Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026

ΗΠΑ, οι καλύτεροι εχθροί μας

Με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του τέταρτου ειδικού τεύχους του περιοδικού «Éléments», με τίτλο «Οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι Καλύτεροι Εχθροί μας» και αντλώντας υλικό από πενήντα χρόνια αρχείων, ο Alain de Benoist ανατρέχει στην ριζοσπαστική κριτική της λεγόμενης «Νέας Δεξιάς» ενάντια στον αμερικανισμό. Από τα ιδεολογικά θεμέλια, μέχρι την ήπια ισχύ και τη δεύτερη θητεία του Trump, σκιαγραφεί ένα ασυμβίβαστο πορτρέτο της ισχύος, που συνεχίζει να διαμορφώνει – και να απειλεί – την ευρωπαϊκή ταυτότητα. Συνέντευξη στον Xavier Eman, στις 31 Αυγούστου 2026.

ÉLÉMENTS: Σε αυτό το ειδικό τεύχος που ανατρέχει σε πάνω από πενήντα χρόνια ανάλυσης, ποια πιστεύετε ότι είναι η πιο σημαντική σταθερά, στην κριτική του «Éléments» για τον «αμερικανισμό»; Τι έχει παραμείνει σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητο από τη δεκαετία του 1970, παρά τις μετατοπίσεις στην αμερικανική ισχύ;

ALAIN DE BENOIST: Θα έπρεπε μάλλον να αναρωτηθεί κανείς, γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες «σχεδόν δεν έχουν αλλάξει» από την ίδρυση τους, πριν από 250 χρόνια! Στην πραγματικότητα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τη σχεδόν μοναδική περίπτωση μιας δύναμης, που από την ίδρυση της ουσιαστικά δεν έχει σταματήσει ποτέ να αναφέρεται στις ίδιες αρχές (κάτι που εξηγεί τη δυσκολία της να κατανοήσει την ποικιλία ιδεών και δογμάτων που χαρακτηρίζουν τη μακρά ιστορία της Ευρώπης: για τους Αμερικανούς είναι πολύ «εκλεπτυσμένη», πολύ απομακρυσμένη από την πρόχειρη κουλτούρα). Αυτές οι αρχές δεν είναι δικές μας. Αυτό που ήθελαν ήδη οι «Ιδρυτές Πατέρες» της Αμερικής, ήταν μια ριζική ρήξη με μια Ευρώπη της οποίας τις αξίες και τα έθιμα αποδοκίμαζαν. Κληρονόμοι μιας Πουριτανικής και Βιβλικής-Μεσσιανικής παράδοσης, (ΣτΜ, βλέπε περίπτωση Kirk),ήθελαν να χτίσουν μια «πόλη πάνω σε έναν λόφο» στην άλλη πλευρά του ωκεανού, την οποία αντιλαμβανοταν ως μια νέα Ιερουσαλήμ. Για τον Πουριτανό πάστορα John Winthrop, τον δημιουργό αυτής της έκφρασης, η Αμερική έπρεπε ταυτόχρονα να κρατήσει τον εαυτό της μακριά από την Ευρώπη και να αποτελέσει ένα ηθικό και πολιτικό μοντέλο που προοριζόταν να χρησιμεύσει ως παράδειγμα για τον «υπόλοιπο κόσμο». Από εδώ προέρχεται η εναλλαγή μεταξύ του απομονωτισμού (ή «αμερικανικής εξαιρετικότητας») και του παρεμβατισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η κύρια σταθερά της κριτικής του «Éléments» στον αμερικανισμό, ήταν να δείξει πώς η Ευρώπη διαφέρει από τις Ηνωμένες Πολιτείες (ή από τη «Δύση») και, πάνω απ’ όλα, πώς τα ευρωπαϊκά και τα αμερικανικά συμφέροντα είναι (και δεν μπορούν παρά να είναι) αποκλίνοντα.

Από γεωπολιτική άποψη, οι Ηνωμένες Πολιτείες διαδέχτηκαν την Αγγλία στην ενσάρκωση της μεγάλης δύναμης της Θάλασσας, ενώ η ηπειρωτική Ευρώπη αντιστοιχεί, αντίθετα, στη δύναμη της Ξηράς. Πέρα από τα καθαρά γεωγραφικά δεδομένα, αυτή η αντίθεση μεταξύ Θάλασσας και Ξηράς κρύβει και άλλα. Η Θάλασσα, η οποία δεν γνωρίζει σύνορα, βρίσκεται στο πλευρό των ροών, των ανταλλαγών, της «θαλάσσιας» της λογικής του εμπορίου της μεγάλης κλίμακας , του ανθρώπου που είναι αποκομμένος από τις σταθερές του σχέσεις, ενώ η Γη βρίσκεται στο πλευρό των συνόρων, των εδαφών, της πολιτικής, των τελλουρικών αξιών, των ριζωμένων τρόπων ζωής. Η Αμερική είναι το βασίλειο της ποσότητας και του «πάντα του περισσότερου» – το βασίλειο του να έχεις, έναντι της αλήθειας του να είσαι. Έτσι οι Ηνωμένες Πολιτείες, έγιναν ο κεντρικός κόμβος του καπιταλισμού, του φιλελευθερισμού και της ιδεολογίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων – δηλαδή η ατμομηχανή της νεωτερικότητας. Η οικουμενικότητα που τις κατέχει, τις εμποδίζει να αναγνωρίσουν ότι ο κόσμος είναι ένα πολυσύμπαν, ο οποίος αποτελείται από πολιτισμούς και λαούς που δεν έχουν καμία πρόθεση να τις πάρουν ως πρότυπα. Για αυτές ο κόσμος είναι κατανοητός, μόνο όταν έχει αμερικανοποιηθεί. Αυτή η αδυναμία κατανόησης ότι ο «υπόλοιπος κόσμος» δεν σκέφτεται απαραίτητα όπως αυτές, εξηγεί επίσης τις στρατιωτικές τους αποτυχίες: Υπερεκτιμώντας τη σημασία της τεχνολογίας, σε περιόδους πολέμου είναι ανίκανοι να προβλέψουν την επόμενη μέρα, δηλαδή να εργαστούν για μια πολιτική λύση για τα αίτια της σύγκρουσης. Έχουν μια τακτική (στην πραγματικότητα, ένα πρόγραμμα επιθέσεων), αλλά όχι στρατηγική. Το είδαμε ξανά αυτό με την ήττα τους εναντίον του Ιράν.

ÉLÉMENTS: Καταλαβαίνετε τη γοητεία, για να μην πούμε τον ενθουσιασμό, που νιώθει ένα μέρος της γαλλικής «δεξιάς», ειδικά μεταξύ των νέων, για την περιπέτεια του Trump και τις διάφορες ενσαρκώσεις της, από τον τεχνο-Προμηθεϊσμό του Elon Musk μέχρι τον «Σκοτεινό Διαφωτισμό» του Curtis Yarvin;

ALAIN DE BENOIST: Μπορεί κανείς πάντα να «κατανοήσει» αυτό που αποδοκιμάζει, αλλά είναι πιο χρήσιμο να το εξηγήσει. Η έλξη ή ακόμα και ο ενθουσιασμός, που αναφέρετε, μπορεί να εξηγηθεί, κατά τη γνώμη μου, από μια απίστευτη εξάπλωση της άγνοιας η οποία, για γενεαλογικούς λόγους (για τους οποίους δεν ευθύνονται), αποτελεί κυρίαρχο χαρακτηριστικό μεταξύ των περισσότερων σύγχρονων νέων μας. Κολλημένοι στα κινητά τους, μεγαλωμένοι με μόνο με ψεύτικο φαγητό και κοινωνικά δίκτυα – δηλαδή, με αυτό το μείγμα λάσπης και εγωισμού – στερούνται ιδεολογικά σημείων αναφοράς, όπως ακριβώς στερούνται όλο και περισσότερο οι πρεσβύτεροι τους. Τίποτα δεν τους ωθεί πια να μορφώνονται, ειδικά διαβάζοντας σημαντικούς συγγραφείς. Η «δεξιά» ήταν πάντα περισσότερο αντιδραστική παρά στοχαστική. Η νεότητα είναι, άλλωστε (και ευτυχώς) η εποχή του ενθουσιασμού. Ο Donald Trump είναι ένας απλός χαρακτήρας: μαζί του, δεν υπάρχει λόγος να σκέφτεσαι. Elon Musk, Curtis Yarvin, Peter Thiel, ο «Σκοτεινός Διαφωτισμός», η λύτρωση μέσω της ανθρώπινης μηχανής: είναι κάτι καινούργιο, είναι κάτι το διασκεδαστικό, ακολουθούμε αυτή την τάση σαν να ήταν μια μόδα – μια μόδα που θα περάσει. Λιγότερο από δέκα χρόνια πριν, ο Raymond Kurzweil, ένας από τους γκουρού του «μετανθρωπισμού», ανακοίνωσε την εξαφάνιση του θανάτου έως το 2029. Το έχουμε ήδη ξεχάσει.

Ο Musk, ο Yarvin και οι άλλοι, έχουν μια φαντασία διαμορφωμένη από την επιστημονική φαντασία και την κουλτούρα της Marvel. Ονειρεύονται την αιώνια νεότητα και τον αποικισμό πλανητών. Είναι αστείο, αλλά σε κάνει να ονειρεύεσαι. Μερικές φορές μπορεί να έχουν διαισθήσεις που δεν είναι λανθασμένες, αλλά αν τις κοιτάξεις πιο προσεκτικά, το μόνο που προτείνουν είναι να βάλουν τέλος στη δημοκρατία, καθώς βασίζεται στην κυριαρχία του λαού, να εγκαθιδρύσουν μια νέα αντιδραστική απολυταρχία, παρόμοια με μια τεχνολογική μοναρχία, με επικεφαλής έναν βασιλιά-Διευθύνοντα Σύμβουλο, ο οποίος θα καθαγίαζε οριστικά (όπως και μεταξύ των φιλελεύθερων) την εξάλειψη της πολιτικής υπέρ της οικονομίας και του εμπορίου. Γενικότερα, η πρόσφατη επανεμφάνιση στους δεξιούς κύκλους αυτής της παιδικής ασθένειας, που είναι ο δυτικισμός, μου φαίνεται απογοητευτική. Ο Péguy ( ΣτΜ μεγάλος Γάλλος συγγραφέας, ποιητής και δοκιμιογράφος), έλεγε ότι «πρέπει πάντα να βλέπεις αυτό που βλέπεις: το να μην κατανοείς τι διακρίνει βαθιά την Ευρώπη από τη Δύση ισοδυναμεί πραγματικά με το να μην βλέπεις τίποτα». Η Δύση σήμερα είναι ένα παλιό, ξεφούσκωτο μπαλόνι, και μάλιστα μάλλον βρώμικο. Όπως είχα προβλέψει πριν από σαράντα χρόνια, η άνοδος των χωρών αυτού που κάποτε ονομαζόταν «Τρίτος Κόσμος» θα επιταχύνει, ελπίζω, την πτώση της, μια απαραίτητη προϋπόθεση για τη μετάβαση από έναν μονοπολικό Νόμο της Γης, σε μια διεθνή τάξη που βασίζεται στην πολλαπλότητα των λαών και των πολιτισμών. Είμαστε Ευρωπαίοι, σίγουρα όχι Δυτικοί!

ÉLÉMENTS: Γράφετε ότι η άνοδος του Trump στην εξουσία, δεν είναι ένα ένα απλό επεισόδιο, αλλά μια «επανάσταση». Σε ποιο βαθμό αυτή η δεύτερη θητεία επιβεβαιώνει, ή αντιθέτως περιπλέκει, την παραδοσιακή άποψη της «Νέας Δεξιάς» για τις Ηνωμένες Πολιτείες ως τον «καλύτερο εχθρό» της Ευρώπης;

ALAIN DE BENOIST: Η άφιξη του Donald Trump είναι ένα γεγονός, πρώτα και κύρια, επειδή είναι ένας εκρηκτικός και απρόβλεπτος χαρακτήρας. Είναι ένα παρανοϊκό, εγωκεντρικό και κατά καιρούς παραληρηματικό άτομο. Η μόνη του αξία (και αυτό ακριβώς είναι η «επανάσταση») είναι ότι είπε δυνατά, χωρίς δισταγμό, αυτό που οι προκάτοχοί του προσπάθησαν να κρύψουν: Ο Trump δεν κρύβει τις ιμπεριαλιστικές του φιλοδοξίες πίσω από τον συμβατικό λόγο της ανθρωπιστικής ηθικής («ελευθερία και δημοκρατία»), αντίθετα τις διακηρύσσει ανοιχτά. Και επειδή για αυτόν η πολιτική περιορίζεται σε εμπορικές συμφωνίες, συμπεριφέρεται σαν παίκτης του Μονοπωλίου: «τη Λωρίδα της Γάζας, τη Γροιλανδία, τον Καναδά, θα τα πάρω όλα…!». Φυσικά, έχει λάβει και κάποιες (δραστικές) αποφάσεις που μπορούν να εγκριθούν και αντιλαμβάνομαι ότι κάποιοι στη δεξιά πλευρά θα ήθελαν να τις δουν να εφαρμόζονται και σε αυτή την πλευρά του Ατλαντικού. Το πρόβλημα είναι ότι ο Trump μισεί την Ευρώπη και τους Ευρωπαίους και δεν χάνει ποτέ την ευκαιρία να το πει, υποστηρίζοντας πάνω απ’ όλα ότι οι Ευρωπαίοι (είτε είναι ο Macron, ή ο Pedro Sánchez είτε η Meloni) δεν τον υπακούον αρκετά. Ο Trump θέλει να «αποκαταστήσει το μεγαλείο στην Αμερική», δεν έχει τίποτα να κερδίσει από την επιστροφή του μεγαλείου της Ευρώπης. Γι’ αυτό, ακόμα κι αν κάποιος ήθελε να κάνει όπως αυτός, θα έπρεπε να το κάνει εναντίον του.

ÉLÉMENTS: Ο τίτλος «Οι Καλύτεροι Εχθροί μας» θυμίζει τόσο τον στρατιωτικό ιμπεριαλισμό, όσο και την ήπια ισχύ και την πολιτισμική ομογενοποίηση. Ποια αμερικανική μορφή επιρροής πιστεύετε ότι είναι πιο επικίνδυνη για την ευρωπαϊκή ταυτότητα σήμερα: η οικονομική, η στρατιωτική ή η αποικοποίηση του φανταστικού;

ALAIN DE BENOIST: Πιθανώς το τελευταίο, επειδή είναι αυτό που μας κατακλύζει περισσότερο κάθε μέρα. Η στρατιωτική επιρροή μειώνεται (το ΝΑΤΟ ζει τις τελευταίες του στιγμές) και η οικονομική επιρροή δεν είναι αποκλειστικά αμερικανική. Αυτό που είναι πιο εντυπωσιακό σήμερα είναι ότι ο Trump δεν θέλει πλέον να έχει συμμάχους. Οι Ευρωπαίοι το ανακαλύπτουν αυτό με την ίδια απογοήτευση, όπως και οι μοναρχίες του Κόλπου, οι οποίες συνειδητοποιούν ότι οι αμερικανικές βάσεις που έχουν επιτρέψει να εγκατασταθούν στο έδαφός τους τις καθιστούν στόχους, χωρίς να μπορούν να εξασφαλίσουν την παραμικρή προστασία. Αναμφίβολα γνωρίζετε τα λόγια του Henry Kissinger: «Μπορεί να είναι επικίνδυνο να είσαι εχθρός της Αμερικής, αλλά το να είσαι φίλος της είναι μοιραίο». Αυτό ακριβώς το έχουμε δει να συμβαίνει, από το Νότιο Βιετνάμ μέχρι το Αφγανιστάν. Αυτό είναι που μπορεί να ανακαλύψει το Ισραήλ σε λίγα χρόνια. Για πάνω από μισό αιώνα, δεν έχουμε σταματήσει ποτέ να προειδοποιούμε για την «αμερικανική ομπρέλα», την οποία οι Ευρωπαίοι ήλπιζαν, παρά όλα τα στοιχεία, ότι θα τους προστάτευε από τους «κακούς Ρώσους». Σήμερα συνειδητοποιούμε ότι η ομπρέλα τρυπήθηκε και ότι οι Αμερικανοί δεν θα ρισκάρουν ποτέ να θυσιαστούν για να μας σώσουν. Το μόνο που μένει είναι να αποδεχτούμε τις συνέπειες.

ÉLÉMENTS:: Υπό το πρίσμα των εγγράφων που συλλέχθηκαν σε αυτό το τεύχος του «Éléments» και των τρεχουσών αναταραχών, πιστεύετε ακόμη ότι μια πραγματική και ισορροπημένη συμμαχία μεταξύ Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών είναι εφικτή, ή μήπως είναι πλέον απαραίτητο να σκεφτούμε με τους όρους μιας πιο ριζοσπαστικής στρατηγικής και μιας πολιτιστικής αποστασιοποίησης;

ALAIN DE BENOIST:: Η απάντηση προφανώς περιέχεται στην ίδια την ερώτηση. Οποιαδήποτε συμμαχία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, μπορεί μόνο να είναι επιβλαβής για την Ευρώπη. Δεδομένης της τρέχουσας κατάστασης, μια τέτοια συμμαχία είναι πλέον σχεδόν αδύνατη, καθώς ο διατλαντικός δεσμός έχει ήδη διακοπεί (με πρωτοβουλία της Ουάσιγκτον). Άλλωστε σε τι θα μπορούσε να βασίζεται; Οι εικασίες για μια πιθανή συγγένεια καταγωγής, δεν οδηγούν πουθενά: σκεφτείτε απλώς πόσο η ιστορία έχει μετατρέψει τους Γερμανούς και τους Αγγλοσάξονες σε λαούς με αντίθετες νοοτροπίες ( μια αντίθεση που έχει διατυπωθεί από περισσότερους από έναν συγγραφείς, από τον Spengler και τον Schmitt μέχρι τον Sombart), παρόλο που και οι δυο προέρχονται από την ίδια γερμανική ρίζα. Εκτός από τα εμπορεύματά της, η Αμερική μας στέλνει εδώ και δεκαετίες μια νεοφεμινιστική μισανδρία, τη θεωρία του φύλου, τα Gay Pride, την «κουλτούρα ακύρωσης», τις ανοησίες της «αποδόμησης» και ούτω καθεξής. Το καλύτερο για την Αμερική θα ήταν να σταματήσει να προσπαθεί να υπαγορεύει στον κόσμο και να επικεντρωθεί στα δικά της προβλήματα, τα οποία σίγουρα δεν είναι ασήμαντα. Το καλύτερο για την Ευρώπη είναι να εδραιωθεί ως μια αυτόνομη δύναμη, ένα χωνευτήρι του δικού της πολιτισμού και κουλτούρας. Ευρώπη ή χάος.

ΠΗΓΗ

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2026

Μεταναστευτικό: Η κυβέρνηση έχασε το Κλειδί

Εάν τα κρατικά μας σύνορα φυλάσσονταν αποτελεσματικά και η παράνομη είσοδος αποτρεπόταν στο πεδίο, δεν θα χρειάζονταν δομές ούτε όλα τα υπόλοιπα μέτρα που η δημιουργία τους επιφέρει

Του Γιάννη Χ. Κουριαννίδη*

Η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στο Κλειδί του Δήμου Σιντικής (Σιδηρόκαστρο), με τη λειτουργία δομής όπου φιλοξενούνται λαθρομετανάστες, είναι από αυτές που δεν επιτρέπουν πλέον στην Πολιτεία να κρύβεται πίσω από «σχεδιασμούς» και επικοινωνιακές ασκήσεις.

Η εν λόγω δομή λειτουργεί από το 2020, παρά το ότι αρχικώς είχε δημιουργηθεί ως… προσωρινή! Οπως κατήγγειλε πρόσφατα σε ψήφισμά του το δημοτικό συμβούλιο Σιντικής, υποτίθεται πως θα λειτουργούσε για… 30 ημέρες και ως κλειστή δομή. Κλειστή, όμως, τη μετέτρεψε η Πολιτεία μόλις πρόσφατα, έπειτα από πέντε και πλέον χρόνια λειτουργίας της και μάλιστα χωρίς να έχει προηγουμένως εξασφαλίσει τις αναγκαίες συνθήκες για την ομαλή λειτουργία της, τόσο σε εξειδικευμένο προσωπικό όσο και σε υλικοτεχνική υποδομή.

Το αποτέλεσμα ήταν στις 22 και στις 29 Αυγούστου, αλλά και στις 13 Σεπτεμβρίου να σημειωθούν σοβαρά επεισόδια, καταστροφές, πετροπόλεμος εναντίον των αστυνομικών, παραβίαση της περίφραξης και δεκάδες δραπετεύσεις λαθρομεταναστών. Προφανώς και όλα αυτά δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο μιας «διαχείρισης του Μεταναστευτικού», αλλά αποτελούν στην πραγματικότητα τη διαχείριση μιας αποτυχίας.

Όλα αυτά δεν τα πληρώνουν, φυσικά, μόνο οι κάτοικοι της περιοχής που νιώθουν να απειλείται η ασφάλειά τους αλλά και οι αστυνομικοί (που καλούνται να διαχειριστούν καταστάσεις υψηλής επικινδυνότητας χωρίς να έχουν, κατά κανόνα, την κατάλληλη εκπαίδευση γι’ αυτό), οι εργαζόμενοι στη δομή, αλλά και οι ίδιοι οι φιλοξενούμενοι, αφού καταστρέφονται οι υποδομές στις οποίες διαβιούν.

Το δημοτικό συμβούλιο Σιντικής, με μόλις μία αρνητική ψήφο, απαίτησε το οριστικό κλείσιμο της δομής, ενίσχυση των αστυνομικών δυνάμεων με εξειδικευμένο προσωπικό και συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα αποχώρησης. Δύσκολα μπορούμε να σκεφτούμε κάποιο πιο σαφές μήνυμα από μία τοπική κοινωνία!

Υπάρχει, όμως, και ακόμα ένα ζήτημα που ίσως χρήζει και εισαγγελική διερεύνηση. Υπάρχουν καταγγελίες ότι ορισμένοι παράγοντες ΜΚΟ ενθαρρύνουν λαθρομετανάστες να προκαλούν επεισόδια, υποστηρίζοντας ότι ακόμα και η φυλάκισή τους γι’ αυτά μπορεί να λειτουργήσει ως ένας τρόπος παράτασης της παραμονής τους στην Ελλάδα! Αν αυτές οι καταγγελίες ευσταθούν, τότε δεν μιλάμε για μία απλή ανευθυνότητα, αλλά για υπονόμευση της δημόσιας τάξης και για πρακτικές που πρέπει να ελεγχθούν αυστηρότατα.

Το βαθύτερο πρόβλημα, φυσικά, βρίσκεται αλλού. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να συνεχίσει να αντιμετωπίζει τις συνέπειες της ανεπαρκούς μεταναστευτικής πολιτικής της με «μπαλώματα» και ημίμετρα. Δεν μπορεί να μετατρέπει μία ακατάλληλη και ανεπαρκώς προστατευμένη δομή σε «κλειστή» και να θεωρεί ότι… έλυσε το πρόβλημα. Ούτε να ζητεί από την Αστυνομία να καλύπτει με επιχειρησιακό ηρωισμό τα δικά της κενά. Και κυρίως δεν επιτρέπεται να παραβλέπει την ουσία, που είναι ότι η αποτελεσματικότερη δομή είναι εκείνη που δεν χρειάζεται να υπάρχει!

Εάν τα κρατικά μας σύνορα φυλάσσονταν αποτελεσματικά και η παράνομη είσοδος αποτρεπόταν στο πεδίο, δεν θα χρειάζονταν δομές ούτε όλα τα υπόλοιπα μέτρα που η δημιουργία τους επιφέρει (φύλαξη, σπατάλη πόρων και δυνάμεων κ.ά.). Η απαίτηση για ασφάλεια των πολιτών δεν είναι δυνατόν να χαρακτηρίζεται «ξενοφοβία». Και η εφαρμογή του νόμου δεν αποτελεί «ακροδεξιά» πρακτική.

Ούτε φυσικά τα σύνορα της πατρίδας είναι μία διακοσμητική γραμμή στον χάρτη. Το Κλειδί πρέπει να γίνει μάθημα. Αν όμως η κυβέρνηση δεν πάρει το μάθημά της και το αγνοήσει με προσχηματικά ημίμετρα, τότε το επόμενο Κλειδί θα είναι απλώς θέμα χρόνου. Όπως θέμα χρόνου θα είναι και αυτό που απεύχονται οι αστυνομικοί της δομής, κάποιο θύμα, δηλαδή, από τις συνεχείς ταραχές.

*Διευθυντής περιοδικού «Ενδοχώρα»

ΠΗΓΗ: www.dimokratia.gr

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

Ο Ρέμος, ο Μαζωνάκης και ο ελληνικός λαός ως κοινωνικό φαινόμενο

Ζήσαμε το περασμένο Σαββατοκύριακο δύο φαινόμενα που χρήζουν κοινωνικής παρατηρήσεως. Την ίδια ώρα που οι πλατείες, όπου μιλάνε οι πολιτικοί είναι άδειες, στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα ατελείωτα πλήθη αποθέωναν έναν μέτριο λαϊκό τραγουδιστή και πενθούσαν έναν βασανισμένο άνθρωπο που πέθανε αναζητώντας μια ψεύτικη αθανασία σε κομπογιαννίτες. Όλα δείχνουν ότι ο ελληνικός λαός έχει πάρει μια κατηφόρα χωρίς τέλος και ότι αυτό δε μπορεί να αλλάξει εύκολα και σύντομα. Κάποτε οι νέοι είχαν ιδανικά. Σήμερα τρέχουν μέσα στην καταιγίδα για να ακούσουν τον Ρέμο. Μόνο μια μεγάλη κρίση, ακόμη και συμφορά, μπορεί να ξυπνήσει αυτόν τον λαό.

ΠΗΓΗ: xrisiavgi.com

Η Μαρία Δαμανάκη στο Φεστιβάλ του ΚΚΕ

  

 Το παπατζηλίκι έκπαλαι αποτελεί μέγα θεσμό του ανθρώπινου πολιτισμού - Στην Ελλάδα, που πρωτοπορούμε σε όλα, είναι μονόδρομος για πολιτική σταδιοδρομία

Παναγιώτης Λιάκος

Σήμερα που κάνει… πρεμιέρα στη Θεσσαλονίκη η λαϊκή παράστασις «52ο Φεστιβάλ ΚΝΕ – “Οδηγητή”» αξίζει να θυμηθούμε κάτι από τα παλιά. Την παρουσία της Μαρίας Δαμανάκη, πριν από 49 ολόκληρα χρόνια, στο Φεστιβάλ της ΚΝΕ, το 1977.

Παρ’ ολίγον μισός αιώνας, δηλαδή. Αρκετός για να πάρουμε διδάγματα και να πάψει κάποτε να μας εντυπωσιάζει η ευήθεια των ανθρώπων. Κι όταν λέμε ευήθεια, μιλάμε για οριζόντια και κάθετη, διαγώνια και καμπυλωτή. Ευήθεια όλων των τάξεων, των μορφωτικών επιπέδων, των ηλικιών και πάσης φυλετικής – εθνοτικής προελεύσεως.

Άπαντες, κάπου, κάποτε, πιανόμαστε κότσοι και οι πλέον επιτήδειοι βρίσκουν το ακριβές σημείο όπου εδρεύει η προσωπική μας βλακεία. Το ενεργοποιούν για να κονομήσουν, να σταδιοδρομήσουν, να ξεφύγουν από την άχαρη συντροφιά της πενίας και την αφόρητη δεσποτεία της ανάγκης. Να, πώς το λέει, η λαϊκή θυμοσοφία; «Βόηθα με, φτωχέ, να μη σου μοιάσω».

Στην παπάτζειο πεπατημένη βαδίζουν και οι εκλεκτότεροι των πολιτικών μας και κατορθώνουν όντως να τους βοηθήσει ο φτωχός να μην του μοιάσουν. Το ΚΚΕ, που ήθελε να προβάλλει το πολιτικό τεφαρίκι Μαρία Δαμανάκη, έβαλε τον «Ριζοσπάστη» της 18ης Σεπτεμβρίου 1977 να γράψει στη σελίδα 15 (βλ. εικόνα):

 «Για τον αγώνα της ΚΝΕ και της νεολαίας ενάντια στον αμερικανικό τρόπο ζωής για σωστή μόρφωση και ψυχαγωγία μίλησε χθες από μέρους της ΚΝΕ η σ. (σ.σ.: “σ.” σημαίνει “συντρόφισσα”) Μαρία Δαμανάκη, μέλος του Γραφείου του Κ.Σ. Το Φεστιβάλ της ΚΝΕ και του ΟΔΗΓΗΤΗ υπογράμμισε η σ. Δαμανάκη, καθιερωμένο πια σαν ένα μεγάλο πολιτιστικό και πολιτικό γεγονός, είναι μια μαζική απάντηση της ελληνικής νεολαίας στις προσπάθειες της άρχουσας τάξης να την υποτάξει, να την αποπροσανατολίσει, να τη διαβρώσει.

Σήμερα, συνέχισε, η νέα γενιά αντιτίθεται και αντιδρά όλο και πιο μαζικά στον τρόπο ζωής μόρφωσης, ψυχαγωγίας και πολιτισμού που της προσφέρεται γιατί αναγνωρίζει σ’ αυτόν τα σημάδια της βαριάς κι αγιάτρευτης κρίσης του καπιταλιστικού κόσμου. Κι ελκύεται, ιδιαίτερα η εργατική και η εργαζόμενη, από την εικόνα του νέου κόσμου του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού. Από τον κόσμο αυτό, είπε, μας έρχεται ένας νέος τρόπος ζωής, Είναι η ήρεμη, η δημιουργική ζωή του σοσιαλισμού».

Βάλτε τώρα τον νου σας να λογαριάσει πόσα φούμαρα έλεγε στους αφελείς η Δαμανάκη: 1. Οι νέοι αντιδρούσαν στον εξαμερικανισμό και τον καπιταλισμό. 2. Έλκονταν από την εικόνα του «νέου κόσμου του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού». 3. Ο σοσιαλιστικός τρόπος ζωής είναι ήρεμος και δημιουργικός.

Και τα είπε όλα τούτα (μερικοί τα άκουσαν και τα πίστεψαν κιόλας) και λίγες δεκαετίες αργότερα και στο Δ.Σ. του ιδρύματος του πρίγκιπα Αλβέρτου στο Μονακό μπήκε (καμαρώστε την στη φωτό δίπλα στον πρίγκιπα) και στην Κομισιόν της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπήκε και στο ίδρυμα The Nature Conservancy (που ιδρύθηκε στο Άρλινγκτον της Βιρτζίνια των ΗΠΑ) μπήκε… Μαγική πολιτεία η Βιρτζίνια. Αξίζει να την ψαχουλέψετε λίγο.

Τέλος πάντων… Τα ’παμε και πρέπει πάντα να τα ξαναλέμε. Το παπατζηλίκι έκπαλαι αποτελεί μέγα θεσμό του ανθρώπινου πολιτισμού. Στην Ελλάδα, που πρωτοπορούμε, είναι μονόδρομος για πολιτική σταδιοδρομία.

ΠΗΓΗ: www.dimokratia.gr

URANIA: το περιοδικό που έκανε γνωστή την επιστημονική φαντασία στην Ιταλία – Μια ιστορία 74 ετών

  

Η ιστορία του ιταλικού περιοδικού επιστημονικής φαντασίας URANIA ξεκινά το 1952, σε μια εποχή κατά την οποία η επιστημονική φαντασία ήταν ακόμη ελάχιστα γνωστή στην Ιταλία. Για περισσότερες από επτά δεκαετίες, το Urania παρουσίασε στο ιταλικό αναγνωστικό κοινό σημαντικούς συγγραφείς και έργα του είδους, επηρεάζοντας σημαντικά τη διάδοση της επιστημονικής φαντασίας στη χώρα. Στις σελίδες του περιοδικού δημοσιεύτηκαν έργα σημαντικών συγγραφέων, ξεκινώντας από τη Χρυσή Εποχή της ε.φ [*]., μέχρι τις μέρες μας.

Το 1952, ο ιταλικός εκδοτικός οίκος Mondadori κυκλοφόρησε ταυτόχρονα ένα περιοδικό επιστημονικής φαντασίας με σύντομες ιστορίες, με τίτλο Urania Rivista (Urania Περιοδικό) και μια σειρά μυθιστορημάτων με τίτλο I romanzi di Urania (Τα Μυθιστορήματα του Urania), που πήραν το όνομά τους από την Ουρανία, τη μούσα της αστρονομίας. Το περιοδικό Urania Rivista αντλούσε το υλικό του κυρίως από αμερικανικά  περιοδικά της εποχής όπως τα Galaxy Science Fiction, Astounding Science Fiction  κ.λπ. Φιλοξένησε διηγήματα των Ray Bradbury, Fredric Brown, Robert A. Heinlein, Isaac Asimov, Fritz Leiber, Richard Matheson, Murray Leinster, A. E. Van Vogt, John Wyndham, Poul Anderson, L. Ron Hubbard, Theodore Sturgeon, John W. Campbell, Robert Sheckley, Clifford D. Simak κ.α.

Εκτός από διηγήματα, το Urania Rivista, ακολουθώντας το πρότυπο των αμερικανικών περιοδικών επιστημονικής φαντασίας της εποχής, περιείχε στήλες αλληλογραφίας, επιστημονικές εκλαϊκεύσεις, «παράξενα» γεγονότα, παρουσίαση κινηματογραφικών ταινιών ε.φ. κ.λπ.

Οι δύο σειρές κυκλοφορούσαν μια φορά το μήνα. Ωστόσο, το περιοδικό δεν κατάφερε να αποκτήσει επαρκές αναγνωστικό κοινό και σταμάτησε την κυκλοφορία του μετά από μόλις 14 τεύχη, το 1953. Αντίθετα, η εκδοτική σειρά των μυθιστορημάτων, γνώρισε μεγάλη αποδοχή.

Επομένως το Urania παρέμεινε συνδεδεμένο με τα μυθιστορήματα (I romanzi di Urania).

Το πρώτο βιβλίο της σειράς, που κυκλοφόρησε στα περίπτερα της Ιταλίας στις 10 Οκτωβρίου 1952, ήταν το Le sabbie di Marte (Οι Άμμοι του Άρη) του Βρετανού συγγραφέα Arthur C. Clarke. Η έκδοση αυτή αποτέλεσε την αφετηρία μιας εκδοτικής πορείας που θα διαρκούσε περισσότερο από επτά δεκαετίες.

Η σειρά «I romanzi di Urania» εκδιδόταν αρχικά κάθε δέκα ημέρες. Στη συνέχεια, για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, έγινε εβδομαδιαία (1955–1956) και ακολούθως κυκλοφορούσε ανά δεκαπενθήμερο, μέχρι που το 1957 πήρε το απλό όνομα URANIA. Παρέμεινε μια δεκαπενθήμερη έκδοση μέχρι το τεύχος 766 (1979), όταν επανήλθε ξανά σε εβδομαδιαία, με μηνιαία κυκλοφορία σχεδόν 100.000 αντιτύπων. Επέστρεψε και πάλι σε δεκαπενθήμερη έκδοση με το τεύχος 896 (1981) μέχρι το 2004, που έγινε και παρέμεινε μηνιαία έκδοση.

Βασικό πρόσωπο της δημιουργίας της σειράς ήταν ο Giorgio Monicelli (1910-1968), εκδότης, μεταφραστής και επιμελητής, ο οποίος συνδέεται επίσης με την καθιέρωση του ιταλικού όρου fanta-scienza (φαντα-επιστήμη) που εξελίχθηκε στο «fantascienza», ως απόδοση του «science fiction» (επιστημονική φαντασία)

Ο Monicelli παρέμεινε στην αρχισυνταξία του Urania από το 1952 έως το 1961 και αποχώρησε λόγω διαφωνιών με τον θείο του Arnoldo Mondadori, αλλά και λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε. Η σειρά παρέμεινε για ένα μικρό χρονικό διάστημα υπό τη διεύθυνση της Andreina Negretti, μέχρι την άφιξη των Carlo Fruttero και Franco Lucentini, οι οποίοι ανέλαβαν την επιμέλεια του περιοδικού από το 1964 και για περισσότερα από 20 χρόνια. Αρχικά, τη διεύθυνση της σειράς ανέλαβε ο Carlo Fruttero, ενώ στη συνέχεια συνεργάστηκε μαζί του ο Franco Lucentini. Η μακροχρόνια συνεργασία τους αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες περιόδους στην ιστορία του Urania. Οι Fruttero και Lucentini ήταν αυτοί που έφεραν τo Urania στα ύψη της δημοτικότητας. Η επιλογή των έργων και ο τρόπος παρουσίασής τους από τους δύο επιμελητές συνέβαλαν στη διαμόρφωση της εικόνας που απέκτησε η επιστημονική φαντασία στην Ιταλία. Όπως είχε πει ο μετέπειτα διευθυντής του περιοδικού, Giuseppe Lippi «Το όραμα των Fruttero & Lucentini ήταν αυτό της εκλεπτυσμένης, λαμπρής ψυχαγωγίας, με γενναιόδωρες παραχωρήσεις στην περιπέτεια και το μυστήριο».

Ωστόσο, η περίοδος αυτή έχει αποτελέσει αντικείμενο κριτικής από μελετητές και αναγνώστες, κυρίως σχετικά με τις μεταφράσεις, τις περικοπές και τις εκδοτικές παρεμβάσεις σε ορισμένα έργα. Η διαχείρισή των Fruttero και Lucentini παρέμεινε αμφιλεγόμενη λόγω των πολυάριθμων αυθαίρετων επιλογών των έργων που δημοσιευόταν στο περιοδικό, αλλά και λόγω του αποκλεισμού σημαντικών συγγραφέων και έργων του είδους υπέρ άλλων που θεωρούνταν πιο εμπορεύσιμα. Πολλές μεταφράσεις κρίθηκαν ότι δεν ήταν πάντα στο ύψος των περιστάσεων ενώ υπήρξαν και αντιδράσεις για την άσκηση λογοκρισίας σε αρκετά από τα έργα που δημοσιεύτηκαν ώστε το περιεχόμενό τους να προσαρμοσθεί στην ηθική της εποχής. Σε πολλά έργα έγιναν περικοπές, ώστε το κείμενο να μην ξεπερνά τον περίπου σταθερό αριθμό σελίδων που έπρεπε να έχει κάθε τόμος. Υπήρξαν αρκετές εντυπωσιακές περιπτώσεις, όπως το “L'occhio nel cielo” ("Το Μάτι στον Ουρανό") του Φίλιπ Κ. Ντικ, το οποίο μειώθηκε κατά το ένα τρίτο, ή το μυθιστόρημα του Κλίφορντ Ντ. Σίμακ “Anni senza fine” ("Χρόνια Χωρίς Τέλος"), το οποίο μειώθηκε περίπου κατά το ήμισυ. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο ίδιος ο Λουτσεντίνι έφτασε στο σημείο να ξαναγράψει το φινάλε ορισμένων έργων, όπως π.χ. αυτό της ιστορίας “Il piccolo assassino” ("Ο Μικρός Δολοφόνος") του Ρέι Μπράντμπερι ή το μυθιστόρημα “Il Sole Nudo” ("Ο Γυμνός Ήλιος") του Ισαάκ Ασίμοφ.

Επίσης, για το διάσημο δίδυμο, η ιταλική ή η ευρωπαϊκή επιστημονική φαντασία αποτελούσε ταμπού: στα είκοσι τρία χρόνια που διαχειρίζονταν τη σειρά, δημοσίευσαν μόνο έναν Ιταλό συγγραφέα (Aldo Palazzeschi, με το διήγημα «Το Μαύρο Σημείο») και έναν Γάλλο, τον Jacques Spitz».

Το 1985, αμέσως μετά το χιλιοστό τεύχος, τη διεύθυνση της σειράς ανέλαβε ο Gianni Montanari, ο οποίος προώθησε νέους συγγραφείς και εισήγαγε το «Βραβείο Urania», το οποίο επέτρεψε την έκδοση έργων Ιταλών συγγραφέων ε.φ., μετά από σχεδόν 30 χρόνια αποκλειστικά ξένων συγγραφέων, κυρίως Αμερικανών. Από το 1990 και μέχρι τον θάνατό του το 2018, η σειρά επιμελήθηκε ο Giuseppe Lippi, ο οποίος βοήθησε στην επιδίωξη αλλαγών στις συντακτικές οδηγίες, καθώς και στην πλήρη αναδημοσίευση πολλών από τους ημιτελείς τόμους που είχαν επιμεληθεί οι Fruttero και Lucentini.

Ο Franco Forte είναι ο σημερινός διευθυντής των εκδοτικών σειρών της Mondadori, στις οποίες περιλαμβάνεται και το Urania.

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία του Urania είναι τα εξώφυλλά του. Πολλά από αυτά παρουσίαζαν εντυπωσιακές εικόνες με διαστημόπλοια, εξωγήινα όντα, αφιλόξενους πλανήτες, ρομπότ, φανταστικούς κόσμους κ.λπ. Οι εικόνες αυτές έγιναν σημαντικό κομμάτι της ταυτότητας του Urania. Ακόμη και σήμερα, πολλά παλιά εξώφυλλα θεωρούνται χαρακτηριστικά παραδείγματα της αισθητικής της επιστημονικής φαντασίας του 20ού αιώνα.

Αρχικά την εικονογράφηση των εξωφύλλων ανέλαβαν οι Kurt Caesar, Carlo Jacono και Luigi Garonzi,

Ο Kurt Caesar (πραγματικό όνομα Kurt Kaiser,1906-1974), Γερμανός καλλιτέχνης που εργάστηκε στην Ιταλία, δημιούργησε εντυπωσιακές εικόνες για το περιοδικό: αστροναύτες, εξωγήινους κόσμους, τεράστια διαστημόπλοια, παράξενα τέρατα και φουτουριστικές πόλεις. Ο Caesar υπήρξε ο δημιουργός περισσότερων από 200 πολύχρωμων εξώφυλλων του περιοδικού.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, η εικονογράφηση των εξώφυλλων του περιοδικού ανατέθηκε στον Karel Thole (1914-2000), έναν Ολλανδό καλλιτέχνη, που είχε μετακομίσει με την οικογένειά του στο Μιλάνο στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Η σουρεαλιστική, σκοτεινή αισθητική του Karel Thole, έδωσε στο Urania μια εντελώς ξεχωριστή οπτική ταυτότητα για περισσότερο από 20 χρόνια.

Το 1996, η σειρά άλλαξε εντελώς τον γραφιστικό σχεδιασμό και τη μορφή της. Τα εξώφυλλα δεν σχεδιάζονταν πλέον από έναν μόνο εικονογράφο, αλλά από διάφορους καλλιτέχνες, όπως ο Maurizio Manzieri (μέχρι το 1999), ο Massimo Resostolato, ο Jacopo Bruno (μέχρι το 2000). Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, συνέβαλαν επίσης καλλιτέχνες όπως οι Cesare Croce, Pierluigi Longo, Paolo Barbieri, Ferenc Pinter, Vincente Segrelles, Oscar Chiconi, Marco Patrito και Franco Brambilla.

Με την πάροδο των ετών, το Urania έχει λανσάρει πολυάριθμες «θυγατρικές» σειρές: παράλληλες σειρές που εξερευνούν άλλες μορφές έκφρασης του Φανταστικού, όπως κόμικς ή μυθιστορήματα Fantasy, Horror, best sellers, κ.λπ. Άλλες σειρές, ωστόσο, απλώς ανατύπωσαν διάσημα μυθιστορήματα που είχαν κυκλοφορήσει χρόνια νωρίτερα και θεωρούνταν κλασικά.

Μεταξύ των «θυγατρικών σειρών ήταν οι ακόλουθες: I Capolavori di Urania (7 τεύχη, από το 1963 έως το 1964), Urania Millemondi (από το 1971 και μετά), ) Urania Doc Savage (18 τεύχη, από το 1974 έως το 1975),  I Classici di Urania (309 τεύχη, από το 1977 έως το 2002), Biblioteca di Urania (12 τεύχη, από τον Μάρτιο του 1978 έως τον Ιούνιο του 1983), Urania Blu (4 τεύχη, από τον Απρίλιο του 1984 έως τον Απρίλιο του 1985), Urania Fantasy (1η σειρά με 79 κανονικά τεύχη και 5 ειδικά τεύχη, από τον Ιούνιο του 1988 έως τον Νοέμβριο του 1995˙ 2η σειρά με 11 τεύχη, από τον Αύγουστο του 2001 έως τον Οκτώβριο του 2008), Urania Argento (14 (τεύχη, από τον Μάρτιο 1995 έως τον Φεβρουάριο 1996), Urania Speciali (από το 1998), Urania Jumbo (από τον Ιούλιο του 2013), Urania Fumetti (3 τεύχη, το 2000), Urania Resident Evil (6 τεύχη, από το 2001 έως το 2002), Urania Collezione (από το 2003 και μετά), Urania - Le grandi saghe (10 τεύχη, από τις 10 Ιουλίου 2006 έως το 2009), Urania - Le grandi saghe fantasy (από τις 10 Ιουλίου 2007), I Libri di Urania (34 τεύχη, από τον Δεκέμβριο του 1992 έως τον Μάιο του 1996), Urania Horror (13 τεύχη, από τον Ιούλιο του 2008 έως τον Αύγουστο του 2017), Epix (15 τεύχη, από τον Ιούνιο του 2009 έως τον Ιούνιο του 2010).

Το περιοδικό Urania είναι μία από τις μακροβιότερες εκδοτικές σειρές επιστημονικής φαντασίας στον κόσμο. H συμβολή του στη διάδοση της λογοτεχνίας επιστημονικής φαντασίας στην Ιταλία είναι τεράστια. Μέσα από τα βιβλία του, οι αναγνώστες γνώρισαν διάσημους συγγραφείς ε.φ. και ταξίδεψαν σε φανταστικούς κόσμους, στο απέραντο διάστημα και στο μέλλον της Ανθρωπότητας. Για πολλές δεκαετίες αποτέλεσε βασικό μέσο γνωριμίας του ιταλικού αναγνωστικού κοινού με τη διεθνή λογοτεχνία του είδους και συνέβαλε στη διαμόρφωση μιας ιδιαίτερης παράδοσης γύρω από την επιστημονική φαντασία στην Ιταλία. Παρά τις σημαντικές αλλαγές στον χώρο των εκδόσεων, την ανάπτυξη του διαδικτύου και την εμφάνιση των ηλεκτρονικών βιβλίων, το Urania εξακολουθεί να αποτελεί ενεργή εκδοτική σειρά. Η μακροβιότητα του Urania είναι ιδιαίτερα σημαντική αν ληφθεί υπόψη ότι η επιστημονική φαντασία πέρασε από πολλές διαφορετικές φάσεις κατά τη διάρκεια του 20ού και του 21ου αιώνα. Από τις ιστορίες με περιπέτειες στο αχανές διάστημα και τους εξωγήινους πολιτισμούς, το είδος στράφηκε σταδιακά και σε ζητήματα όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η περιβαλλοντική κρίση, οι κοινωνικές αλλαγές και οι συνέπειες της τεχνολογικής ανάπτυξης.

Ο Giuseppe Lippi, επί μακρόν επιμελητής της σειράς, είχε χαρακτηρίσει το Urania «μηχανή του χρόνου που δεν σταμάτησε ποτέ!».

[*] Η Χρυσή Εποχή της επιστημονικής φαντασίας (Golden Age of Science Fiction) αναφέρεται στην περίοδο από τα τέλη της δεκαετίας του 1930 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1950 περίπου. Η περίοδος αυτή θεωρείται καθοριστική επειδή η επιστημονική φαντασία ωρίμασε ως λογοτεχνικό είδος και απέκτησε μεγάλο αναγνωστικό κοινό.

Στα μυθιστορήματα και διηγήματα της περιόδου αυτής βασικά στοιχεία αποτελούν τα ρομπότ, η τεχνητή νοημοσύνη, τα διαστημόπλοια, οι διαστημικές περιπέτειες, οι μελλοντικές κοινωνίες, οι εξωγήινοι, τα παράλληλα σύμπαντα, τα ταξίδια στο χρόνο κ.λπ.. Σε πολλά απ’ αυτά αντικατοπτρίζονται τόσο η ανάγκη φυγής του ανθρώπου σε φανταστικούς κόσμους, όσο και ο φόβος του για την ανεξέλεγκτη πορεία της ανθρωπότητας προς ένα καταστροφικό μέλλον. Παράλληλα, στη Χρυσή Εποχή αρχίζει να αναπτύσσεται η "σκληρή" επιστημονική φαντασία, η αποκαλυπτική και μετα-αποκαλυπτική ε.φ., οι πολιτικές και κοινωνικές διαστάσεις της ε.φ. Στους συγγραφείς της Χρυσής Εποχής αναγνωρίζουμε εντυπωσιακή ευρηματικότητα, πρωτότυπες ιδέες καθώς και τους μύθους και τα σύμβολα που αποτελούν τη βάση της σύγχρονης ε.φ. Μεταξύ των σημαντικότερων συγγραφέων αυτής της περιόδου ήταν οι Robert A. Heinlein, Theodore Sturgeon, Isaac Asimov, John W. Campbell, Arthur C. Clarke, A. E. Van Vogt, Ray Bradbury, κ.α.

Βιβλιογραφία

Luigi Cozzi (2006): La storia di “Urania” e della fantascienza in Italia. L'era di Giorgio Monicelli, Vol. 1, Profondo Rosso

Luigi Cozzi (2008): La storia di “Urania” e della fantascienza in Italia. Giorgio Monicelli - Il Vagabondo dello Spazio, Vol. 2, Profondo Rosso

Luigi Cozzi (2009): La storia di “Urania” e della fantascienza in Italia. I pionieri dell'infinito, Vol. 3, Profondo Rosso

Luigi Cozzi (2010): La storia di “Urania” e della fantascienza in Italia. I fabbricanti di universi, Vol. 4, Profondo Rosso

Παύλος Γκάσταρης