Πληθυσμό μεγαλύτερο από εκείνον της Πάτρας, του Ηρακλείου και της Λάρισας μαζί έχασε δημογραφικά η Ελλάδα από το 2012 έως το 2025. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αποτυπώνουν το μέγεθος της δημογραφικής κρίσης, με τις γεννήσεις να καταγράφουν πτώση 34,6% μέσα σε 14 χρόνια.
Η δημογραφική κρίση αποτελεί εδώ και χρόνια ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της χώρας, όμως τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι η κατάσταση όχι μόνο δεν βελτιώνεται, αλλά επιδεινώνεται και μάλιστα με ιδιαίτερα ταχείς ρυθμούς. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι το 2025 καταγράφηκαν μόλις 65.594 γεννήσεις, όταν το 2012 - η τελευταία χρονιά κατά την οποία οι γεννήσεις στην Ελλάδα ξεπέρασαν το ψυχολογικό όριο των 100.000 - είχαν ανέλθει σε 100.371.
Τα στοιχεία της τελευταίας 14ετίας αποτυπώνουν με τον πιο καθαρό τρόπο το μέγεθος του προβλήματος. Οι γεννήσεις είναι σήμερα κατά 34.777 λιγότερες σε σχέση με το 2012, καταγράφοντας μείωση 34,6%. Την ίδια στιγμή το πρόβλημα γιγαντώνεται αν λάβουμε υπόψη τους θανάτους, οι οποίοι ξεπέρασαν τις γεννήσεις μέσα σε αυτά τα 14 χρόνια κατά περισσότερους από μισό εκατομμύριο ανθρώπους.
Η χώρα μας συγκαταλέγεται σε ένα γκρουπ χωρών με τη χαμηλότερη γονιμότητα στην Ευρώπη και κάπως έτσι αναδεικνύεται το κρίσιμο πρόβλημα που αποκτά χαρακτηριστικά μόνιμης δομικής συρρίκνωσης.
Για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος του προβλήματος, αρκεί μια απλή ματιά στα συγκριτικά δεδομένα των τελευταίων ετών. Το 2025 καταγράφηκαν στην Ελλάδα μόλις 65.594 ζώντα νεογνά, εκ των οποίων τα 33.620 ήταν αγόρια και τα 31.974 κορίτσια. Μόλις έναν χρόνο πριν, το 2024, ο αντίστοιχος αριθμός ήταν 68.467. Αυτή η ετήσια πτώση της τάξης του 4,2% μεταφράζεται στην απώλεια αυτών των 2.873 παιδιών που δεν γεννήθηκαν ποτέ.
Αν δε διευρύνουμε τον χρονικό ορίζοντα στην τελευταία πενταετία, η εικόνα προκαλεί ίλιγγο. Το 2020, εν μέσω πανδημίας, οι γεννήσεις είχαν διαμορφωθεί στις 84.764. Μέσα σε πέντε χρόνια, η χώρα «έχασε» 19.170 γεννήσεις, καταγράφοντας μια τρομακτική υποχώρηση που αγγίζει το 23%. Οι αριθμοί αυτοί γίνονται ακόμη πιο εφιαλτικοί αν αναλογιστούμε ότι τη δεκαετία του 1980 η Ελλάδα κατέγραφε σταθερά περί τις 140.000 γεννήσεις ετησίως.
Σήμερα, εν έτη 2026, ο δείκτης γονιμότητας (Eurostat) παραμένει καθηλωμένος σε επίπεδα μεταξύ 1,24 και 1,28, καθιστώντας την Ελλάδα μία από τις πιο γερασμένες χώρες της Ευρώπης. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, ο δείκτης έπεσε για πρώτη φορά κάτω από το 2,1. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 υπήρξε μια μικρή ανάκαμψη λόγω της οικονομικής ευφορίας και της ενσωμάτωσης μεταναστών, φτάνοντας το 1,50 το 2008. Η οικονομική κρίση λειτούργησε ως καταλύτης.
Η απώλεια 2.873 γεννήσεων μέσα σε ένα μόλις έτος (2025) αποτελεί το πιο πρόσφατο σύμπτωμα μιας παρατεταμένης κρίσης, η οποία οδήγησε τη χώρα σε ένα νέο, ιστορικό χαμηλό, σπάζοντας για πρώτη φορά το ψυχολογικό και στατιστικό φράγμα των 66.000 γεννήσεων.
Εξαιτίας αυτής της απόκλισης, η φυσική μείωση του πληθυσμού (το αρνητικό ισοζύγιο μεταξύ γεννήσεων και θανάτων) άγγιξε τις 57.320 απώλειες για το έτος 2025.
Σύμφωνα με τη νέα έρευνα από την ΕΛΣΤΑΤ, το 2025 σε σχέση με το 2024, οι πιο σημαντικές μειώσεις γεννήσεων καταγράφονται τους μήνες Νοέμβριο και Ιανουάριο, κατά 10,4% και 10% αντίστοιχα. Οι πιο σημαντικές αυξήσεις καταγράφονται τους μήνες Σεπτέμβριο και Μάιο, κατά 3% και 2,9% αντίστοιχα.
Από την ανάλυση του συνόλου των γεννήσεων ζώντων κατά ηλικιακή ομάδα της μητέρας το 2025 σε σχέση με το 2015, οι κυριότερες μειώσεις, σε απόλυτες τιμές, καταγράφονται για τις ηλικιακές ομάδες 30 έως 34 ετών (12.356 γεννήσεις), 25 έως 29 ετών (7.922 γεννήσεις) και 35 έως 39 ετών (4.597 γεννήσεις). Ενώ οι κυριότερες αυξήσεις παρατηρούνται για τις ηλικιακές ομάδες 40 έως 44 ετών (1.031 γεννήσεις) και 45 έως 49 ετών (445 γεννήσεις).
Αντίστοιχα, σύμφωνα με τη συγκριτική ανάλυση του συνόλου των γεννήσεων ζώντων κατά ηλικιακή ομάδα της μητέρας το 2025 σε σχέση με το 2005, οι κυριότερες μειώσεις, σε απόλυτες τιμές, καταγράφονται για τις ηλικιακές ομάδες 25 έως 29 ετών (20.775 γεννήσεις), 30 έως 34 ετών (13.983 γεννήσεις) και 20 έως 24 ετών (10.177 γεννήσεις). Ενώ οι κυριότερες αυξήσεις παρατηρούνται για τις ηλικιακές ομάδες 40 έως 44 ετών (2.955 γεννήσεις) και 45 έως 49 ετών (852 γεννήσεις).
Η αναλογία γεννήσεων ζώντων από μητέρες με ελληνική ιθαγένεια προς τις γεννήσεις από αλλοδαπές μητέρες, διαμορφώθηκε σε 8,9 προς 1 το 2025, έναντι 6,7 προς 1 το 2015 και 5,1 προς 1 το 2005.
Από την ανάλυση του συνόλου των γεννήσεων ζώντων κατά περιφέρεια μόνιμης διαμονής της μητέρας το 2025 σε σχέση με το 2024, παρατηρείται μείωση των γεννήσεων στις 12 από τις 13 περιφέρειες της χώρας. Οι σημαντικότερες μειώσεις, σε απόλυτες τιμές, καταγράφονται στις περιφέρειες Αττικής, Κεντρικής Μακεδονίας και Πελοποννήσου, κατά 1.007, 656 και 273 γεννήσεις αντίστοιχα. Η μοναδική περιφέρεια σε ολόκληρη την επικράτεια που εμφάνισε θετικό πρόσημο ήταν η Κρήτη, καταγράφοντας 129 περισσότερες γεννήσεις σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Όσον αφορά τον πληθυσμό της χώρας, σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις της ευρωπαϊκής στατιστικής αρχής αναμένεται να μειωθεί κατά 14% μέχρι το 2050. Η καθοδική πορεία θα συνεχιστεί και ο πληθυσμός θα φτάσει τα 7,3 εκατομμύρια έως το 2100 με ότι αυτό συνεπάγεται τόσο στο ασφαλιστικό σύστημα όσο και στην αγορά εργασίας και τη συνολική αναπτυξιακή πορεία της χώρας.
Οι αιτίες πίσω από αυτό το δημογραφικό κραχ είναι βαθιά ριζωμένες στην οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα της χώρας. Η παρατεταμένη οικονομική αβεβαιότητα, οι χαμηλοί μισθοί σε σχέση με το κόστος ζωής, η εκτόξευση των τιμών των ακινήτων και των ενοικίων στα αστικά κέντρα, καθώς και η έλλειψη σύγχρονων υποδομών παιδικής φροντίδας, υγείας και παιδείας στην περιφέρεια, λειτουργούν ως αποτρεπτικοί παράγοντες για τους νέους ανθρώπους.
Η απόφαση για τη δημιουργία οικογένειας και την απόκτηση παιδιών δεν είναι πλέον μια αυτονόητη βιολογική και κοινωνική συνέχεια, αλλά μια δύσκολη, έως και απαγορευτική, οικονομική εξίσωση.
ΠΗΓΗ: www.elora.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.