Περιοδικό «Die Standarte»
Σεπτέμβριος 1925
«Ο όρος
«στρατιώτης του μετώπου» δεν πρέπει να γίνεται αντιληπτός ως η βίωση του εαυτού
ως μαχητή της πρώτης γραμμής, αλλά ως η υιοθέτηση μιας συνειδητής στάσης
απέναντι σε αυτή την εμπειρία· με άλλα λόγια, συνεπάγεται τη διάθεση ενός
συγκεκριμένου χαρακτήρα, τον οποίο καλούμαστε να προσδιορίσουμε λεπτομερώς. Οφείλουμε να κάνουμε μια διάκριση,
καθώς έχουμε να κάνουμε με ένα κίνημα που διακήρυξε ηχηρά την ύπαρξή του. Η
φύση του δεν επιτρέπει την παρουσία «λαθρεπιβατών», γεγονός που το καθιστά
ανώτερο από οποιοδήποτε κόμμα. Η ισχύς ενός κινήματος δεν καθορίζεται από
τον αριθμό των ψήφων, αλλά από την εσωτερική του δύναμη. Οι «λαθρεπιβάτες»
επιβραδύνουν κάθε δράση· φοβούνται τη μάχη, αλλά έλκονται από την επιτυχία. Οι
οπαδοί του «völkisch» το γνώριζαν αυτό στις καλύτερες μέρες τους, και μόλις το
λησμόνησαν, η κρίση εξαπλώθηκε αμέσως στις τάξεις τους.
Η καλύτερη
διαφοροποίηση που μπορεί να επιτύχει ένα κίνημα, με βάση τη σύνθεση και την
ιδεολογία του, έγκειται στη συσπείρωση όλων των πνευματικών και υλικών δυνάμεων
που διαθέτει. Τα ασαφή όρια εγκυμονούν τον κίνδυνο διάλυσης του κινήματος,
ενώ το άλλο άκρο ενδέχεται να οδηγήσει σε μια ανεπιθύμητη απώλεια ισχύος.
Είχαμε ανέκαθεν την τάση για υπερβολικό ατομικισμό, και όποιος αισθάνεται
οικεία στον εθνικιστικό χώρο —και ιδίως στους κόλπους της νεολαίας του— το
γνωρίζει καλά: το πάθος για την ανάδειξη επιμέρους πτυχών οδηγεί σε εντελώς
αδικαιολόγητες διαιρέσεις, βασισμένες σε λόγους καθαρά επιφανειακούς. Σε
γενικές γραμμές, το κύριο ζήτημα που προβάλλεται είναι τι μας χωρίζει και όχι
τι μας ενώνει. Η προσπάθεια ενοποίησης οδηγεί άμεσα σε σύγχυση,
αναποφασιστικότητα, έλλειψη πειθαρχίας, φθόνο προς τον ηγέτη και εσωτερικές
ρήξεις. Όποιος έχει παρευρεθεί σε συγκεντρώσεις του εθνικιστικού χώρου
(völkisch), γνωρίζει καλά όλα αυτά.
Φυσικά,
είναι σημαντικό να επιτευχθεί διαφοροποίηση, αλλά εξίσου σημαντικό είναι να
αφήσουμε επαρκή χώρο και να εξαλείψουμε τις διαιρέσεις εν τη γενέσει τους. Η
διαφοροποίηση σημαίνει επιλογή της βάσης του αγώνα, και αυτή η βάση οφείλει να
είναι ευρεία και στέρεη. Τώρα που δώσαμε έναν ορισμό για τον μαχητή της
πρώτης γραμμής, καθίσταται σαφές ποιος πρέπει και ποιος δεν πρέπει να ενταχθεί
στο κίνημα των μαχητών της πρώτης γραμμής. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι, αν
επιτευχθεί αυτό, το κίνημα θα έχει στη διάθεσή του ένα υλικό σπάνιο στην
ιστορία. Παρ' όλα αυτά, εξακολουθούν να υφίστανται πρακτικά ερωτήματα που
χρήζουν απάντησης.
Καταρχάς,
γίνεται λόγος για την αντίθεση μεταξύ «νέων» και «παλαιών», μια αντίθεση που
συχνά έχει οδηγήσει σε διαμάχες και ακραίες δηλώσεις. Έχουν διατυπωθεί
εκατέρωθεν κατηγορίες περί αλαζονείας, έλλειψης κατανόησης του πνεύματος της
εποχής και ούτω καθεξής. Η αντιπαράθεση νέων και παλαιών στο κίνημα των μαχητών
του μετώπου αποτελεί, πράγματι, έναν ατυχή τρόπο διατύπωσης αυτής της αντίθεσης
— της οποίας η ύπαρξη είναι μάταιο να αμφισβητηθεί. Ωστόσο, έχουμε το δικαίωμα
να μην της δώσουμε σημασία. Η αντίθεση αυτή έχει τις ρίζες της στην περίοδο του
πολέμου και στη δυσπιστία που έτρεφαν πρόσφατα τα μάχιμα τμήματα απέναντι στους
διοικητές των επιτελείων — ή, με άλλα λόγια, απέναντι σε αυτό που οι άνδρες στα
χαρακώματα
αποκαλούσαν
«πράσινη τσόχα». Αυτή η δυσπιστία παραμένει ζωντανή και σήμερα: αρκεί να
θυμηθεί κανείς ότι ο πραγματικός μαχητής χρησιμοποιεί με περηφάνια τη λέξη
«μέτωπο»· είναι, λοιπόν, λογικό να αναρωτηθεί κανείς αν το κίνημα των
στρατιωτών του μετώπου θα μπορούσε να έχει άλλη πηγή πέρα από το ίδιο το
«μέτωπο».
Το ζήτημα
μπορεί να επιλυθεί εύκολα· κάθε λέσχη ευγενών ή ένωση ιδιοκτητών θέτει
συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την ένταξη μελών, επομένως το ίδιο μπορεί να
ισχύσει και για το κίνημα των στρατιωτών του μετώπου. Οφείλουμε, λοιπόν, να
κατανοήσουμε αν η ιδιότητα του διοικητή στρατηγείου είναι ασύμβατη με τον
ορισμό μας για τον στρατιώτη της πρώτης γραμμής. Οι συνήθεις αντιρρήσεις
συνοψίζονται στο επιχείρημα ότι μόνο ο άνδρας της πρώτης γραμμής εκτέθηκε σε
θανάσιμο κίνδυνο, ότι μόνο αυτός προέβη στη μέγιστη θυσία και, κατά συνέπεια,
μόνο αυτός φέρει μέσα του το πνεύμα του Μεγάλου Πολέμου.
Όλα αυτά
είναι αλήθεια. Ένα κίνημα που θεμελιώνεται στην ιδέα της προσωπικής θυσίας έχει
στέρεες βάσεις. Και, φυσικά, η μορφή του μοναχικού στρατιώτη —του άνδρα με το
ατσάλινο κράνος, του άγνωστου στρατιώτη που σήκωνε στους ώμους του ένα
δυσβάσταχτο φορτίο— οφείλει να καταστεί το ιδεώδες, το καθοδηγητικό άστρο του
κινήματος.
Ας μην
αναλωθούμε όμως στις επουσιώδεις λεπτομέρειες. Ο πόλεμος δεν διεξαγόταν στην
επιφάνεια, αλλά στα βαθύτερα στρώματα, και οι στρατοί λειτουργούσαν σαν πεδία
δυνάμεων που έλκουν τους πάντες προς το μέρος τους. Και παρόλο που ο υψηλός
βαθμός εξειδίκευσης —χαρακτηριστικό γνώρισμα των μαχών στην εποχή των μηχανών—
δεν επέτρεπε σε όλους να εκπληρώσουν το καθήκον τους στην πρώτη γραμμή του
μετώπου, αυτό από μόνο του δεν σημαίνει τίποτα. Θα ήταν εξαιρετικά άφρονα να
επιχειρήσει κανείς να μετρήσει με χάρακα και να συγκρίνει το βεληνεκές των
όπλων.
Ένα ακόμη
ζήτημα είναι ότι το κίνημα των στρατιωτών του μετώπου είναι πράγματι ένα κίνημα
νέων ανθρώπων — νέων όχι με την έννοια της ηλικίας, αλλά ως προς τη σύνδεσή
τους με την εποχή τους, την επιθυμία τους να αξιοποιήσουν μεθόδους και να
θέσουν στόχους που αφορούν αποκλειστικά και μόνο τη συγκεκριμένη εποχή. Προφανώς,
τα κριτήρια αυτά δεν χαρακτηρίζουν τόσο εκείνους τους άνδρες που, γεμάτοι
πεποίθηση, επιτέλεσαν το καθήκον τους από την πρώτη κιόλας μέρα του πολέμου,
όσο εκείνους που διαμορφώθηκαν μέσα στα ταραγμένα χρόνια του. Η εμμονή στο
παρελθόν μπροστά στην αυγή μιας νέας εποχής είναι κατανοητή, αλλά αντίκειται
στο πνεύμα του κινήματος. Το να ζει κανείς από το κεφάλαιο του παρελθόντος
αντί να αντλεί δύναμη από την ενέργεια του παρόντος και να πιστεύει στη
μελλοντική εξέλιξη, σημαίνει πως καταδικάζει τον εαυτό του στη ματαιότητα.
Αρκεί να αναλογιστεί κανείς την περίπτωση του Χίντενμπουργκ για να πειστεί ότι
οι πνευματικές συνθήκες που περιγράψαμε δεν εξαρτώνται από τη διάρκεια της ζωής
του ατόμου. Οι τάξεις μας παραμένουν πάντα ανοιχτές για τους ηλικιωμένους που
διατηρούν τη νεανικότητά τους.
Στη
συνέχεια, η ένταξη αξιωματικών είναι υψίστης σημασίας για το κίνημα των
στρατιωτών του μετώπου, οι οποίοι προέρχονται από το «έθνος εν όπλω».
Αξιωματικοί μάχης – εδώ ακριβώς πρέπει το κίνημα να συγκεντρώσει τα πολύτιμα
στελέχη του, εκείνους που διδάχθηκαν από την εμπειρία του μετώπου. Η αποτυχία
των μαζικών κινημάτων, της οποίας όλοι γίναμε μάρτυρες, φαντάζει παράδοξη αν
αναλογιστεί κανείς ότι οι πόροι που διατέθηκαν για αυτά δεν ήταν
ευκαταφρόνητοι. Στην περίπτωση των κομμουνιστών, αυτό εξηγείται από την σχεδόν
ολοκληρωτική απουσία φυσικών ηγετών (κυρίως σε επίπεδο τακτικής παρά
στρατηγικής), οι οποίοι θα είχαν ως αποστολή να διαπλάσουν τις μάζες στο πνεύμα
της ιδέας. Ωστόσο, όταν η ηγεσία αποκόπτεται από τις μάζες ή όταν τα μέλη του
κόμματος —καταρτισμένα μεν ορθολογικά και διαλεκτικά— απλώς προβάλλουν σε αυτές
τα προγράμματά τους, τότε παύει να υφίσταται ζωντανός δεσμός με τους
πραγματικούς ανθρώπους από σάρκα και οστά, καθώς και ζωντανή ηγεσία ικανή να
δώσει στην ιδέα «χέρια» και να την καταστήσει απτή πραγματικότητα.
Το κίνημα
των στρατιωτών του μετώπου απαλλάσσεται από την ανάγκη επίλυσης του
δυσκολότερου εσωτερικού προβλήματος κάθε κινήματος —του προβλήματος της
ανάδειξης μιας γενιάς ηγετών—, καθώς διαθέτει πλήθος ανδρών που έχουν
δοκιμαστεί στη μάχη και είχαν επαρκή χρόνο να εξοικειωθούν με συνθήκες
διαφορετικές από τις στρατιωτικές. Έτσι, διαθέτουμε ένα ακόμη ισχυρό χαρτί για
να υλοποιήσουμε το μεγάλο ιδεώδες του ηγέτη, και ένας πραγματικός άνδρας θα
βρει γρήγορα την αφορμή για δράση.
Οι παλαιοί
αξιωματικοί απέδειξαν την ικανότητά τους να προσαρμόζονται στις συνθήκες και να
θυσιάζονται. Λίγο μετά την καταστροφή, πολλοί από αυτούς έδειξαν προθυμία να
απαρνηθούν κάθε παλαιό προνόμιο και να συμμετάσχουν στις προσπάθειες εθνικής
ανασυγκρότησης φορώντας τη στολή του απλού στρατιώτη. Ένα πραγματικά νέο
πνεύμα κυριαρχούσε μεταξύ των αξιωματικών των Freikorps το 1919· την
ίδια ώρα που οι σοσιαλιστές σε όλη τη χώρα διεξήγαγαν τα πειράματά τους,
εκείνοι εφάρμοζαν έναν πραγματικό σοσιαλισμό, ο οποίος δεν είχε καμία σχέση με
την αναταραχή που επικρατούσε στους δρόμους. Κι αν εκείνοι που
«διορίστηκαν από τον λαό» κατάφεραν να διατηρήσουν τις νέες τους θέσεις και δεν
παρασύρθηκαν από το ίδιο επαναστατικό κύμα που τους είχε φέρει στην κορυφή,
αυτό οφειλόταν αποκλειστικά σε εκείνους τους άνδρες που έβαλαν τέλος στον
μπολσεβικισμό, χωρίς να περιμένουν κανένα αντάλλαγμα.
Αυτό το
νεανικό πνεύμα πρέπει να διατηρηθεί στο κίνημα των στρατιωτών του μετώπου. Ο
αξιωματικός προσφέρει τις υπηρεσίες του στο καθεστώς όχι για να διατηρήσει
παλαιά προνόμια, αλλά για να επιτελέσει το καθήκον του. Αυτό που απομένει
από τον παλαιό στρατό δεν είναι η στολή, αλλά το πνεύμα —όχι οι περιορισμοί,
αλλά οι δεσμοί προέλευσης—, δηλαδή η συνειδητοποίηση ότι, στο πλαίσιο ενός
μεγάλου σώματος, όλοι επιτελούν ένα κοινό έργο. Ωστόσο, οι συνθήκες έχουν
αλλάξει, γεγονός που επιβάλλει την ανάγκη μεταβολής της ίδιας της οργάνωσης.
Σήμερα, το ζητούμενο δεν είναι να λειτουργούν ως εκπρόσωποι του λαού προς τον
έξω κόσμο, αλλά να κερδίσουν πρωτίστως την αναγνώριση του ίδιου του λαού· η
έλλειψη εξωτερικής υποστήριξης πρέπει να αντισταθμιστεί από μια εσωτερική
ενότητα ανώτερης τάξεως. Αυτό αφορά επίσης το —σπάνιο στις μέρες μας—
αίσθημα ισότητας, που έχει τις ρίζες του στο καθήκον και όχι σε δημοκρατικά
συνθήματα.
Οι παλαιοί
αξιωματικοί διατήρησαν σε μεγάλο βαθμό τα σημαντικά χαρακτηριστικά της
πειθαρχίας, της εσωτερικής και εξωτερικής αποφασιστικότητας και της ικανότητας
να καταλαμβάνει κανείς σωστά μία θέση· με μια λέξη, διατήρησαν το ιδιαίτερο
«μέταλλιό» τους. Αλλά ακόμη και εκείνος που δεν είχε φορέσει ποτέ επωμίδες
κατάφερε να βρει τον δρόμο του στη ζωή και να σταθεί όρθιος απέναντι στις
σκληρές οικονομικές μάχες, στο εσωτερικό μιας χώρας που είχε χάσει έναν μεγάλο
πόλεμο. Η κατάσταση άλλαζε επανειλημμένα και πολλοί πρώην αξιωματικοί
εργάζονταν πλέον για τους πρώην υφισταμένους τους. Το ίδιο συνέβη και πέρα
από τον οικονομικό τομέα.
Και αν
κανείς εξέταζε αυτό το ορόσημο, θα έβλεπε ότι υπό αυτές τις νέες συνθήκες οι αξιωματικοί,
ως εν δυνάμει ηγέτες, ενήργησαν άψογα. Βλέπουμε στρατηγούς να συμμετέχουν σε
κινήματα υπό την ηγεσία πρώην λοχαγών, ενώ πυρήνες του μετώπου που είναι
διασκορπισμένοι σε όλη τη χώρα έχουν συχνά ως ηγέτες τους απλούς στρατιώτες.
Και στα έγκατα του volkish κινήματος, εκεί όπου έγινε η πρώτη —έστω και
διστακτική— προσπάθεια να καταστούν οι αρχές της φυλής και του αίματος το
θεμέλιο του κράτους, εμφανίζεται η μορφή του δεκανέα Χίτλερ, ο οποίος
—όπως και ο Μουσολίνι— ενσαρκώνει αναμφίβολα τον νέο τύπο ηγέτη, με
αξιωματικούς και εργάτες να στέκονται ώμο με ώμο κάτω από τα λάβαρά του.
Τότε, το πνεύμα αυτό δεν διέθετε ούτε μορφή ούτε τα μέσα για να
εκφραστεί, αλλά τώρα το πνεύμα του φλογερού εθνικισμού και το πνεύμα του
στρατιώτη του μετώπου έχουν συγχωνευθεί σε ένα. Το άτομο δεν έχει σημασία·
σημασία έχει το έργο, γεγονός που σημαίνει ότι το ζήτημα της ηγεσίας
επιλύεται με τους πιο απλούς και βέβαιους όρους.
Τέλος,
πρέπει να ειπωθούν λίγα λόγια για τη νέα γενιά. Έχουν περάσει επτά χρόνια από
το τέλος του πολέμου και αρκετοί —ίσως και η πλειονότητα— από τους στρατιώτες
του μετώπου έχουν ξεπεράσει το τριακοστό έτος της ηλικίας τους. Το να
βασιζόμαστε αποκλειστικά στους μαχητές του Μεγάλου Πολέμου θα σήμαινε ότι
περιοριζόμαστε σε μία και μοναδική πηγή, η οποία με το πέρασμα του χρόνου θα
εξέλειπε οριστικά. Ωστόσο, το κέντρο βάρους του κινήματος των στρατιωτών του
μετώπου δεν έγκειται στην αναπόληση του παρελθόντος, αλλά στην ελπίδα για το
μέλλον· συνεπώς, οφείλουμε πρωτίστως να προσελκύσουμε τη νεολαία στις τάξεις
μας.
Είχαν
δοκιμαστεί διάφορες μέθοδοι για να προσελκυσθούν οι ομάδες της νεολαίας στα
υφιστάμενα σωματεία, ωστόσο αυτοί η νεολαία μεγαλώνει και απαιτεί να
αντιμετωπίζεται ως ισότιμη. Δεδομένου ότι ο όρος «στρατιώτης του μετώπου»
δεν παραπέμπει απλώς σε ένα συγκεκριμένο άτομο σε έναν δεδομένο τόπο και χρόνο,
αλλά πρωτίστως σε έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, οι ομάδες της νεολαίας θα μπορούσαν
να ενωθούν πολύ οργανικά με την παλιά φρουρά. Δεν έχει κάθε γενιά την ευκαιρία
για ηρωικές πράξεις, αλλά κάθε γενιά οφείλει να διαθέτει την εσωτερική
ετοιμότητα γι' αυτές. Μόνο οι απόγονοί μας μπορούν να ολοκληρώσουν όσα εμείς
δεν προλάβαμε να κάνουμε.
Ο Μεγάλος
Πόλεμος πέρασε στην ιστορία· το πνεύμα του διατηρείται στους καλύτερους
πολεμιστές που τον θυμούνται, και αυτό το πνεύμα δεν πρέπει να σβήσει, ακόμη κι
αν δεν απομείνει κανείς ζωντανός από εκείνους που, έχοντας σταθεί πάνω
ρημαγμένη γη από τη φωτιά των όπλων, συνειδητοποίησαν ότι η τεχνολογία δεν
είναι τίποτα, ενώ η ανθρώπινη θέληση είναι το παν. Νέες δυνάμεις, γεννημένες
μέσα από τα φαινομενικά παράλογα γεγονότα του πολέμου που διαπερνούν την εποχή
μας —εκείνη η αδιαμφισβήτητη νίκη επί του εαυτού, παρά την ήττα στον πόλεμο,
που ίσως είναι σημαντικότερη από κάθε εδαφική επέκταση—, όλα αυτά θα
παραμείνουν στους ανθρώπους για πολλά χρόνια ακόμη.
Ο στρατιώτης
της πρώτης γραμμής, που χρειάστηκε να επωμιστεί τις εξωτερικές δοκιμασίες του
πολέμου, οφείλει να καταλήξει σε εσωτερικά συμπεράσματα, να μετατρέψει τη
μεγάλη του μοίρα σε πηγή δύναμης και να τη μεταδώσει στις νέες γενιές».
ΠΗΓΗ