Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Renè Guènon: Η Κρίση του Σύγχρονου Κόσμου (Εισαγωγή από τον J. Evola)

Το παρακάτω άρθρο, σε μετάφραση μου, αποτελεί την εισαγωγή στο πολύ δύσκολο αλλά αριστουργηματικό έργο «Η Κρίση του Σύγχρονου Κόσμου» του Renè Guènon, το οποίο ο Evola μετέφρασε στα ιταλικά, στην τρίτη ιταλική έκδοσή του το 1972. Πόσο τυχεροί οι Ιταλοί αναγνώστες και μελετητές, πoυ έχουν στα χέρια τους (και εγώ τυχερός που το έχω) ένα τέτοιο κόσμημα της Ευρώπης, μεταφρασμένο από ένα τεράστιο πνεύμα, τον Evola. Το έργο αυτό του Guènon, κυκλοφορεί πάντως και στα ελληνικά. Καλή σας ανάγνωση:

Με την πληρέστερη έννοια, η λέξη «επανάσταση» περιλαμβάνει δύο ιδέες: πρώτη, αυτήν της εξέγερσης ενάντια σε μια δεδομένη κατάσταση πραγμάτων και έπειτα, σαν δεύτερη, την ιδέα μιας επιστροφής, μιας μετατροπής – για την οποία, στην αρχαία αστρονομική γλώσσα, η περιστροφή ενός άστρου σήμαινε την επιστροφή του στο σημείο εκκίνησής του και την ομαλή κίνησή του γύρω από ένα κέντρο. Έτσι λοιπόν αν πάρουμε τον όρο «επανάσταση» με αυτή τη συνολική έννοια, μπορεί να ειπωθεί ότι στον σημερινό κόσμο λίγα βιβλία είναι τόσο αποφασιστικά «επαναστατικά» όσο αυτά του René Guénon. Όντως, σε κανέναν άλλο συγγραφέα δεν είναι τόσο σαφής και αδιάλλακτη όσο σε αυτόν, η εξέγερση ενάντια στον σύγχρονο πολιτισμό, υλιστικό, επιστημονικό, δημοκρατικό, βέβηλο και ατομικιστικό. Αλλά ταυτόχρονα, σε κανέναν άλλο συγγραφέα της εποχής μας δεν υπάρχει μια τόσο ακριβής και συνειδητή ανάγκη, για μια πλήρη επιστροφή σε εκείνες τις αρχές, που όντας υπεράνω του χρόνου, δεν είναι ούτε του χθες ούτε του σήμερα, αλλά έχουν μια διαχρονική σημασία και μια διαχρονική κανονιστική αξία, αποτελώντας τις αμετάβλητες προϋποθέσεις για κάθε ανθρώπινο μεγαλείο και για κάθε ανώτερο τύπο πολιτισμού.

Αυτό το δεύτερο σημείο διαφοροποιεί σαφώς τον Guénon από όλους εκείνους, που εδώ και κάποιο χρονικό διάστημα κατηγορούν την «παρακμή της Δύσης», την «κρίση του σύγχρονου πολιτισμού» και ούτω καθεξής – θέματα τα οποία, μετά την κατάρρευση που προκάλεσε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, επανεμφανίζονται με μια ανανεωμένη δύναμη. Στην πραγματικότητα, σε όλους εκείνους τους ανθρώπους – είτε ονομάζονται Spengler είτε Massis, Keyserling είτε Benda, Ropps είτε Ortega y Gasset είτε Huizinga – θα αναζητούσε κανείς μάταια ένα σύστημα σημείων αναφοράς που θα δικαιολογούσε και θα καθιστούσε την κριτική τους ολοκληρωμένη. Οι δικές τους δεν είναι τίποτα άλλο, παρά συγκεχυμένες και μερικές αντιδράσεις. Παρόλα αυτά, αυτοί ανήκουν πνευματικά στον ίδιο τον κόσμο που επικρίνουν, στον «σύγχρονο κόσμο» και είτε αγνοούν τις απόλυτες θέσεις στις οποίες θα έπρεπε να αναφέρονται, είτε τις αποφεύγουν από φόβο μήπως κατηγορηθούν για αντιδραστικότητα και αναχρονισμό. Και ας μην μιλήσουμε καν για το επίπεδο στο οποίο βρίσκονται οι λεγόμενες σύγχρονες τάσεις «ανταγωνιστών» και οι ηγέτες τους, ξεκινώντας από τον Marcuse και τον Horkheimer.

Αυτό δεν συμβαίνει με τον Guénon. Για να αποκτήσει μια ακριβή επίγνωση του τι είναι θετικό και με μια ανώτερη έννοια, τι είναι φυσιολογικό, επιτίθεται στις διάφορες μορφές του σύγχρονου πνεύματος. Και το έργο του δεν πρόκειται για «φιλοσοφία» και λίγο-πολύ για προσωπικές θέσεις, αλλά για απόψεις που παραπέμπουν σε μια παράδοση με την υψηλότερη και πιο καθολική έννοια του όρου. Είναι ένας ολόκληρος κόσμος που επικαλείται ως μέτρο, ενός κόσμου του οποίου η Δύση έχει ξεχάσει προ πολλού όχι μόνο την αξιοπρέπεια, αλλά σχεδόν την ίδια την πιθανότητα της ύπαρξης. Έτσι στον Guénon υπάρχει μια κατηγορία και ταυτόχρονα μια μαρτυρία. Και όσον αφορά το ύφος, αγνοεί εντελώς τα κόλπα του να φαίνεται «λαμπρός» και «ενδιαφέρων» και να κερδίζει την προτίμηση του σημερινού κοινού των ανθρώπων των γραμμάτων και των «διανοουμένων». Η οπτική γωνία που σκοπεύει να υπερασπιστεί ο Guénon, δεν είναι αυτή της «καινοτομίας» και της «πρωτοτυπίας», αλλά αυτή της αγνής και αμείωτης αλήθειας – και αυτός δεν είναι ο λιγότερο σημαντικός λόγος για τον οποίον, παρά το απείρως διαφορετικό επίπεδό του, αν και πλέον έχει έναν όχι ασήμαντο αριθμό αναγνωστών και στη χώρα μας, δεν είναι τόσο γνωστός και διαβασμένος όσο οι προαναφερθέντες συγγραφείς.

Αυτό που λέει είναι έγκυρο – αξίζει να το επαναλάβουμε -, δεν είναι ένα προϊόν «σκέψης»: Αντιστοιχεί σε αυτό που θα μπορούσε να πει ένας άνθρωπος της εποχής, που ο φιλόσοφος Giambattista Vico ονόμασε «ηρωικό», ένας εκπρόσωπος μιας «γνώσης από ψηλά»: σε σχέση με την οποία δεν υπάρχει λόγος να συζητηθεί, αλλά να αναγνωριστεί ή να απορριφθεί, να ειπωθεί με ένα ναι ή ένα όχι. Το έργο που επιτέλεσε ο Guénon σε μια σειρά βιβλίων είναι εκτενές και οργανικό και εδώ δεν είναι απαραίτητο να συνοψίσουμε ούτε καν τους κύριους λόγους. Ξεκινώντας από μια σταθερή οπτική γωνία, η οποία είναι η «μεταφυσική» της «ολοκληρωτικής παραδοσιοκρατίας», αφορά τους πιο ποικίλους τομείς: σύμβολα, μύθοι, αρχέγονες παραδόσεις, ερμηνεία της ιστορίας, μορφολογία και κριτική των πολιτισμών, μύηση, θρησκευτικά και ψευδοθρησκευτικά φαινόμενα, εσωτερισμός, παραδοσιακή επιστήμη του ανθρώπου, το δόγμα της πνευματικής εξουσίας, και ούτω καθεξής. Όλα αυτά αποτελούν μέρος του έργου που ο Guénon εκτέλεσε με απαράμιλλη προετοιμασία και με μια νέα μέθοδο που είναι αναμφισβήτητα αντιμοντέρνα, έχοντας ως διαρκές αντικείμενο την «τρίτη διάσταση» μιας πραγματικότητας, που ο αναγνώστης θα συνειδητοποιήσει ότι δεν γνώριζε προηγουμένως, παρά μόνο επιφανειακά.

Αυτό το έργο, είναι ίσως αυτό που μπορεί να χρησιμεύσει ως μια εισαγωγή στη μελέτη των άλλων βιβλίων του Guénon και σε τέτοιο βαθμό, που μπορεί σταδιακά να οδηγήσει όσους τείνουν σε άμεση επαφή με το ίδιο «παραδοσιακό πνεύμα». Ο Συγγραφέας έχει φροντίσει συνεχώς να μην παραβλέπει τίποτα, ώστε να μην προκύπτουν παρεξηγήσεις σχετικά με τις κύριες ιδέες του. Ωστόσο είναι πιθανό, λόγω της ίδιας της φύσης του οράματος του και της ανάγκης να χρησιμοποιεί λέξεις που δυστυχώς επηρεάζονται από μια διαφορετική τρέχουσα χρήση, μια απρόσεκτη ανάγνωση ορισμένων σημείων αυτού του έργου, να οδηγήσει σε παρεξηγήσεις, τις οποίες καλό είναι να αποτρέψουμε εδώ. Σε δεύτερη φάση, πέρα ​​από τις γενικές αρχές, υπάρχουν διατυπώσεις που καθιστούν εύλογες ορισμένες επιφυλάξεις, καθώς δεν είναι οι μόνες δυνατές, ξεκινώντας από τα ίδια σημεία αναφοράς, δηλαδή από εκείνα της Παράδοσης. Όσον αφορά το πρώτο σημείο, αξίζει να σημειωθεί ότι αν ο Guénon δηλώνει ότι η άποψή του είναι «μεταφυσική», ο όρος «μεταφυσική» δεν θα πρέπει να λάβει την τρέχουσα σύγχρονη φιλοσοφική του σημασία.

Ο Guénon χρησιμοποιεί επίσης επανειλημμένα τους όρους «διανοητικότητα», «διανοητική ελίτ», «διανοητική διαίσθηση»: ούτε αυτό θα έπρεπε να είναι παραπλανητικό, όπως ακριβώς δεν θα έπρεπε να είναι παραπλανητικό το γεγονός ότι μιλάει για «αρχές», με μια έννοια που θα μπορούσε συχνά να οδηγήσει κάποιον στη σκέψη του ορθολογισμού. Η όχι και τόσο ευνοϊκή επιλογή αυτών των όρων, δεν θα πρέπει να παραπλανά. Στην πραγματικότητα, η αναφορά γίνεται σε μια ουσιαστικά υπερορθολογική τάξη. Ο όρος «διανοητικότητα» μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο για να συμβολίζει, με μια αναλογία, μια μορφή συμμετοχής, πραγμάτωσης και επαφής με ανώτερα περιεχόμενα, που διαθέτει χαρακτηριστικά διαύγειας, σαφήνειας και «γνώσης», σε αντίθεση με όλα όσα αποτελούν ανορθολογισμό, συγκεχυμένο μυστικισμό, ενστικτώδη και ζωτική διαίσθηση. Με την έννοια του Guénon, η «μεταφυσική» τάξη υπερβαίνει απλά, κάθε ανθρώπινη ικανότητα: αλλά είναι πραγματική και μπορεί κανείς να ενσωματωθεί σε αυτή, όταν ακολουθήσει γενικά εκείνα τα μονοπάτια υπέρβασης της ανθρώπινης κατάστασης, που κάθε μεγάλη παράδοση γνώριζε πάντα και τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με φιλοσοφικές εικασίες και «πνευματικές» παρεκβάσεις.

Με αυτό, κάποιος διαθέτει επίσης το κλειδί για την κατανόηση της «ολοκληρωμένης παραδοσιοκρατίας» του Guénon. Αυτό που ο Guénon αποκαλεί «καθαρή διανοητικότητα», είναι μια ικανότητα που του δίνεται, μεταξύ άλλων, να συλλαμβάνει με άμεση απόδειξη τη θεμελιώδη και υπερβατική ενότητα των διδασκαλιών, των συμβόλων και των αρχών που σε διαφορετικές ιστορικές παραδόσεις και μεταξύ διαφόρων λαών έχουν λάβει ποικίλες και μερικές φορές, προφανώς, ακόμη και αντίθετες μορφές. Η παραδοσιοκρατία του Guénon διαφέρει επομένως από αυτή που συνήθως γίνεται κατανοητή ως παράδοση: στέκεται μπροστά σε αυτή με τις ίδιες σχέσεις που στέκεται το παγκόσμιο μπροστά στο ιδιαίτερο, το ταυτόσημο και το ουσιώδες, με την ενδεχόμενη ποικιλία της μίας, ή της άλλης έκφρασης. Από την οπτική γωνία του Guénon, πρόκειται ακριβώς για την αξιοποίηση μιας παράδοσης – έστω και σεβαστής -, όχι όμως για αυτή που έχει κάτι το κλειστό και το ιδιαίτερο, αλλά για εκείνο που την οδηγεί πίσω σε ένα μεταφυσικό τωρινό περιεχόμενο και σε μεγαλύτερη ή μικρότερη πληρότητα, σε κάθε άλλη παράδοση άξια του ονόματός της. Πρόκειται για μια παραδοσιοκρατία «αποκρυφιστική», όχι εμπειρική.

Ένα σημείο που στον Guénon απαιτεί τόσο διευκρινίσεις, όσο και επιφυλάξεις, αφορά το πρόβλημα της σχέσης μεταξύ του στοχασμού και της δράσης. Ακόμα και ο όρος «στοχασμός» μπορεί να δημιουργήσει μια παρεξήγηση. Δεδομένης της τρέχουσας σημασίας του, μπορεί να υποδηλώσει σε λίγους αυτό με το οποίο ασχολούμαστε εδώ, δηλαδή εκείνη τη θετική πορεία απόσυρσης από τη μεταφυσική πραγματικότητα, η οποία μόλις αναφέρθηκε. Η επιβεβαίωση από τον Guénon, της πρωτοκαθεδρίας της «γνώσης», της «ενατένισης» και της «διανοητικότητας», έναντι της δράσης, είναι σαφής. Μπορεί αυτό να αληθεύει χωρίς επιφυλάξεις; Κατά τη γνώμη μας, μόνο στο βαθμό που αυτό που είναι κατώτερο και πρέπει να υποταχθεί, είναι η αποκαθαγιασμένη και υλοποιημένη δράση, η οποία πρέπει να ονομαστεί περισσότερο αναταραχή και πυρετός, παρά αληθινή δράση, επειδή στερείται οποιουδήποτε φωτός, οποιουδήποτε αληθινού νοήματος, οποιασδήποτε αρχής: εν ολίγοις, λίγο πολύ, είναι η δράση όπως την αντιλαμβανόταν η σύγχρονη Δύση. Αλλά αν το δούμε με τα μάτια των αρχών, το ζήτημα είναι πιο περίπλοκο και οι απόψεις που υποστηρίζονται από τον Guénon – σε αυτό όπως και σε άλλα βιβλία – επηρεάζονται περισσότερο από την «προσωπική του εξίσωση», παρά από εκείνη των σαφών συμπερασμάτων από την ολοκληρωμένη παραδοσιακή διδασκαλία.

Για να διευκρινιστεί αυτό το σημείο – επίσης απαραίτητο για το πρόβλημα των σχέσεων μεταξύ Ανατολής και Δύσης –, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι τα δύο σύμβολα της περισυλλογής και της δράσης σχετίζονταν πάντα, αντίστοιχα, με τα ιερατικά και πολεμικά ή βασιλικά στοιχεία. Τώρα, σύμφωνα με τον Guénon, είναι ένα παραδοσιακό δόγμα ότι αρχικά οι δύο εξουσίες, το ιερατείο και η βασιλεία των πολεμιστών, ήταν το ένα και το αυτό. Μόνο αργότερα χώρισαν και μάλιστα ήρθαν σε αντίθεση. Αλλά αν συμβαίνει αυτό, τόσο ο ένας όσο και ο άλλος όρος – τόσο η ιεροσύνη όσο και η απλή βασιλεία, τόσο ο «brahman» όσο και ο «kshatriya» και επομένως τόσο ο «στοχασμός» όσο και η «δράση» – πρέπει να αναγνωριστούν ως έχοντες ένα ισότιμο και δευτερεύοντα χαρακτήρα. Και τα δύο βρίσκονται σε ίση απόσταση από το αρχικό σημείο και κατά συνέπεια, ιεραρχικά κανένα από τα δύο δεν μπορεί να διεκδικήσει απόλυτη υπεροχή έναντι του άλλου και το ένα μπορεί να είναι εξίσου ευάλωτο με το άλλο, ώστε να χρησιμεύσει ως βάση για μια πιθανή προσπάθεια της επανένταξης, της υπερνίκησης της αντίθεσης, της ανασυγκρότησης της αρχικής ενότητας, που είναι ταυτόχρονα η γνώση και η δράση, η ιερότητα και η πολεμική αρρενωπότητα.

Τώρα, η νοοτροπία που ήταν κατάλληλη για τον Guénon, ως άτομο, τον εμπόδιζε να αναγνωρίσει με αυτούς τους όρους τις συνέπειες μιας διδασκαλίας, που παρόλα αυτά παραδεχόταν. Εξ ου και η αμερόληπτη θέση που υπερασπίστηκε για την άνευ όρων πρωτοκαθεδρία της διανοητικότητας και του στοχασμού. Εξ ου και η αποκήρυξη των δυνατοτήτων που περιέχει ακόμη και ο κόσμος της δράσης (κατανοητός με την παραδοσιακή έννοια, όχι τη σύγχρονη) για μια πιθανή επανένταξη. Αυτός ο περιορισμός έχει σημαντικό αντίκτυπο σε όλα όσα λέει ο Guénon, σχετικά με τις προϋποθέσεις μιας πιθανής ανασυγκρότησης της Δύσης. Η μοναδική παράδοση, ενώ είναι ουσιαστικά μία, παραδέχεται διάφορες μορφές έκφρασης και υλοποίησης, σύμφωνα με τις συγκεκριμένες διατάξεις των λαών, για τους οποίους πρόκειται να εφαρμοστεί.

Τώρα ο Guénon, αναγνωρίζει ότι στους λαούς της Δύσης κυριαρχεί η τάση προς τη δράση. Αν είναι έτσι, δεν είναι σαφές πώς μπορεί να βεβαιώσει ότι η μόνη μορφή παράδοσης που κατέστη δυνατή για τη Δύση, ήταν θρησκευτικής φύσης (επιπλέον, αυτό μπορεί να ισχύει μόνο για μια σχετικά πρόσφατη εποχή και ανεξάρτητα από τον πολύπλοκο, όχι απλώς «θρησκευτικό», «Γιβελλίνικο» χαρακτήρα του Δυτικού Μεσαίωνα – για να μην αναφέρουμε τους αρχαίους ρωμαϊκούς χρόνους). Σε δεύτερη φάση, φαίνεται προβληματικό το γεγονός ότι για άλλη μια φορά, μια θρησκευτική παράδοση και γενικότερα, μια παράδοση που χαρακτηρίζεται από την επιβεβαίωση της υπεροχής της γνώσης έναντι της μονομερώς σκεπτόμενης δράσης, αποτελεί τη μόνη πιθανή βάση για την ενδεχόμενη ανασυγκρότηση της Δύσης. Είναι προφανές ότι σε αυτή την περίπτωση, μια παράδοση που, αν και μεταφυσική στον χαρακτήρα της, συνδεόταν με τα σύμβολα της δράσης, θα ήταν αυτή που για να είναι σύμφωνη με το κυρίαρχο προσόν στη Δύση, θα μπορούσε να δράσει πιο αποτελεσματικά και οργανικά.

Θα προέκυπτε μόνο το πρόβλημα των μη εξαφανισμένων παραδοσιακών μορφών, που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για μια τέτοια εργασία. Χάρη στην ύπαρξη του Καθολικισμού, αυτή η δυσκολία θα φαινόταν μικρότερη στην άλλη εναλλακτική της λύση. Αλλά οι προϋποθέσεις που ο ίδιος ο Guénon έπρεπε να υποδείξει, για να μπορέσει ο Καθολικισμός να εκτελέσει ένα τέτοιο έργο και να προωθήσει μια «παραδοσιακή» ανασυγκρότηση της Δύσης, αρκούν για να πείσουν κάποιον για τον ουτοπικό χαρακτήρα μιας τέτοιας υπόθεσης. Επιπλέον ο Guénon μας ομολόγησε ότι ένιωθε την υποχρέωση να προχωρήσει προς τον Καθολικισμό, χωρίς ωστόσο να έχει καμία ψευδαίσθηση για τις αντιδράσεις των καθολικών κύκλων: οι οποίες βέβαια, στην πραγματικότητα ήταν εντελώς αρνητικές, δεδομένης της κατεύθυνσης που κάθε άλλο παρά «παραδοσιακή» ήταν, με μια ανώτερη έννοια, την οποία ακολουθεί ολοένα και περισσότερο η θρησκεία που επικράτησε στη Δύση – και σήμερα μάλιστα ακόμη περισσότερο μέσα στο κλίμα της «μοντερνιστικής ενημέρωσης».

Αυτό οδηγεί επίσης σε μια διευκρίνιση της έννοιας της ελίτ, που θα μπορούσε να αποτελέσει το κέντρο μιας πιθανής ανασυγκρότησης της Δύσης. Ο όρος που χρησιμοποιεί ο Guénon είναι «élite intellectuelle» – ελίτ διανόησης. Ακόμα κι αν άφησε να μπουν οι προηγούμενες διευκρινίσεις, σχετικά με την ιδιαίτερη σημασία που δίνει ο Guénon στη διανοητικότητα. Ακόμη και αν λάβει υπόψη τις υποδείξεις του στις έμμεσες, αόρατες και αστάθμητες μορφές δράσης που μπορεί να χρησιμοποιήσει μια τέτοια ελίτ (όπως έχει συμβεί με ορισμένες μυστικές εταιρείες), δεν μπορεί κανείς να αποφύγει την εντύπωση κάτι αφηρημένου, ή σχεδόν περιορισμένου σε μελέτες και θεωρίες. Και αν δεχτεί κάποιος όσα έχουν ειπωθεί σχετικά με την καταλληλότητα της διεκδίκησης, για τη Δύση, πάνω απ’ όλα μιας παράδοσης που έχει ως σημείο εκκίνησης τα σύμβολα της δράσης, πιστεύουμε ότι μια πολύ πιο κατάλληλη και λιγότερο διφορούμενη έννοια, θα ήταν αυτή ενός Τάγματος, ακολουθώντας το παράδειγμα των Τάγματων που υπήρχαν τόσο στον ευρωπαϊκό Μεσαίωνα, όσο και σε άλλους πολιτισμούς. Εντός του Τάγματος μπορεί να υπάρχει μια ακόμη μυητική παράδοση, αλλά μαζί με μια αρρενωπή ανάπτυξη χαρακτήρα, που εκφράζεται σε έναν ακριβή τρόπο ζωής και σε μια πιο πραγματική επαφή με τον κόσμο της δράσης και της ιστορίας.

Είναι περίεργο το γεγονός, ότι στις πολλαπλές αναφορές που κάνει ο Guénon σε παραδοσιακούς πολιτισμούς, σε αυτό όπως και σε άλλα βιβλία, η Ιαπωνία παραβλέπεται εντελώς. Αυτό εξηγείται και πάλι από την προσωπική ιδιορρυθμία του Guénon, ο οποίος σε όλη την παράδοση, οδηγήθηκε στο να δώσει την προτεραιότητα σε ένα ιδανικό ενός βραχμανικού τύπου και μιας καθαρής γνώσης. Μέχρι χθες η Ιαπωνία παρουσίαζε ένα πολύ ενδιαφέρον μοντέλο. Αυτό το ιδανικό είχε εκσυγχρονιστεί εξωτερικά, για αμυντικούς και επιθετικούς σκοπούς, διατηρώντας παράλληλα μια παράδοση χιλιάδων ετών εσωτερικά. Αυτή η παράδοση όμως – παρόμοια από ορισμένες απόψεις με εκείνη της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας – επικεντρώθηκε περισσότερο στα σύμβολα της δράσης, της κάστας των πολεμιστών και της βασιλικής οικογένειας, παρά σε εκείνα τα ιερατικά και η ίδια η έννοια της Τάξης, ως μιας πολεμικής αριστοκρατίας ενσωματωμένης με ιερά και σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και μυητικά στοιχεία (Ζεν, καθώς και Σιντοϊσμός), έπαιξε σημαντικό ρόλο σε αυτήν, στην κάστα των Σαμουράι, η οποία αποτελούσε τη ραχοκοκαλιά αυτής της παράδοσης.

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί η σημασία που μπορεί να έχει η Ανατολή για τη Δύση σήμερα. Όπως θα δούμε στο βιβλίο του, ο Guénon ορθώς αντικαθιστά την αντίθεση Ανατολής-Δύσης με αυτήν του παραδοσιακού κόσμου και του σύγχρονου κόσμου. Οι μορφές του παραδοσιακού κόσμου δεν διέφεραν στην πραγματικότητα πολύ στην Ανατολή και τη Δύση, αλλά όλες παρέμειναν εξίσου αντίθετες με εκείνες του σύγχρονου πολιτισμού. Ο Guénon πιστεύει ότι λόγω ενός συνόλου συνθηκών, αυτές οι μορφές έχουν διατηρηθεί στην Ανατολή, ενώ στη Δύση έχουν χαθεί. Για αυτό και η ιδέα του ότι η επαφή με την Ανατολή, όπου το παραδοσιακό πνεύμα θα ήταν ακόμα ζωντανό, θα μπορούσε να βοηθήσει τη Δύση να μην παραμορφώσει τον εαυτό της, αλλά να τον ανακαλύψει ξανά, να προσπαθήσει να ανακατασκευάσει τον εαυτό της σε μια παραδοσιακή μορφή.

Τώρα σε αυτό το σημείο θα πρέπει να αναρωτηθούμε, πού ακριβώς στην Ανατολή η παράδοση είναι ακόμα πραγματικά ζωντανή: Η Κίνα έχει χαθεί, η Ινδία εθνικοποιείται και εξευρωπαϊζεται με αυξανόμενο ρυθμό, οι αραβικές χώρες βρίσκονται σε αναταραχή. Για την παραδοσιακή κληρονομιά δεν τίθεται πλέον ζήτημα – πιστεύω – μόνο των επιγόνων ή των ομάδων που δεν ελέγχουν πλέον την ιστορική ζωή των αντίστοιχων πολιτισμών τους και που θα είναι καταδικασμένες να κλείνονται ολοένα και περισσότερο στο βέβηλο και να αποστασιοποιούνται από την ανάπτυξη των δικών τους εθνών: Αυτό όσον αφορά το πρόβλημα των πραγματικών επαφών και επιρροών και όχι της απλής θεωρητικής γνώσης των αρχαίων σοφών δογμάτων, για τις οποίες υπάρχει πλέον στη Δύση μια αρκετά εκτεταμένη και παγκοσμίως προσβάσιμη βιβλιογραφία, με μεταφράσεις κάθε είδους. Επιπλέον, ακριβώς με βάση τους «κυκλικούς νόμους» που ανακαλεί ο Guénon, θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί αν η ίδια η Ανατολή δεν είναι προορισμένη να ακολουθήσει την ίδια Via Crucis, που οδήγησε από την ακόμη παραδοσιακή Δύση (ας πούμε από τον Μεσαίωνα μας) στις μορφές του σύγχρονου πολιτισμού – και μάλιστα ίσως να τις ακολουθήσει με πολύ ταχύτερο ρυθμό (βλ. το παράδειγμα της Κίνας).

Έπειτα πρέπει επίσης να αναρωτηθούμε αν η Δύση – ακριβώς επειδή βρίσκεται «πιο μπροστά» στο καθοδικό τόξο του κύκλου από πολιτισμούς όπως οι Ανατολικοί, οι οποίοι μόλις τώρα αρχίζουν να εισέρχονται σε μια πραγματική κρίση και ότι μόνο για αυτόν τον λόγο διατηρούν ακόμη μεγαλύτερα υπολείμματα του παραδοσιακού και μεταφυσικού πνεύματος – βρίσκεται πιο κοντά στο τέλος, αλλά και για αυτόν ακριβώς τον λόγο, στη νέα αρχή. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να ενδίδουμε σε κάποια αισιοδοξία: αλλά αν μια ομάδα δυνάμεων μπορούσε να ξεπεράσει την κρίση του κόσμου μας, η Δύση θα βρισκόταν στην πρώτη γραμμή, όταν η Ανατολή θα έφτανε στο σημείο που αντιστοιχεί στην τρέχουσα κρίση μας, την οποία σε εκείνο το σημείο θα είχαμε αφήσει πίσω μας.

Το μεγάλο πρόβλημα, το οποίο με αυτούς τους όρους φαίνεται να έχει καθολική σημασία, είναι επομένως αυτό των δυνάμεων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως βάση για μια νέα παραδοσιακή συνείδηση ​​της Δύσης , ενδεχομένως με τη συγκεκριμένη έκφραση που συγκροτείται από μια ελίτ με τη μορφή ενός Τάγματος και με όλα όσα απαιτούνται για αυτήν την αποστροφή και για αυτή τη γενική «ευθυγράμμιση» στο πεδίο του οράματος του κόσμου, των αξιών και των μεθόδων γνώσης. Αυτά, σε σχέση με τα οποία όλα όσα λέει ο Guénon διατηρούν μια απαράμιλλη εγκυρότητα και δεν θα μπορούσαν να βρουν αντίστοιχο στις ιδέες κανενός άλλου συγγραφέα της εποχής μας.

Αυτές οι σύντομες διευκρινίσεις μας, που βασίζονται σε ιδέες που είχαμε ήδη την ευκαιρία να αναπτύξουμε εκτενώς αλλού (κυρίως στο έργο μου «Εξέγερση ενάντια του Σύγχρονου Κόσμου»), θα ήθελαν να συμβάλουν στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των θέσεων του Guénon και στην υπεράσπιση του παραδοσιακού πνεύματος σε σχέση με τα περιβάλλοντα που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν κάποια αμηχανία, απέναντι στα διάφορα σημεία που αναφέρονται. Σε σύγκριση με την αρχική γαλλική έκδοση, η παρούσα ιταλική έκδοση περιέχει ορισμένες αλλαγές. Αυτό δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως πράξη αυθαιρεσίας εκ μέρους του μεταφραστή. Διατηρήσαμε εγκάρδια αλληλογραφία με τον Guénon σχεδόν μέχρι την παραμονή του θανάτου του. Εκείνη την εποχή, προτείναμε κάποιες αλλαγές στο κείμενο, εξηγώντας τους καθαρά ρεαλιστικούς λόγους για τους οποίους τις κάναμε. Κάναμε μόνο εκείνες (μικρής σημασίας, παρεμπιπτόντως) με τις οποίες συμφωνούσε.

ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.