«Η δημοκρατία είναι το πιο αυταρχικό πολίτευμα, γιατί επιβάλλει στους πάντας τις
ανεξέλεγκτες κι άτυπες παρορμήσεις του όχλου. Μ’ ένα δικτάτορα, κατά κάποιον
τρόπο συζητείς λογικά, γιατί έχει πάντοτε μια δόση λογικής. Με τον όχλο, κάθε συζήτηση αποκλείεται. Μόνον να τον επηρεάσης μπορείς, αν
είσαι δημαγωγός δηλαδή αν μεταχειρισθής επιχειρήματα χαμηλοτάτης ποιότητας, τα μόνα που ο όχλος μπορεί να
κατανοήση. Ένας δικτάτωρ, αν βέβαια δεν είναι κτήνος, έχει κάποια γνώση και
κάποιαν εκτίμηση προς τις προσωπικότητες της χώρας. Ο όχλος τις αγνοεί, κι ούτε παραδέχεται να κυβερνηθή από
ανθρώπους που σκέπτονται.
Η σκέψη για τον όχλο είναι αντιπαθής, ύποπτη κι επικίνδυνη. Εκείνο που τον
επηρεάζει είναι τα ωραία
λόγια κι
η καταφερτζοσύνη. Η δημοκρατία κρατάει πεισματικά στο
περιθώριο τις αξίες, εκτός αν αυτές καμουφλαρισθούν με τα χυδαία προσόντα που θαυμάζει ο όχλος.
Να!
παράδειγμα ο κ. Τασάκος, νέος μεγάλης αξίας, που για να επιτύχει το σκοπό του
διαβουκόλευε άλλοτε τον όχλο με εκδηλώσεις ψεύτικου ενδιαφέροντος. Ο κ. Τασάκος
είναι πολιτικός, μα θα αποτύχη επειδή κάποτε ο όχλος θα
διαισθανθή πως είναι άνθρωπος αξίας και θα τον παραμερίση. Η δημοκρατία
βασίζεται στο θέλημα της πλειοψηφίας. Ποιάς πλειοψηφίας;
Η πλειοψηφία του όχλου δεν δημιουργείται στην τύχη αλλά με βάση ορισμένες
κοινές ομοιότητες των ατόμων που τον αποτελούν, κι οι πιο κοινές, οι πιο
θεμελιώδεις ομοιότητες είναι η βλακεία κι η κακεντρέχεια. Συνεπώς δημοκρατία
είναι το πολίτευμα εκείνο που η πλειοψηφία των ηλιθίων και κακεντρεχών
εκλέγει κυβερνήτες του συνόλου κατ’ εικόνα και ομοίωσή της. Η δημοκρατία δεν
αρκείται να παραμερίση τους νοήμονες κι αγαθούς από τη διαχείρηση των κοινών.
Διαποτισμένη από αβυσσαλέο και φαρμακερό πλέγμα
κατωτερότητας, κάνει το παν για να τους εξουθενώση…».
Το παραπάνω
απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Κίτρινος Φάκελλος» του Μ. Καραγάτση, είναι το πιο αντιδημοκρατικό κείμενο της
νεώτερης Ελληνικής λογοτεχνίας, γραμμένο μάλιστα από έναν
συγγραφέα που τυγχάνει ευρείας αναγνώρισης, πέραν των κλειστών λογοτεχνικών
κύκλων. Θα ήταν αρκετό αυτό το απόσπασμα για να καταλάβουμε την θέση του
Καραγάτση απέναντι στον κοινοβουλευτισμό.
Ένας συγγραφέας που βάζει στο στόμα του ήρωά του αυτά τα λόγια, μόνο δημοκράτης
δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί.
Η πολιτική παίζει ένα
μεγάλο ρόλο στο έργο του Καραγάτση. Χωρίς να έχει γράψει ούτε ένα πολιτικό
έργο, αυτή υπάρχει
παντού. Σ’ όλη την πνευματική του δημιουργία. Από την «Ιστορία
των Ελλήνων» μέχρι το «Μεγαλο Συναξάρι». Ο τρόπος διακυβέρνησης μιας ομάδας ανθρώπων
απασχολεί έντονα τον Καραγάτση. Φιλοσοφικά και πρακτικά. Η δημοκρατία τον
απογοητεύει στην εφαρμογή της και λόγω των μεγάλων κοινωνικών ανισοτήτων αλλά και
λόγω της ανάγκης του για κάθε τι Ελληνικό.
«Τα χρόνια που μαθήτεψε ο Λάσκος στη
Σχολή Δοκίμων, είναι χρόνια δόξας και ντροπής για την Ελλάδα. Χρόνια διχασμού. Το φθοροποιό μικρόβιο της πολιτικής φαρμακώνει όλες τις
ψυχές. Εκεί όμως που κάνει τη μεγαλύτερη ζημιά, είναι στις αυθόρμητες κι αγνές
ακόμη ψυχές των εφήβων, τις έτοιμες να δοθούν σε μιάν ιδέα. Τον καιρό εκείνο,
το Στέμμα πίστευε βέβαιη νίκη των Κεντρικών Δυνάμεων, ενώ η κυβέρνηση Βενιζέλου
πίστευε στο θρίαμβο της Συνεννοήσεως. Έτσι, η σύγκρουση Στέμματος και Κυβέρνησης ήταν μοιραία. Το Στέμμα θέλησε με κάθε τρόπο –
έστω κι αντισυνταγματικό – να εμποδίσει την καταστροφική – κατά την πεποίθησή
του – συμμαχία της Ελλάδας με την Αντάντ. Κι ο Βενιζέλος, παράσυραν μαζί τους
μεγάλες μάζες λαού που φανατίσθηκαν στο έπακρο. Μ’ ένα λόγο, ήταν ο Διχασμός…
Ολ’ αυτά
γίνηκαν σε ημέρες πολέμου. Ημέρες κρίσιμες
για την κρατική κι εθνική επιβίωσή μας. Ο βαθιά διχασμένος
λαός, δεν έβλεπε, μέσα στην κομματική
τύφλωση της στιγμής, τον κίνδυνο που απειλούσε τη φυλή. Το κόμμα να
κερδίσει! Κι η Ελλάδα ας πάει κατά διαβόλου…» (Απόσπασμα από το
«Αίμα Χαμένο και Κερδισμένο»).
Τα λόγια
αυτά λέγονται όχι σε καιρό ειρήνης, αλλά την εποχή που ο Ιμπραήμ έχει αποβιβασθεί στην
Πελοπόννησο. Οι «Μαυροκορδάτοι κι οι Κωλέττηδες» όπως αποκαλεί κοροϊδευτικά όλους τους
πολιτικάντηδες της εποχής ο Καραγάτσης, έχουν φυλακισμένο τον
Κολοκοτρώνη στ’ Ανάπλι. Ο
Μωρηάς είναι στην πραγματικότητα κατεχόμενος από τους Ρουμελιώτες που
πληρωμένοι απ’ τους πολιτικούς με τα χρήματα του Δανείου, χρήματα που ήταν
απαραίτητα για τον Απελευθερωτικό Αγώνα, έχουν φυλακίσει όλους τους
καπεταναίους. Η δημοκρατία δείχνει το πρόσωπό της με την πρώτη
εμφάνισή της στην νεώτερη Ελληνική Ιστορία. Η Διχόνοια κι ο Διχασμός
εμφανίζονται μαζί της και την συντροφεύουν μέχρι σήμερα. Η τετραλογία του
Καραγάτση για το ’21, είναι ένας ύμνος
για τους καπεταναίους και τους αγνούς αγωνιστές και ένα κατηγορώ κατά της δημοκρατίας και των
πολιτικάντηδων.
«Τι είναι αυτοί; είπε ο Χρίστος με
περιφρόνηση. Εμείς πασκίζουμε να κάνουμε την Ελλάδα με το αίμα μας. Κι εκείνοι
να την γκρεμίσουν με το σάλιο τους…». Αυτή είναι η απάντηση νεαρού
καραβοκύρη στον πατέρα του όταν εκείνος τον προτρέπει να γίνει πολιτικός. Αλλά
και σ’ αυτούς που παραβλέποντας τον καταστροφικό
ρόλο της δημοκρατίας και των πολιτικών στην Νεώτερη Ελλάδα,
προσπαθούν να μας πείσουν ότι αυτή είναι καθαρά Ελληνικό δημιούργημα και
συνέχεια της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, ο Καραγάτσης απαντά: «Η Αθηναϊκή Δημοκρατία ήταν η δικτατορία πενήντα χιλιάδων ομοτίμων
πολιτών επί τριών εκατομμυρίων συμμάχων, μετοίκων και δούλων. Επί πενήντα χρόνια έτυχε οι 25.001 από αυτές τις πενήντα
χιλιάδες να είναι άνθρωποι έξυπνοι. Βιολογικό φαινόμενο καταπληχτικό και
ανεπανάληπτο στην ιστορία. Από την στιγμή που οι 25.001 έξυπνοι έγιναν 24.999,
οι 25.001 ηλίθιοι έφεραν στην αρχή τον Κλέωνα, άνθρωπο στα μέτρα τους ακριβώς,
κι η
δημοκρατία ξαναβρήκε τον συνεπή εαυτό της.».
Στην «Ιστορία
των Ελλήνων» η συμπάθειά του για τους τυράννους
και περισσότερο τους Πεισιστρατίδες
είναι εμφανής:
«Απ’ όλα αυτά γίνεται φανερό πως η
τυραννία του Πεισίστρατου και των διαδόχων του ήταν μεγάλη εποχή για την ιστορία της
Αθήνας.
Το πλήθος – που τα αιτήματά του ικανοποιήθηκαν – υποστηρίζει το καθεστώς μ’ όλη του την ψυχή. Αλλά κι οι
πλούσιοι – μολονότι το πλήθος ικανοποιήθηκε εις βάρος τους – δεν
διαμαρτύρονται, επειδή οι ζημιές τους ισοζυγίστηκαν απ’ τη μεγάλη ανάπτυξη του εθνικού πλούτου. Η κυβέρνηση είναι τόσο μαλακή,
δίκαιη και πατρική, ώστε κανείς
δεν νιώθει τον εαυτό του καταπιεζόμενο. Η τάξη, η ασφάλεια, ο πλούτος κι η
ουσιαστική ελευθερία βασιλεύουν στο ιοστεφές άστυ.».
Ας δούμε και
πώς είδε ο Καραγάτσης την πτώση της τυραννίας και την επαναφορά ουσιαστικά την
γέννηση – της δημοκρατίας: «Αυτό
υπήρξε το τέλος της αθηναϊκής τυραννίας (510). Δεν ήταν η θέληση του λαού που την
έριξε
(οι φτωχοί την προτιμούσαν από την ολιγαρχία των πλουτοκρατών), αλλά μερικοί εξόριστοι αριστοκράτες βοηθημένοι από
τις λόγχες των Σπαρτιατών.
Το νέο καθεστώς είναι ολιγαρχικό κι οπωσδήποτε πολύ λιγότερο δημοκρατικό από
την τυραννία των Πεισιστρατειδών. Μα η αριστοτεχνική προπαγάνδα θα δημιουργήση το θρύλο, τον τόσο
αντίθετο από την πραγματικότητα. Προς αυτή την κατεύθυνση θα βοηθήση η προδοσία
του Ιππία, που συμμάχησε με τον Δαρείο και πρόδωσε την πατρίδα του, με
αποτέλεσμα ν’
αδικηθή η τυραννία στη μνήμη του αθηναϊκού λαού και να συνταυτισθεί το γκρέμισμά της
με τη γέννηση της δημοκρατίας. Θα λησμονηθούν τα δύσοσμα ελατήρια της
συνωμοσίας του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα, κι οι δυό ολέθριοι εραστές θ’
ανακηρυχτούν τυραννοκτόνοι, ανιδιοτελή θύματα της δημοκρατικής Ιδέας. Τι
χαριτωμένη παραμόρφωση της Ιστορίας!».
Αυτή την παραμόρφωση της Ιστορίας
την στηλιτεύει παντού ο Καραγάτσης. Είναι από τους λίγους αν όχι ο μοναδικός
που γράφει μετά τον Μεγάλο Πόλεμο, για έννοιες όπως Φυλή, Αίμα, Πόλεμος.
Οι περιγραφές του για την κάθοδο
των Αχαιών στην Ελληνική Χερσόνησο, δείχνουν μια λατρεία στην καθαρή Δύναμη των ξανθομάλληδων
πολεμιστών και περιφρόνηση
για την κακομοιριά των Φοινίκων εμπόρων. Η σημασία και ο ρόλος
της φυλής και του καθαρού
αίματος υπάρχει σε πολλά έργα του Καραγάτση. Οι ερμηνείες που
δίνει στις περισσότερες πράξεις των ανθρώπων έχουν σχέση περισσότερο με την καταγωγή και την καθαρότητα η μη του αίματος,
παρά με τις κοινωνικές συνθήκες. Είναι χαρακτηριστικό ότι για το μυθιστόρημά
του «Βασίλης Λάσκος», κάνει ολόκληρη εισαγωγή για τους Αρβανίτες, θεωρώντας
σπουδαιότερο παράγοντα για την ζωή και τις πράξεις του ήρωά του, το Αρβανίτικο αίμα του.
Οι θέσεις
του αυτές καθρεφτίζονται στο παρακάτω κείμενο, όπου μιλά ο αγαπημένος του
ήρωας, ο Μάνος Τασάκος:
«Πρέπει να ξεκαθαρίσω αν είμαι άνθρωπος
δυνατός ή
αδύνατος.
Στην πρώτη περίπτωση, η αντικειμενική ηθική δεν έχει σημασία για μένα. Οι
δυνατοί, ακολουθώντας την προσταγή του βιολογικού νόμου, αρχηγεύουν στους αδύνατους και τους
εκμεταλλεύονται για την ικανοποίηση κάθε πάθους τους προς δημιουργία ή
απόλαυση. Μην ξεχνάμε πως η απόλαυση είναι στενά συνυφασμένη με τη δημιουργία,
γιατί χωρίς την ψυχική ευφορία που τους προσφέρει, οι δυνατοί δεν θά ‘βρισκαν
το δημιουργικό οίστρο. Ο διαχωρισμός της ανθρωπότητας σε δυνατούς δυνάστες κι αδύνατους δυναστευόμενους αποτελεί πραγματικότητα, απόρροια φυσικής επιταγής αδέκαστης.
Κι η αντικειμενική ηθική είναι φενάκη επιβεβλημένη στους ηλίθιους αδύνατους από
τους νοήμονες δυνατούς, και που επιτρέπει στους πρώτους να δέχωνται παθητικά τη
δυνάστευση των δεύτερων. Ο νιτσεϊκός υπεράνθρωπος έχει το προνόμιο να χαίρεται τη ζωή ανεξέλεγκτα, και να μεταχειρίζεται το κοπάδι των
υπανθρώπων χωρίς οίκτο, για την ικανοποίηση του πάθους του. Κατάντησα οπαδός
του ροζεμπεργείου
Φυρερμπριντσίπ;
Γιατί όχι, αν πιστεύω στην αλήθεια του; Η φύση μ’ έπλασε αρχηγό, και στους
αρχηγούς τα πάντα επιτρέπονται, για το καλό των αρχηγευομένων. Κάθε προσπάθεια
έχει τα μοιραία της θύματα. Μα οι υπόλοιποι θα κερδίσουν οπωσδήποτε από το
αρχηγικό μου επίτευγμα. Πρέπει να παραδεχθώ πως σαν δυνατός κι αρχηγός, οφείλω
να είμαι και amoral, δηλαδή αδιάφορος προς την αντικειμενικήν ηθική, αλλά κι ανελέητος προς τους
αδυνάτους που παραβιάζουν τους κανόνες της. Για όλους τους ανθρώπους δεν
ισχύουν τα ίδια μέτρα και σταθμά, κι η δημιουργία δεν είναι προνόμιο του
καθενός: η δημιουργία που αποβλέπει στην εξύψωση της ολότητας. Το ριζικό μ’
έταξε δημιουργό για το καλό του συνόλου. Αν, για να πετύχω το σκοπό μου, θ’
αναγκασθώ να πατήσω σε μερικά πτώματα, δεν θα διστάσω. Η ζωή είναι πόλεμος, και πόλεμος είναι
η προσπάθεια να επιτευχθή κάποιο ηθικό αποτέλεσμα με μη ηθικά μέσα. Αν πιστεύω σ’ αυτό, κανένας
δισταγμός συμβατικής ηθικής δεν πρέπει να μ’ εμποδίση. Γιατί αλλιώς δεν θα
ήμουν αρχηγός, αλλά ένα νούμερο του τεράστιου, του ευεπηρέαστου και άβουλα κατευθυνόμενου κοπαδιού…».
Μετά από όλα
αυτά νομίζω ότι ήταν περιττή και η αφιέρωσή του: «Στους Έλληνες που δεν εψήφισαν ποτέ».
Αυτοί που δεν εψήφισαν ποτέ, τον είχαν ήδη αναγνωρίσει.
ΠΗΓΗ: xrisiavgi.com