό άτομο, αλλά το πώς πρέπει η σύγχρονη ακαδημαϊκή έρευνα να προσεγγίσει την προέλευση της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Οι παλαιότερες γενιές αποδέχθηκαν τον Όμηρο χωρίς αμφιβολία, ενώ οι μεταγενέστεροι κριτικοί άρχισαν να διαχωρίζουν τα ποιήματα σε πολλά επίπεδα και … συγγραφείς. Ο Νίτσε δεν απορρίπτει αυτές τις έρευνες, αλλά επιμένει ότι θα πρέπει να γίνουν κατανοητές ως μέρος μιας ευρύτερης αναζήτησης της αλήθειας και όχι ως πράξεις καταστροφής κατά της αρχαίας παράδοσης.

Ανιχνεύει την ιστορία της ομηρικής ακαδημαϊκής έρευνας από τους αρχαίους Έλληνες μέχρι τον Φρήντριχ Άουγκουστ Βολφ, του οποίου το σημαντικότερο έργο ήταν τα «Προλεγόμενα στο Όμηρο» – «Prolegomena ad Homerum» (1795), στο οποίο αμφισβήτησε την παραδοσιακή πεποίθηση ότι ο Όμηρος ήταν ο μοναδικός συγγραφέας της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Οι αρχαίοι μελετητές πίστευαν ότι τα ποιήματα είχαν μεταδοθεί προφορικά πριν γραφτούν, αναγνώριζαν δε ότι οι μεταγενέστεροι εκδότες και τραγουδιστές είχαν τροποποιήσει μέρη τους. Ο Βολφ αναβίωσε αυτά τα ερωτήματα στη σύγχρονη εποχή και έδειξε ότι ακόμη και οι πιο σεβαστές παραδόσεις πρέπει να εξεταστούν κριτικά. Για τον Νίτσε, αυτό αντιπροσώπευε μια σημαντική πρόοδο, επειδή απέδειξε ότι η ιστορία μπορούσε να αμφισβητήσει τις κληρονομημένες πεποιθήσεις χωρίς να εγκαταλείψει τον σεβασμό για τα πολιτιστικά επιτεύγματα του παρελθόντος.

Ο Νίτσε υποστηρίζει ότι το ίδιο το όνομα «Όμηρος» άλλαξε νόημα με την πάροδο του χρόνου. Στην πρώιμη περίοδο, δεν αναφερόταν απαραίτητα σε έναν αναγνωρίσιμο ποιητή, αλλά χρησίμευε ως σύμβολο για ολόκληρη την παράδοση της ηρωικής επικής ποίησης. Μόνον αργότερα, καθώς η ελληνική καλλιτεχνική κρίση γινόταν περισσότερον εκλεπτυσμένη, ο Όμηρος ταυτίστηκε συγκεκριμένα με την Ιλιάδα και την Οδύσσεια και έφτασε τελικά να αντιπροσωπεύει το υπέρτατο μοντέλο ποιητικής τελειότητας. Έτσι, η οικεία εικόνα του Ομήρου δεν είναι απλώς ένα ιστορικό γεγονός, αλλά ένα πολυδιάστατο αποτέλεσμα αιώνων πολιτισμικής ερμηνείας.

Μία από τις κεντρικές ιδέες του Νίτσε είναι ότι η αντίθεση μεταξύ λαϊκής ποίησης και ατομικής ιδιοφυΐας είναι θεμελιωδώς λανθασμένη. Κάθε ποίημα πρέπει να περνάει από το δημιουργικό νου ενός ατόμου, ακόμη και όταν εκφράζει τα συναισθήματα και τις παραδόσεις ενός ολόκληρου λαού. Ομοίως, κανένας μεγάλος ποιητής δεν βρίσκεται έξω από τη ζωή του λαού και του πολιτισμού του. Το άτομο και η κοινότητα δεν μπορούν να διαχωριστούν τόσον έντονα όσο υποδηλώνουν πολλές σύγχρονες (δόλιες ή ελειμματικές) θεωρίες, επειδή η ιδιοφυΐα πηγάζει από τα βαθύτερα ένστικτα ενός λαού, ενώ παράλληλα παραμένει έργο ενός μοναδικού δημιουργού.

Ο Νίτσε επικρίνει τη μοντέρνα πεποίθηση του συρμού ότι οι ανώνυμες μάζες παράγουν τάχα τα σπουδαία έργα, ενώ οι μεμονωμένοι συγγραφείς απλώς τους δίνουν μορφή. Θεωρεί ότι αυτό είναι μια ψευδαίσθηση που γεννάται από την παρεξήγηση και παρερμηνεία της ιστορίας. Ο λαός διαθέτει ένστικτα και παραδόσεις, αλλά η τέχνη απαιτεί πάντα μια δημιουργική προσωπικότητα ικανή να δώσει σε αυτά τα ένστικτα ορατή έκφραση. Η μεγάλη λογοτεχνία επομένως δεν είναι ούτε προϊόν μεμονωμένης ιδιοφυΐας, ούτε παράγωγο ενός απρόσωπου συλλογικού. Αναδύεται όταν ένα εξαιρετικό άτομο γίνεται η φωνή μέσω της οποίας μιλάει ένας πολιτισμός.

Ο Νίτσε είναι εξίσου σκεπτικός απέναντι στις προσπάθειες ανασύνθεσης της προσωπικότητας ενός συγγραφέα συναρμολογώντας θραύσματα βιογραφίας, ιστορικών περιστάσεων και ψυχολογίας. Τέτοιες μέθοδοι μπορεί να εξηγήσουν εξωτερικές επιρροές, αλλά δεν μπορούν να συλλάβουν τη μοναδική δημιουργική δύναμη που ορίζει την γνήσια ιδιοφυΐα. Όταν απομένουν μόνο τα έργα, οι μελετητές συχνά μπερδεύουν τις δικές τους προτιμήσεις με αντικειμενικές δήθεν ανακαλύψεις. Ο Νίτσε προειδοποιεί ότι η αναγωγή του καλλιτεχνικού μεγαλείου σε μηχανιστικές εξηγήσεις του αφαιρεί ακριβώς αυτό που το καθιστά άξιο μελέτης.

Σύμφωνα με τον Νίτσε, η τελειότητα των ομηρικών ποιημάτων δεν πρέπει να αναζητείται στον άψογο σχεδιασμό, αλλά στην εξαιρετική δύναμη των μεμονωμένων σκηνών τους. Η Ιλιάδα δεν μοιάζει με μια τέλεια ενοποιημένη δομή, αλλά με μιαν υπέροχη διακοσμητική αλυσίδα, μια γιρλάντα υφασμένη από αμέτρητες λαμπρές εικόνες. Οι μεταγενέστεροι εκδότες μπορεί να επέβαλαν μεγαλύτερη οργάνωση, ωστόσο αυτό δεν μειώνει το κολοσιαίο καλλιτεχνικό επίτευγμα. Το διαχρονικό μεγαλείο των ποιημάτων έγκειται στη ζωντανή τους δύναμη και όχι στην αφηρημένη δομική συμμετρία τους.

Συνεπώς, ο Νίτσε, καταλήγει σε ένα εντυπωσιακό συμπέρασμα. Πιστεύει στην ύπαρξη ενός μεγάλου ποιητή πίσω από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, αλλά δεν πιστεύει ότι αυτός ο ποιητής αντιστοιχεί στη θρυλική μορφή που παραδοσιακά ονομάζεται Όμηρος. Το ιστορικό όνομα ανήκει στον μύθο και στην πολιτιστική μνήμη, ενώ το καλλιτεχνικό επίτευγμα ανήκει σε έναν εξαιρετικό αλλά τελικά άγνωστο δημιουργό. Ο θρύλος και το έργο δεν πρέπει να συγχέονται, παρόλο που και τα δύο έχουν πλέον γίνει αχώριστα στην ιστορία του Δυτικού πολιτισμού.

Ο Νίτσε υποστηρίζει ότι η φιλολογία αντί να καταστρέφει το παρελθόν το ανανεώνει συνεχώς. Οι προηγούμενες γενιές κληρονόμησαν αόριστες και συχνά κενές έννοιες για την αρχαιότητα. Μέσω της υπομονετικής μελέτης, αυτές οι έννοιες διαλύθηκαν στα θεμελιώδη συστατικά τους, διορθώθηκαν και ξαναχτίστηκαν σε πιο σταθερά θεμέλια. Αυτό που φαίνεται στους στενόκαρδους κριτικούς ως κατεδάφιση, είναι στην πραγματικότητα μία εξαίρετη ανακατασκευή. Τα παλαιά ονόματα παραμένουν, αλλά οι έννοιές τους γίνονται πλουσιότερες και ακριβέστερες, επειδή έχουν δοκιμαστεί αντί να γίνουν τυφλά αποδεκτές.

Ο Νίτσε υπερασπίζεται επίσης τους φιλολόγους ενάντια σε εκείνους που τους κατηγορούν ότι τάχα δεν σέβονται τον αρχαίο πολιτισμό. Τα αριστουργήματα της Ελλάδος δεν επέζησαν απλώς από μόνα τους. Έπρεπε να ανακτηθούν μέσα από γενιές επίπονης εργασίας, κριτικής και ερμηνείας. Η φιλολογία δεν δημιούργησε τον αρχαίο κόσμο, αλλά τον αποκάλυψε και τον αποκατέστησε μετά από αιώνες παραμέλησης. Χωρίς αυτή την υπομονετική εργασία, μεγάλο μέρος της μεγαλύτερης κληρονομιάς της ανθρωπότητας θα είχε παραμείνει θαμμένο κάτω από την ζοφερή άγνοια και την ψυχοπαθητική προκατάληψη.

Ο Νίτσε επιμένει ότι η μελέτη των μεμονωμένων γεγονότων δεν είναι ποτέ αρκετή. Κάθε λεπτομέρεια πρέπει τελικά να γίνει κατανοητή μέσα σε ένα ευρύτερο φιλοσοφικό όραμα, το οποίο δίνει ενότητα και νόημα στη γνώση. Η μελέτη χωρίς φιλοσοφία γίνεται μια ατελείωτη συσσώρευση ασύνδετων παρατηρήσεων, ενώ η φιλοσοφία χωρίς πειθαρχημένη μελέτη χάνει την επαφή με την πραγματικότητα. Τα δύο αυτά στοιχεί πρέπει να παραμείνουν αχώριστα εάν η μάθηση πρόκειται να υπηρετεί τον πολιτισμό και όχι την απλή περιέργεια.

Ο Νίτσε εκφράζει την ελπίδα ότι η φιλολογία θα γίνει και πάλι μια πορεία προς τη σοφία αντί για μια συλλογή τεχνικών ασκήσεων. Ο μελετητής δεν πρέπει να αρκείται στην καταλογογράφηση θραυσμάτων του παρελθόντος, αλλά θα πρέπει να επιδιώκει να αποκαλύψει τις διαχρονικές αλήθειες που περιέχουν αυτά τα θραύσματα. Μόνον όταν η ιστορική γνώση καθοδηγείται από φιλοσοφική διορατικότητα, τότε η φιλολογική έρευνα εκπληρώνει τον ύψιστο σκοπό της, λειτουργώντας όχι απλώς ως επιστήμη μελέτης των αρχαίων κειμένων αλλά ως γέφυρα μεταξύ του μεγαλείου του παρελθόντος, της πνευματικής ζωής του παρόντος και του οράματος ενός αξιοτέρου μέλλοντος !

Γ. Ηλιόπουλος

ΠΗΓΗ

2012, Ethnikismos.net: Συνέντευξη Ν. Μιχαλολιάκου

Ο Αρχηγός της Χρυσής Αυγής μιλάει για το παρελθόν και το μέλλον του Εθνικιστικού Κινήματος, τις δημοσκοπήσεις, τις πολιτικές εξελίξεις και για το πως θα αντιδρούσε αν η κυβέρνηση έθετε εκτός νόμου την Χρυσή Αυγή.

Εάν το 2009 σας έλεγε κάποιος ότι στα επόμενα 2-3 χρόνια η Χ.Α. θα έπαιρνε σε δύο συνεχόμενες εκλογές 7%, μετά από λίγους μήνες θα ήταν δημοσκοπικά στο διπλάσιο ποσοστό και θα είχε προοπτικές να αναδειχθεί ακόμη και αξιωματική αντιπολίτευση στις προσεχείς εκλογές, τι θα του λέγατε; Εννοώ, αν περιμένατε αυτές τις εξελίξεις.

Ν. ΜΙΧΑΛΟΛΙΑΚΟΣ:  Ένα από τα παλαιότερα συνθήματα της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ ήταν το εξής: «ΚΑΝΕΝΑ ΑΥΡΙΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΙΔΙΟ ΜΕ ΤΟ ΣΗΜΕΡΑ – ΔΩΣΕ ΤΗ ΜΑΧΗ ΜΑΖΙ ΜΑΣ ΝΑ ΠΕΤΥΧΟΥΜΕ ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ». Ναι περιμέναμε αυτές τις εξελίξεις, αλλά αγωνιζόμασταν με πλήρη αδιαφορία προς αυτές. Κάναμε αυτό που έπρεπε, χωρίς να μας ενδιαφέρει εάν αυτό είναι αρεστό στους πολλούς.

Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις, όλων των εταιρειών, δείχνουν το κόμμα σας να είναι καθαρά τρίτο, με διαφορά ασφαλείας από το τέταρτο κόμμα και με ποσοστά από 11 μέχρι και 14%. Ποιο είναι το σχόλιό σας;

Ν. ΜΙΧΑΛΟΛΙΑΚΟΣ:  Πριν σας πω το σχόλιό μου θέλω να ενημερώσω και εσάς και το κοινό σας ότι στην πραγματικότητα το ποσοστό της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ είναι υψηλότερο. Αυτό αποδεικνύει ότι βρισκόμαστε στη σωστή κατεύθυνση, ότι ένα σεβαστό μέρος του λαού μας αποδέχεται και ότι είχαν άδικο όσοι μας έλεγαν «να βάλουμε νερό στο κρασί μας». Δεν βάλαμε νερό στο κρασί μας και διπλασιάσαμε την δύναμή μας.

Κυκλοφορεί εντόνως ως φήμη και είναι και εκτίμηση πολιτικών παρατηρητών, ότι μόλις ο ελληνικός λαός θα «αισθανθεί» τα νέα μέτρα, τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής θα εκτοξευτούν και θα περάσετε στη δεύτερη θέση, άρα στις επόμενες εκλογές θα είστε αξιωματική αντιπολίτευση. Τι λέτε γι’ αυτό;

Ν. ΜΙΧΑΛΟΛΙΑΚΟΣ:  Όπως σας είπα και προηγουμένως, η γραμμή μας δεν αλλάζει ό,τι και να λένε οι δημοσκοπήσεις. Ναι, περιμένουμε άνοδο, αφού πιστεύουμε ότι τα νέα μέτρα θα φέρουν σε ακόμη χειρότερη θέση τον Ελληνικό Λαό. Το Μνημόνιο στην οποιαδήποτε έκφρασή του δεν πρόκειται να σώσει το Έθνος.

Η εκλογική άνοδος της Χρυσής Αυγής θα φέρει και «στρογγύλεμα» των θέσεών σας; Δηλαδή, για να πω πιο ωμά, σκέπτεστε να αναθεωρήσετε κάποιες θέσεις σας και να τις κάνετε πιο «εύπεπτες»;

Ν. ΜΙΧΑΛΟΛΙΑΚΟΣ:  Οι θέσεις της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ είναι δεδομένες και δεν αλλάζουν. Ακόμη κι αν αυτό φέρει την δημοσκοπική πτώση του Κινήματός μας. Με απλά λόγια, δεν μας ενδιαφέρουν τα ποσοστά, μας ενδιαφέρει να υπηρετήσουμε αρχές και αξίες.

Θα αντέξει η συγκυβέρνηση ή βλέπετε να γίνονται πρόωρες εκλογές;

Ν. ΜΙΧΑΛΟΛΙΑΚΟΣ:  Με δεδομένο ότι δεν βλέπω ο ΣΥΡΙΖΑ να κάνει ουσιαστική αντιπολίτευση, δεν βλέπω πολύ πιθανό να γίνουν μέσα στο 2013 εκλογές.

Είχαμε συνηθίσει τους πολιτικούς όλων των κομμάτων να επικοινωνούν με το λαό μόνο την περίοδο των εκλογών. Αντίθετα, το κόμμα σας έχει επιλέξει την άμεση επικοινωνία με τον λαό. Βλέπουμε εσάς και τα στελέχη σας να κάνετε περιοδείες, ομιλίες κ.λπ., σε μη προεκλογική περίοδο. Είναι ζήτημα αρχών ή ζήτημα τακτικής;

Ν. ΜΙΧΑΛΟΛΙΑΚΟΣ:  Είναι ζήτημα αρχών, άλλωστε όπως γνωρίζετε είμαστε αποκλεισμένοι από τα ΜΜΕ, τα οποία παραβιάζουν κατάφορα τον νόμο στο θέμα αυτό και με κυνισμό το δηλώνουν.

Ποια είναι τα μηνύματα που παίρνετε από τον ελληνικό λαό;

Ν. ΜΙΧΑΛΟΛΙΑΚΟΣ:  Είναι εξαιρετικά ενθαρρυντικά για τον αγώνα μας! Όμως και εμείς δίνουμε ένα μήνυμα στον Ελληνικό Λαό. Δίνουμε το μήνυμα ότι δυστυχώς γι’ αυτούς μας θυμήθηκαν αργά, ευχόμαστε να μη είναι πολύ αργά …

Σας ευχαριστούμε πολύ για την συνέντευξη. Για το τέλος, ένα μήνυμα για τους αναγνώστες της ιστοσελίδας μας…

Ν. ΜΙΧΑΛΟΛΙΑΚΟΣ:  Η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ προχωρεί αδιαφορώντας για την πολεμική ενός ολόκληρου καθεστώτος. Θα συνεχίσει χωρίς συμβιβασμούς τον αγώνα της αδιαφορώντας για τον βρώμικο πόλεμο του αμαρτωλού και απόλυτα ένοχου για την σημερινή κατάσταση συστήματος.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2026: ΠΡΑΓΜΑΤΙ ΤΟΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 2013 Η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ ΕΙΧΕ ΦΤΑΣΕΙ ΔΗΜΟΣΚΟΠΙΚΑ ΤΟ 18% ΚΑΙ ΑΝΕΒΑΙΝΕ. ΣΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΟΥ 2015 ΤΟ ΠΛΕΟΝ ΠΙΘΑΝΟ ΘΑ ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΓΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΝΔ – ΣΥΡΙΖΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΗ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ. ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΒΛΕΠΑΝ ΝΑ ΕΡΧΕΤΑΙ ΚΑΙ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΣΤΟ ΚΕΡΑΤΣΙΝΙ ΚΤΥΠΗΣΑΝ ΠΑΡΑΝΟΜΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΟΓΑ ΟΛΗ ΤΗΝ ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ.

ΠΗΓΗ: xrisiavgi.com

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΗΣ "ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ"

«Νέα Θέουτα» η Κρήτη: Σχεδόν 650 αφίξεις σε λιγότερο από 3 ημέρες

Αντιμέτωπη με ανθρωπιστική κρίση βρίσκεται η Κρήτη, με τις αφίξεις μεταναστών να διαδέχονται η μία την άλλη και την πίεση στο νησί εν μέσω μάλιστα της τουριστικής σεζόν να εντείνεται με καταιγιστικούς ρυθμούς. Μέσα σε λιγότερο από τρεις ημέρες έχουν καταφτάσει σχεδόν 650 άτομα, την ώρα που ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου Θάνος Πλεύρης επιμένει να πανηγυρίζει για τη δήθεν αποτελεσματικότητα της κυβερνητικής μεταναστευτικής πολιτικής και να εμφανίζει τη μείωση των ροών περίπου ως προσωπικό πολιτικό επίτευγμα.

Μόνο τα ξημερώματα προστέθηκαν άλλοι 134 μετανάστες στον απολογισμό, έπειτα από δύο νέες επιχειρήσεις σε θαλάσσιες περιοχές νότια του νησιού.

Η πρώτη λέμβος εντοπίστηκε σε απόσταση 31 ναυτικών μιλίων νότια της Γαύδου. Σε αυτή επέβαιναν 48 αλλοδαποί, οι οποίοι περισυνελέγησαν, υπό τον συντονισμό του Ενιαίου Κέντρου Συντονισμού Έρευνας και Διάσωσης, από παραπλέον φορτηγό πλοίο με τουρκική σημαία. Οι 48 άνθρωποι μεταφέρθηκαν στη συνέχεια στο λιμάνι της Γαύδου.

Πριν καλά καλά ολοκληρωθεί η πρώτη κινητοποίηση, ακολούθησε δεύτερη. Σε θαλάσσια περιοχή 13,5 ναυτικά μίλια νότια-νοτιοανατολικά της Ιεράπετρας εντοπίστηκε ακόμη μία λέμβος, αυτή τη φορά με 86 αλλοδαπούς. Πλωτό του Λιμενιαφίξεις κού Σώματος ανέλαβε την περισυλλογή τους και τους μετέφερε με ασφάλεια στο λιμάνι της Ιεράπετρας.

Σχεδόν 650 σε λιγότερο από 72 ώρες

Οι δύο νέες «καραβιές» δεν αποτελούν μεμονωμένο επεισόδιο. Έρχονται να προστεθούν στις αλλεπάλληλες αφίξεις των τελευταίων ημερών, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό σε σχεδόν 650 ανθρώπους μέσα σε χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών ημερών.

Η νότια Κρήτη και η Γαύδος βρίσκονται ξανά στην πρώτη γραμμή, με το Λιμενικό, τις τοπικές Αρχές και τις διαθέσιμες υποδομές να καλούνται να διαχειριστούν ένα σχεδόν καθημερινό φαινόμενο. Και κάπου εδώ η εικόνα στο πεδίο αρχίζει να συγκρούεται ευθέως με την κυβερνητική ρητορική. Διότι μπορεί ο Θάνος Πλεύρης να μιλά για μείωση των μεταναστευτικών ροών, όμως στην Κρήτη οι βάρκες δεν έχουν σταματήσει να φτάνουν.

ΠΗΓΗ: www.dimokratia.gr