Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

Το Σύστημα για τη Δολοφονία Λαών

Το 1981, ο Guillaume Faye στο στο πλέον διάσημο έργο του «Το Σύστημα για τη Δολοφονία Λαών», έγραψε προφητικά λόγια σχετικά με την προέλευση της «παγκοσμιοποιητικής τάξης» στην οποία βρισκόμαστε σήμερα. Αυτή η σύνθετη δομή, όχι μόνο υπερεθνική αλλά και υπερηπειρωτική, είναι μια τεράστια, παγκόσμια επιχείρηση μαζικοποίησης, που μέσω της δικτατορίας της τεχνολογίας, της οικονομίας και της θρησκείας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, έχει αδειάσει τους λαούς από την ουσία τους και απειλεί με εξαφάνιση την εθνοπολιτισμική και εθνική πραγματικότητα της Ευρώπης. Πάμε όμως να διαβάσουμε τα ενδιαφέροντα και προφητικά αυτά κείμενα, από τον Γάλλο φιλόσοφο και στοχαστή. Θα ακολουθήσει και ακόμη ένα κείμενο την επόμενη φορά, για καλύτερη μελέτη και κατανόηση. Καλή ανάγνωση:

……………………………………………………………………….

Οι ιδρυτές του φιλελευθερισμού και της δημοκρατικής ιδεολογίας δεν είναι αθώοι. Σε αυτούς πρέπει να απευθυνθούμε για να εντοπίσουμε τις προϋποθέσεις μιας παγκοσμιοποιημένης τάξης των πραγμάτων. Η κόλαση είναι στρωμένη με καλές προθέσεις και η καταστολή που ασκεί το Σύστημα είναι στρωμένη με ανθρωπιστικές έννοιες. «Οι φιλελεύθερες έννοιες», σημείωσε ο Carl Schmitt, «τείνουν να εκμηδενίζουν το πολιτικό και να μετατρέπουν το κράτος σε κοινωνία». «Κοινωνία», δηλαδή κάτι το χωρίς ιστορία, χωρίς ρίζες, ένα οικονομιστικό και ανώνυμο σύμπαν μέσα στο οποίο οι αφηρημένες, οι συμβατικές και οι υπολογιστικές σχέσεις, αντικαθιστούν τους ζωντανούς, συναισθηματικούς, ιστορικούς και πολιτικούς δεσμούς που διαμορφώνουν τους λαούς.

Ο Benjamin Constant, ένας φιλελεύθερος ιδεολόγος, περιέγραψε το όνειρο μιας κοινωνίας σε μια πλανητική κλίμακα, ήδη από το 1814: «Έχουμε φτάσει στην εποχή του εμπορίου, μια εποχή που πρέπει απαραίτητα να αντικαταστήσει αυτήν του πολέμου». Για αυτόν τον συγγραφέα, ο «πολιτισμένος υπολογισμός» κλήθηκε να διαδεχθεί την εποχή της «άγριας παρόρμησης». Την ίδια ιδέα βρίσκουμε στον Adam Smith, τον Βολταίρο και τον Thomas Paine: Ότι είναι ιστορικό, πολιτικό, ριζωμένο, κυρίαρχο, αυτοκρατορικό, λαϊκό πιστεύεται ότι εγκυμονεί ανήθικους κινδύνους του πολέμου. Το αντίδοτο στις ρίζες, την πολιτική και την ιδέα της κυριαρχίας είναι το εμπόριο. Η ηθική δικαιολόγηση για τον μερκαντιλισμό που ενσαρκώνεται σήμερα στο δυτικό σύστημα, είναι η απόρριψη της βίας. Ο Carl Schmitt αντιλήφθηκε αυτή την αμφιθυμία μεταξύ του οικονομισμού και του ειρηνισμού, όταν ανακάλυψε στην φιλελεύθερη ιδεολογία «μια συναισθηματική απόρριψη της πολιτικής και του κράτους, του οποίου η ευγλωττία ξεδιπλώνεται ανάμεσα στους πόλους της ηθικής και της οικονομίας».

Ο μαρξισμός επανενώνεται με τον φιλελευθερισμό σε αυτή την επιθυμία να οικοδομήσει ένα ειρηνικό, ένα αποεθνικοποιημένο, ένα αποπολιτικοποιημένο σύμπαν, χωρίς ιστορικούς λαούς. Η επαναστατική ιστορικότητα νοείται εδώ απλώς ως μια παρένθεση, ως ένα μέσο για την υλοποίηση της παγκόσμιας κοινωνίας της συλλογικής ευτυχίας. Μήπως ο Marx δεν μιλούσε, στον τρίτο τόμο του “Κεφαλαίου”, για την τελική υλοποίηση, μόλις ολοκληρωθεί η παγκόσμια επανάσταση, μιας «παγκόσμιας κοινωνίας λογιστών»; Ακόμα κι αν ο μαρξισμός αργότερα παγιδεύτηκε από τον εθνικισμό, τον οποίο πίστευε ότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει προσωρινά, οι προϋποθέσεις του συμφωνούν με εκείνες του φιλελευθερισμού: την εγκαθίδρυση μιας ενιαίας κοινωνίας πάνω από όλους τους λαούς, ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο από αυτήν που βλέπουμε να σφυρηλατείται σήμερα. Υπό αυτή την έννοια, ο φιλελευθερισμός φαίνεται πολύ πιο «επιτυχημένος», πιο «επαναστατικός» από τον Μαρξισμό. Το εγχείρημά του υλοποιείται.

Η προλεταριακή διεθνής αποτυγχάνει: οδηγεί στον εθνικισμό και παγιδεύεται στα ίδια της τα «μέσα», αφού αντίθετα με ότι πίστευε ο Lenin, τα μέσα δεν δικαιολογούν τον σκοπό, αλλά τον χωνεύουν. Η διεθνής «καπιταλιστική» από την άλλη πλευρά, είναι επιτυχημένη. Ακριβώς η φιλελεύθερη ιδεολογία, που προηγείται του μαρξισμού, καλλιέργησε το ιδανικό μιας παγκόσμιας κοινωνίας που διέπεται από τις ανησυχίες των οικονομολόγων, με στόχο την κατάργηση των πολιτικών και πνευματικών διαφορών μεταξύ των λαών. Ομοίως, η φιλελεύθερη ιδεολογία είναι αυτή που ηγείται αυτού που ο Franz Oppenheimer ήλπιζε με όλη του τη δύναμη: «την εξάλειψη του Κράτους», η οποία πραγματώνεται σήμερα με την απαλλοτρίωση που διενεργείται από διεθνείς ή «εγχώριες» γραφειοκρατίες, εναντίον κυρίαρχων κυβερνήσεων. Ο Schmitt είχε δει ξεκάθαρα, ότι για τον φιλελευθερισμό, «η κοινωνία, η σφαίρα της ειρηνικής δικαιοσύνης, είναι απείρως υψηλότερη από το Κράτος, υποβαθμισμένη σε ζώνες της ανηθικότητας και της βίας». Πράγματι, ξεκινώντας από τον δέκατο όγδοο αιώνα, το κοινωνικοοικονομικό μοντέλο φάνηκε προτιμότερο από τις πολιτικές κοινότητες: οι εμπορικοί και συμβατικοί δεσμοί θεωρούνταν πιο ανθρώπινοι και λιγότερο «δεσποτικοί» από τις σχέσεις που βασίζονταν στο αίμα, το έδαφος ή την ιστορία. Όσο για τις φιλοσοφικές ρίζες της αποπολιτισμικής ερμηνείας του κόσμου, αυτές πρέπει να αναζητηθούν στην ορθολογιστική παράδοση, που εμπνέει τις κυρίαρχες πολιτικές ιδεολογίες. Οι Cartesio, Hobbes, Locke και Leibniz παρουσιάζουν μια μηχανιστική σκέψη, βασισμένη στη φυσική και τη γεωμετρία, με την οποία είναι σε μεγάλο βαθμό διαποτισμένη η κοινωνική φιλοσοφία του Συστήματος.

Η δυϊστική σκέψη του Cartesio, αντιπαραβάλλει τα ποσοτικοποιημένα με τα μη ποσοτικοποιημένα φαινόμενα, τα οποία στα μάτια του είναι πολύ λιγότερο ουσιώδη. Αυτός ο δυϊσμός, απηχεί το μοντέλο του χριστιανικού δυϊσμού, το οποίο υποτιμά το «εδώ κάτω» και στερεί από τον κόσμο και τη ζωή την αξία του ιερού. Ομοίως, η καρτεσιανή σκέψη απογυμνώνει τον κόσμο από τις ανορθολογιστικές συνδηλώσεις, μόνο προς όφελος των μηχανικά υπολογίσιμων και «αντικειμενικών» μεγεθών. Ο Cartesio, ο εμπνευστής του αμερικανικού συμπεριφορισμού, προτείνει μια ερμηνεία του κόσμου που περιέχει τους σπόρους διαφόρων χαρακτηριστικών, που βρίσκουμε σήμερα στο Σύστημα: ιδίως η υποτίμηση της ιστορίας, η έλξη μόνο προς μαθηματικά προβλήματα και η φιλοσοφική άποψη περί υπεροχής του χρήσιμου και του πρακτικού, έναντι όλων των άλλων αξιών.

Ο Hobbes, παρά το γεγονός ότι άλλες πτυχές της σκέψης του ήταν εξαιρετικά θετικές και κοινές, δυστυχώς συνέβαλε στο να δοθεί στους λαούς ένας μηχανιστικός ορισμός, σύμφωνα με τις καρτεσιανές γραμμές. Κρίνοντας το Κράτος ως αναγκαίο κακό, δεν βλέπει τον λαό ως μια οργανική και ιστορική κοινότητα, αλλά ως μια μάζα κοινωνικοποιημένων ατόμων, τα οποία το Κράτος πρέπει να σχεδιάσει ρεαλιστικά και να συγκεντρώσει καταναγκαστικά. Χωρίς αυτή τη μηχανική και βάναυση δύναμη, τα άτομα, που υποτίθεται ότι είναι εγωιστικά και αντικοινωνικά εκ φύσεως (επηρεασμένα από το δόγμα του προπατορικού αμαρτήματος), θα κατέστρεφαν κάθε τάξη και συνύπαρξη. Εδώ, με υδατογράφημα, βρίσκουμε τις θεωρητικές προϋποθέσεις μιας από τις πτυχές της σύγχρονης γενικευμένης καταστολής: οι λαοί, εγκαταλελειμμένοι στον εαυτό τους, θεωρούνται ανίκανοι να δοθούν στον εαυτό τους, να δημιουργήσουν τάξη. Για τον Hobbes, όπως και για την έμμεση ιδεολογία του Συστήματος, ο νόμος είναι η αιτία της τάξης και όχι η τάξη – η οργάνωση – (που είναι συγκεκριμένη για τον πολιτισμό κάθε λαού) η αιτία συγκεκριμένων νόμων. Νόμος και τάξη. Αυτή η νομοκρατία έχει οδηγήσει σήμερα: στο να αφομοιώσει την πολιτική με το δικαστικό, στο να εγκαθιδρύσει την δικτατορία της ηθικής – που εκφράζεται σε νομική μορφή από τα ανθρώπινα δικαιώματα -, σε μια δυσπιστία απέναντι σε οποιαδήποτε πολιτική προκύπτει από τις ζωντανές δυνάμεις της βούλησης και του πολιτισμού ενός λαού και σε μια προτίμηση για μια στρατηγική που υπαγορεύεται από την ηθική, τους κανόνες ή τους τεχνοοικονομικούς κανόνες με οικουμενικές αξίες.

Ο John Locke, αν και φιλοσοφικά πολύ απομακρυσμένος από τον Hobbes, ενίσχυσε αυτή τη μηχανιστική και αφηρημένη αντίληψη του λαού. Για αυτόν, όπως και αργότερα για τον Rousseau, είναι το κοινωνικό συμβόλαιο και όχι πλέον το Κράτος που αποτελεί τον δημιουργικό δεσμό της κοινωνίας, νοούμενης ως πρόσθεση των ατόμων. Η κοινή λογική, ένα είδος έμφυτης φυσικής λογικής, υπερβαίνει τους θεσμούς. Υποθέτει ότι ο άνθρωπος είναι ένα κοινωνικό ον, ανιδιοτελές και γεννημένο για την παγκόσμια αρμονία. Έτσι αναπτύχθηκαν τα ιδεολογικά θεμέλια του εξισωτικού και ατομικιστικού δυτικού πολιτισμού, που σήμερα κορυφώνεται στο Σύστημα: οι λαοί δεν βρίσκουν αυθόρμητα, ούτε κατέχουν μέσω της ιστορικής γενεαλογίας, την τάξη που τους ταιριάζει. Αυτή η τάξη πρέπει να δημιουργηθεί από τη λογική. Από την άλλη πλευρά, ο σκοπός της κοινωνίας είναι να δημιουργήσει έναν τεχνικό μηχανισμό, που είναι άμεσα κερδοφόρος για τα άτομα (όσον αφορά την οικονομική ευτυχία, την κοινωνική ισότητα κ.λπ.), και όχι να αναλάβει την πολιτική ιστορία μιας ομάδας και μιας εθνικής επικράτειας. Εδώ αποκαλύπτεται (στους Locke και Rousseau, όπως και στους Adam Smith, Hume και Bentham), η δογματική προετοιμασία για αυτό που θα γίνει πραγματικότητα στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα: η υπεροχή (τόσο κοινωνιολογική όσο και υπαρξιακή) του κοινωνικού έναντι του πολιτικού και του ιστορικού, της λειτουργικής δραστηριότητας έναντι της κοινοτικής ζωής, της πραγματιστικής ανησυχίας έναντι της πνευματικής κινητοποίησης – εν ολίγοις, όλων των στοιχείων που συλλογικά αποτελούν τα κριτήρια αυτής της νέας μορφής συλλογικής ζωής που ονομάζουμε Σύστημα.

Τέλος, σε αυτούς τους συγγραφείς βρίσκουμε τη διατύπωση του κοινωνικού ατομικισμού: το μοναδικό – Εγώ, είναι το θεμέλιο της πραγματικότητας των ομάδων και η ύπαρξη των ίδιων των ομάδων ως τέτοιων, δεν ισχύει πλέον και έτσι περιορίζεται σε μαθηματικά αθροίσματα των ατόμων. Η ιδεολογία της ισότητας, επομένως, ήδη από τον δέκατο έβδομο αιώνα, θέτει τα θεμέλια για μια πολιτική επιστήμη που δεν αντιλαμβάνεται τη λαϊκή κοινότητα ως μια συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα. Αυτή η παράδοση, εξάλλου, χρονολογείται από τους Χριστιανούς νομικούς και φιλοσόφους, ξεκινώντας από τον Αυγουστίνο και τον ίδιο τον Θωμά Ακινάτη. Όλοι οι λαοί είναι εναλλάξιμοι. Μόνο οι μηχανισμοί (τα «συστήματα») των νόμων και των θεσμών έχουν σημασία, οι οποίοι πιστεύεται ότι παράγουν τα ίδια αποτελέσματα παντού. Οι λαοί, πολύ νωρίς, θεωρούνταν, πριν βιωθούν, ως νομικές-οικονομικές κοινωνίες, τελικά ισοδύναμες μεταξύ τους.

Αν ένας λαός αυτοεπιβεβαιώνεται, όπως είδαμε, μέσω της ιστορικότητας και της εδαφικότητάς του, αυτοπροσδιορίζεται πρωτίστως μέσω ενός συνόλου έμμεσων αξιών, που είναι απολύτως συγκεκριμένες γι’ αυτόν και που αποτελούν το πλαίσιο ερμηνείας και δράσης του στον κόσμο. Αυτή η ιδέα, που έχει απεικονιστεί εκτενώς για παράδειγμα στο έργο του Johann Gottfried Herder και είναι πολύ παρούσα στον Spengler και στο ρεύμα σκέψης της “Συντηρητικής Επανάστασης”, έχει επιβεβαιωθεί από την ηθολογία, την εθνολογία και τη σύγχρονη κοινωνιολογία. Αντίθετα, οι κυρίαρχες ιδεολογίες ξεκινούν από την οικουμενιστική αρχή, σύμφωνα με την οποία δεν είναι απαραίτητο μια ομάδα να έχει τη δική της αντίληψη για τον κόσμο. Η παγκόσμια νεοκουλτούρα, ισχυρίζεται ότι είναι αντικειμενική, αποτελούμενη από ένα ελάχιστο κοινό για όλους τους ανθρώπους. Από την άλλη πλευρά, υπονοεί ότι ο καθένας μπορεί τελικά να διαμορφώσει τη δική του μικρή ιδέα για τον κόσμο, ανεξάρτητα από την κληρονομιά και την καταγωγή του. Εξ ου και το χάος: το άτομο δεν συνδέεται πλέον με κανένα συνεκτικό σύνολο αξιών. Γίνεται ένα «καταναλωτικό άτομο».

Οι κυρίαρχες ιδεολογίες δεν του δίνουν κανένα λόγο να ζει – πόσο μάλλον να πεθαίνει. Του φέρνουν μόνο επιθυμίες, οι οποίες γρήγορα μετατρέπονται σε ανάγκες. Ο Baudrillard μιλάει για την «προφυλακτική λευκότητα μιας κορεσμένης κοινωνίας, μιας κοινωνίας χωρίς ιστορία, χωρίς κανέναν άλλο μύθο εκτός από τον εαυτό της». Η φιλελεύθερη ιδεολογία των Lumi, των διαφωτιστών, της χειραφέτησης του ανθρώπου, θα έχει επομένως αποκτήσει την ιστορική αποστολή να παράγει και να δικαιολογεί το κατασταλτικό σύστημα που ισχύει σήμερα. Οι «ψυχροί Καίσαρες» που προέβλεψε ο Spengler, δεν θα λάβουν τη μορφή δικτατόρων, αλλά του δημοκρατικού Μεγάλου Αδελφού. Η λογική, η οποία υποτίθεται ότι είναι χειραφετητική, τελικά οδηγεί στην ορθολογικοποίηση των κοινωνιών: μια εντροπική και καταπιεστική προσπάθεια. Η φιλελεύθερη ιδεολογία συγκαλύπτει την καταπιεστική φύση του Συστήματος και την ασφυξία του λαού με δύο τρόπους: με τη φιλοσοφία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και με την τεχνοκρατική αισιοδοξία.

ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.