Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παιδεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παιδεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Ο Δάσκαλος με το τριμμένο σακάκι

Ευλογημένα χρόνια τα χρόνια της παιδικής ηλικίας. Τότε που με την καρδιά αγνή και καθαρή χτίζαμε κάστρα στην άμμο, φρούρια ολόκληρα από λάσπη και πέτρες, και ο νους φτερούγιζε προς το άγνωστο και η ψυχή μας άνοιγε ορίζοντες κόσμων νέων, που αλίμονο με το πέρασμα του χρόνου όλο φαντάζουν και πιο μακρινοί, χαμένοι, θολοί, ανυπόστατοι.

Η παιδική ηλικία σημαδεύει βαθιά τον χαρακτήρα κάθε ανθρώπου, του οριοθετεί καταστάσεις, του δημιουργεί Αρχές, Ιδανικά, Πρότυπα. Σε όλα αυτά, βασικό ρόλο παίζει ο δάσκαλος, ο καθοδηγητής της παιδικής ψυχής για τα πρώτα έξι χρόνια της εκπαιδευτικής μας ζωής.

Εμείς οι νέοι των εικοσιπέντε -τριάντα χρόνων είμαστε η τελευταία γενιά, που πρόλαβε το δάσκαλο με το τριμμένο σακάκι… Τότε στα τελευταία χρόνια της «μίζερης» νεοελληνικής ζωής γύρω στο 1970, που ο καταναλωτισμός δεν είχε ακόμα ισοπεδώσει τα πάντα και η ανέχεια κρατούσε ακόμη μερικά ιδανικά ζωντανά.

Τότε που ο γέρο δάσκαλος, μη έχοντας λόγω του πενιχρού του μισθού, την οικονομική άνεση να αγοράσει καινούργιο κουστούμι, ερχόταν στο σχολείο φορώντας ένα τριμμένο σακάκι και μία ξεβαμμένη από τα χρόνια γραβάτα, σημάδια μιας Αξιοπρέπειας, της Αξιοπρέπειας του Παιδαγωγού, που αλίμονο έχει χαθεί σήμερα.

Το τριμμένο σακάκι του γέρου δασκάλου μας ήταν ό,τι και η τήβεννος για τον δικαστή, ό,τι το ράσο για τον Παπά, ό,τι η Στολή για τον Αξιωματικό. Φορώντας το υπερήφανα, τον θυμάμαι να μας μιλάει για τον Διγενή Ακρίτα, για τον Μέγα Αλέξανδρο, για την Κωνσταντινούπολη, για την Μεγάλη Ελλάδα!

Θυμάμαι τον δάσκαλο με το τριμμένο σακάκι, με δακρυσμένα μάτια να μας απαγγέλλει το «ΧΩΜΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟ» του Γεωργίου Δροσίνη, το «ΤΑΜΑ» του Κανάρη, την «ΔΕΗΣΗ ΤΟΥ ΣΑΜΟΥΗΛ» του Αρ. Βαλαωρίτη και σκέπτομαι πόσος λίγος χρόνος αρκεί για να έρθει η παρακμή, ο ξεπεσμός, η διαφθορά…

Αναλογίζομαι τον δάσκαλο με το τριμμένο σακάκι και βλέπω τον σημερινό δάσκαλο, κομψευόμενο δανδή, να μιλάει έχοντας ανοιχτά τα πέτα του πουκαμίσου του με θρασύ και πολύξερο ύφος, για τους ανύπαρκτους ήρωες της ανύπαρκτης γενιάς του δήθεν Πολυτεχνείου. Μεγαλώνουν τα παιδιά με ψεύτικους ήρωες, ανύπαρκτους νεκρούς, που έπεσαν δήθεν μαχόμενοι για κάποια ιδανικά…

Βλέπω τον σημερινό δάσκαλο να μιλάει στα παιδιά για κάποια δήθεν ειρήνη, να τα μαζεύει σε κύκλο και σε μια φωτιά συμφοράς να καίνε τα πολεμικά τους παιχνίδια και αυτός γενειοφόρος, ίδιος Μεφιστοφελής, να σαρκάζει πάνω από τις θανατερές φλόγες μιας απατηλής και στείρας ειρήνης, ενώ απέναντι στην ξεριζωμένη Ελληνική Ιωνία, ο Τούρκος τροχίζει το μαχαίρι του.

Μεγαλώνει μια γενιά τραγική, μια γενιά κούφια χωρίς ιδανικά, χωρίς όνειρα, δίχως στόχους. Ποιοί άραγε θα σηκώσουν την Σημαία της Ιδέας στο Μέλλον; Ποιοί θα κρατήσουν την φλόγα ζωντανή της πατρίδας στους χρόνους που έρχονται; Οι αντιδραστικοί, οι αμφισβητίες, οι επαναστάτες για την επανάσταση, αυτοί που ντρέπονται να πηγαίνουν με τους πολλούς. Καλώς να ‘ρθούνε λοιπόν! 

Ν. Γ. Μιχαλολιάκος – Οκτώβριος 1986

ΠΗΓΗ: xrisiavgi.com

Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

Η θεωρία της εξουσίας

Αυτή είναι η κατάσταση στην Ελλάδα. Η καθολική παρακμή είναι συνέπεια της οικογενειοκρατίας

Αλκιβιάδης Κεφαλάς*

Στην Ελλάδα δεν υπάρχει ισότητα στην εξουσία. Η πολιτική ζωή χαρακτηρίζεται από τη μακροχρόνια παρουσία οικογενειών και δικτύων στο κέντρο των αποφάσεων. Το φαινόμενο αυτό ερμηνεύεται με μεγάλη ακρίβεια από την κλασική θεωρία των ελίτ, όπως διατυπώθηκε από τον Vilfredo Pareto, τον Gaetano Mosca και τον Robert Michels, οι οποίοι υποστήριξαν ότι σε κάθε οργανωμένη κοινωνία η εξουσία συγκεντρώνεται αναπόφευκτα σε μια μειοψηφία που τείνει να αναπαράγει τον εαυτό της.

Ο Pareto μιλούσε για την «κυκλοφορία των ελίτ», θεωρώντας ότι μια κοινωνία παραμένει δυναμική μόνο όταν νέες ομάδες μπορούν να αντικαταστήσουν τις παλαιές. Όταν αυτή η κυκλοφορία περιορίζεται, η χώρα οδηγείται σε παρακμή. Ο Mosca τόνισε ότι πάντα υπάρχει μια οργανωμένη μειοψηφία που κυβερνά μια ανοργάνωτη πλειοψηφία, ενώ ο Michels διατύπωσε τον περίφημο «σιδερένιο νόμο της ολιγαρχίας», σύμφωνα με τον οποίο τα δημοκρατικά συστήματα τείνουν να ελέγχονται από μικρές ομάδες που επιδιώκουν τη διατήρηση της ισχύος τους.

Η θεωρία αυτή περιγράφει μια δομική τάση των κοινωνιών να δημιουργούν σταθερές ελίτ, οι οποίες έχουν συμφέρον να διατηρούν τις συνθήκες που επιτρέπουν την αναπαραγωγή τους. Σε αυτό το πλαίσιο, η ύπαρξη πολιτικών δυναστειών είναι μηχανισμός συνέχειας της εξουσίας. Το οικογενειακό όνομα, τα δίκτυα, η πρόσβαση σε πόρους, η γνώση των μηχανισμών του κράτους και των κομμάτων, η παρουσία στα μέσα ενημέρωσης και η δυνατότητα ελέγχου της πολιτικής ατζέντας αποτελούν μορφές κεφαλαίου που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά.

Όσο πιο αδύναμοι είναι οι θεσμοί αξιοκρατίας τόσο ευκολότερα αυτές οι μορφές κεφαλαίου μετατρέπονται σε δικτατορία και η δημοκρατία δεν λειτουργεί, επειδή η πρόσβαση στην εξουσία παραμένει αδύνατη. Με αφορμή την αυτοκτονία καθηγήτριας στη Θεσσαλονίκη λόγω της βίας των μαθητών της και την απαξίωσή της από το σύστημα τονίζεται ότι ο καθοριστικός παράγοντας που επιτρέπει ή εμποδίζει την ανανέωση των ελίτ είναι οι αυστηροί θεσμοί στη δημόσια εκπαίδευση. Όταν το δημόσιο σχολείο δημιουργεί πολίτες με υψηλότερη ηθική και γνωστικές δεξιότητες, μεγαλύτερη αυτονομία σκέψης και μεγαλύτερη ικανότητα συμμετοχής στη δημόσια ζωή και υψηλό δείκτη ευφυΐας, αυξάνεται η κοινωνική κινητικότητα και επιτρέπεται η είσοδος νέων ανθρώπων στις ελίτ. Αντίθετα, όταν η εκπαίδευση υποβαθμίζεται, η μέση ευφυΐα του πληθυσμού μειώνεται ως αποτέλεσμα περιβάλλοντος και θεσμών.

Η ανυπαρξία πειθαρχίας, η απουσία αξιολόγησης και η κοινωνική απαξίωση του σχολείου οδηγούν σε γενικευμένη πτώση δεξιοτήτων, η οποία έχει άμεσες συνέπειες στην οικονομία, στη διοίκηση και την ποιότητα της δημοκρατίας. Ο φαύλος κύκλος διατηρείται. Η ελίτ παράγει συνειδητά αδύναμη εκπαίδευση, αυτή παράγει χαμηλό επίπεδο γνωστικών δεξιοτήτων, ενώ ένας πληθυσμός με ανύπαρκτες δεξιότητες αδυνατεί να απαιτήσει αποτελεσματικούς θεσμούς και να ελέγξει την εξουσία. Αυτό επιτρέπει στις ίδιες πολιτικές ομάδες να παραμένουν στην κορυφή, ενισχύοντας τη θεσμική αδράνεια.

Με τον τρόπο αυτό η αναπαραγωγή της εξουσίας δεν χρειάζεται να επιβληθεί με καταναγκασμό· προκύπτει από τη δομή των θεσμών και των ευκαιριών. Ο Bertrand Russell είχε επισημάνει ότι η διαμόρφωση χαρακτήρα και πεποιθήσεων από τις ελίτ μέσω εκπαίδευσης και πολιτισμικών μηχανισμών οδηγεί σε παγίωση των διαφορών μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Η ελληνική περίπτωση παρουσιάζει χαρακτηριστικά που περιγράφονται σε αυτό το μοτίβο. Η διαφορά σε σχέση με χώρες με ισχυρότερη θεσμική λειτουργία βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο οργανώνονται η παιδεία, η διοίκηση και η πολιτική ανταγωνιστικότητα.

Συνεπώς, η ποιότητα της δημοκρατίας εξαρτάται από το αν οι ελίτ ανανεώνονται και εάν η εκπαίδευση παραμένει ισχυρή. Όταν η εκπαίδευση αποδυναμώνεται και οι θεσμοί καταργούνται, η αναπαραγωγή της εξουσίας γίνεται ευκολότερη ενώ το συνολικό κοινωνικό δυναμικό μειώνεται. Και όταν αυτό συμβεί, η παρακμή εμφανίζεται ως συνέπεια ενός συστήματος που δεν ανανεώνεται. Αυτή είναι η κατάσταση στην Ελλάδα. Η καθολική παρακμή είναι συνέπεια της οικογενειοκρατίας.

*Διδάκτωρ Φυσικής του πανεπιστημίου του Μάντσεστερ, UK, τ. διευθυντής Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών

ΠΗΓΗ: www.dimokratia.gr

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

Το σχολείο που χάσαμε

Ο σεβασμός προς τον εκπαιδευτικό δεν θεωρείται πλέον αυτονόητος, η πειθαρχία αντιμετωπίζεται συχνά ως αυταρχισμός και η υπενθύμιση των ευθυνών των μαθητών ως περιορισμός της ελευθερίας τους

Γιάννης Κουριαννίδης*

Το γεγονός του θανάτου της καθηγήτριας στη Θεσσαλονίκη δεν πρέπει να ξεπεραστεί ως ακόμη μία τραγική είδηση, αφού αντανακλά μια βαθύτερη κρίση του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Μια κρίση που δεν αφορά μόνο τα προγράμματα σπουδών και το εξεταστικό σύστημα, αλλά πρωτίστως στην ίδια την ηθική και θεσμική ισορροπία μέσα στο σχολείο.

Χωρίς να επιθυμούμε να εστιάσουμε στο συγκεκριμένο γεγονός, η ελληνική εκπαίδευση γενικότερα δείχνει να κινείται σε μία επικίνδυνη μονομέρεια, που έχει να κάνει με την ολοένα αυξανόμενη έμφαση στα λεγόμενα «δικαιώματα των παιδιών», χωρίς αντίστοιχη έμφαση και στις υποχρεώσεις τους. Η παιδαγωγική ισορροπία, που αποτελούσε κάποτε τον πυρήνα της εκπαιδευτικής διαδικασίας, έχει διαταραχθεί, αφού συχνά ο εκπαιδευτικός, πέραν της δοκιμασίας των ορίων του από τη συμπεριφορά μαθητών, αντιμετωπίζει και γονείς που του συμπεριφέρονται όχι ως συνεργάτη, αλλά αντίπαλο στην αγωγή των παιδιών τους.

Έτσι, ο σχολικός εκφοβισμός από άρρωστο φαινόμενο μεταξύ μαθητών ασκείται πλέον και σε βάρος των εκπαιδευτικών! Και ο δάσκαλος από πυλώνας της σχολικής κοινότητας καταλήγει να είναι ένας επαγγελματίας που λειτουργεί χωρίς καμιά θεσμική στήριξη. Η ευθύνη δεν βαρύνει απλώς συγκεκριμένα πρόσωπα. Τα τελευταία χρόνια όποια συζήτηση περί της εκπαίδευσης περιορίζεται σε τεχνοκρατικές έννοιες και προσεγγίσεις, χωρίς να αγγίζει τον ουσιαστικό ρόλο του σχολείου ως χώρο διαμόρφωσης χαρακτήρων και αξιών.

Για δεκαετίες, η ελληνική παιδεία στηριζόταν σε ένα αξιακό υπόβαθρο, με σαφή τα μηνύματα για σεβασμό προς τον δάσκαλο, αγάπη προς την πατρίδα, σύνδεση με τη θρησκεία και την παράδοση, την οικογένεια και την πνευματική μας κληρονομιά. Όχι ως μηχανισμός επιβολής, αλλά ως ένα πλαίσιο ηθικής συγκρότησης. Σήμερα αυτά έχουν ανατραπεί. Ο σεβασμός προς τον εκπαιδευτικό δεν θεωρείται πλέον αυτονόητος, η πειθαρχία αντιμετωπίζεται συχνά ως αυταρχισμός και η υπενθύμιση των ευθυνών των μαθητών ως περιορισμός της ελευθερίας τους. Έτσι, συχνά οι μαθητές λειτουργούν χωρίς σαφή όρια, οι γονείς παρεμβαίνουν συγκρουσιακά και οι εκπαιδευτικοί βρίσκονται στη μέση αυτής της έντασης.

Αν θέλουμε να τιμήσουμε πραγματικά τη μνήμη μιας εκπαιδευτικού που υπηρέτησε το δημόσιο σχολείο, δεν αρκεί η συγκίνηση των πρώτων ημερών. Απαιτείται μία ειλικρινής και θαρραλέα επανεξέταση του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την εκπαιδευτική διαδικασία. Χρειαζόμαστε ένα σχολείο που να προστατεύει τους μαθητές, αλλά και τους δασκάλους. Που να διδάσκει δικαιώματα αλλά και ευθύνες. Που να ενθαρρύνει τον διάλογο αλλά να μην ανέχεται την προσβολή και την απαξίωση.

Κυρίως, όμως, χρειαζόμαστε την επαναφορά της έννοιας του σεβασμού ως θεμελιώδους αρχής της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Σεβασμού προς τον άνθρωπο που μέσα στην τάξη μεταδίδει γνώση, εμπειρίες και αξίες. Διότι, όταν το σχολείο παύει να προστατεύει τους δασκάλους του, τότε δεν κινδυνεύει απλώς το λειτούργημα του εκπαιδευτικού, καταντώντας ταυτόχρονα ένα απλό επάγγελμα. Κινδυνεύει και απαξιώνεται η ίδια η ποιότητα της παιδείας και, τελικά, το μέλλον της κοινωνίας μας.

Η τραγική απώλεια της εκπαιδευτικού Σοφίας Χρηστίδου δεν πρέπει να χαθεί μέσα στον θόρυβο της καθημερινότητας, αλλά να γίνει αφορμή για μία σοβαρή συζήτηση περί του ποιου σχολείου θέλουμε, αλλά και ποιων αξιών επιθυμούμε να μεταδώσουμε στις επόμενες γενιές. Γιατί η παιδεία δεν είναι ένας απλός θεσμός, αλλά το εργαλείο διαμόρφωσης μιας κοινωνίας στην οποία επιθυμούμε να είμαστε μέλη της. Εμείς και τα παιδιά μας…

* Διευθυντής περιοδικού «Ενδοχώρα»

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

Η ζούγκλα του μαυροπίνακα σε νέα μορφή

Εκφοβισμός δασκάλων

ΠΗΓΗ: www.dimokratia.gr

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Αντισταθείτε στην κακοποίηση της γλώσσας μας!

Η ελληνική γλώσσα επώασε και γέννησε φιλοσοφία, θέατρο, επιστήμες. Έχρισε Παρθενώνες με λέξεις. Σήμερα χτίζει στόρις, ποσταρίσματα και κονσεπτουάλ καταστάσεις! Αν η γλώσσα ήταν άνθρωπος, θα είχε ήδη καταθέσει ασφαλιστικά μέτρα εναντίον μας. Και θα τα κέρδιζε, σίγουρα!

Ο σύγχρονος Έλληνας δεν μιλά, κάνει απντέιτ. Δεν έχει πρόβλημα, αλλά πρόμπλεμ. Και δεν στενοχωριέται, αλλά είναι σε μια φάση. Παλιά λέγαμε «πρόκληση», τώρα λέμε «τσάλεντζ»! Η δολοφονία της γλώσσας αρχίζει από τα απλά, ύπουλα. «Θα κάνουμε έναν καφέ». Μήπως θα τον συναρμολογήσουμε με βίδες; «Έχω ένα άγχος», αλλά δεν μπορείς να έχεις δύο! Η γλώσσα προσπαθεί να αντισταθεί, αλλά πνίγεται μέσα σε προθέσεις που μπαίνουν όπου να ‘ναι και άρθρα που φυτρώνουν σαν αγριάδα.

Και μετά έρχονται τα γκρίκλις. Το τελειωτικό χτύπημα! «Ti kaneis re file? Ola kala?» Ένα υβρίδιο που δεν είναι ούτε ελληνικά ούτε αγγλικά, είναι κάτι σαν γλωσσικό τουρλού. Η ορθογραφία, κάποτε περήφανη, σήμερα ζει σε καθεστώς εξορίας. Το «ότι» και το «ό,τι» έχουν πάψει να μιλούν μεταξύ τους.

Η τεχνολογία, λένε, φταίει. Αλλά όχι. Το οτοκορέκτ του κινητού έχει παραιτηθεί εδώ και χρόνια. Δεν προλαβαίνει. Βλέπει, «εντάξη μορέ, όλα καλά» και απλώς κλείνει τα μάτια. Τα ιμότζι έχουν αναλάβει καθήκοντα επιθέτων, επιρρημάτων και ψυχοθεραπευτών. Ένα φατσάκι αντικαθιστά τρεις παραγράφους. Ένα άλλο λύνει φιλοσοφικές διαφορές. Ο Αριστοτέλης, αν είχε ιμότζι, ίσως να μην έγραφε καν «Ηθικά Νικομάχεια». Θα έστελνε ένα ιμότζι, πάπαλα.

Και μέσα σε όλα η υπερβολή. «Πέθανα στα γέλια». «Έπαθα εγκεφαλικό». «Καταστράφηκα»! Γιατί αν δεν πεθάνεις τρεις φορές σε μια συζήτηση, δεν θεωρείσαι εκφραστικός. Η γλώσσα όμως δεν αντέχει τόσες κηδείες. Το πιο πικρό; Δεν φταίει κανείς ξένος. Δεν ήρθαν βάρβαροι να μας την πάρουν. Δεν χρειάστηκε εισβολή. Την παραδώσαμε μόνοι μας, με ένα «γουατέβερ, μωρέ» και ένα «σιγά, όλοι καταλαβαίνουν». Και ναι, όλοι καταλαβαίνουν. Αλλά μήπως αυτό δεν είναι το ελάχιστο; Η γλώσσα δεν είναι απλώς εργαλείο συνεννόησης. Είναι μνήμη, είναι σκέψη, είναι τρόπος να βλέπεις τον κόσμο. Όταν τη φτωχαίνεις, φτωχαίνεις κι εσύ.

Βέβαια, ας μην είμαστε υπερβολικοί, άλλωστε, είπαμε, πεθαίνουμε εύκολα τελευταία. Η ελληνική γλώσσα έχει επιβιώσει από αυτοκρατορίες, πολέμους, κατοχές και λογοκρισίες. Ίσως επιβιώσει και από τα «θα σε πάρω πίσω» και τα «κάνω απλά». Αλλά κάπου εκεί, ανάμεσα σε ένα «ρε φίλε» και ένα «ΟΚ, κουλ», ακούγεται ένας ψίθυρος. Είναι η γλώσσα που δεν πέθανε και μας θυμίζει τα λόγια του Σεφέρη: «Ὁ Θεὸς μᾶς χάρισε μιὰ γλῶσσα ζωντανή, εὔρωστη, πεισματάρα καὶ χαριτωμένη, ποὺ ἀντέχει ἀκόμη, μολονότι ἔχουμε ἐξαπολύσει ὅλα τὰ θεριὰ γιὰ νὰ τὴ φάνε». Αντισταθείτε!

Η ΑΚΙΣ

ΠΗΓΗ: www.dimokratia.gr

2 ΑΡΘΡΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

Κύριοι γλωσσοδιώκται: νενικήκατε

Οι μεταρρυθμισταί (τρόπος τού λέγειν) τού έτους 1976 δεν ενεταφίασαν τήν καθαρεύουσαν. Ενεταφίασαν τήν γλώσσαν. Τήν πλαστικωτέραν γλώσσαν τού κόσμου. Τήν σταθεροτέραν παράμετρον τής εθνικής ιδιοπροσωπείας. Ο νόμος 309/1976 δεν τήν απήλλαξεν «ιδιωματισμών» και «ακροτήτων». Επέβαλεν ως γλώσσαν διδασκαλίας, ως αντικείμενον διδασκαλίας, ως γλώσσαν τών διδακτικών βιβλίων όλων τών βαθμίδων τής γενικής εκπαιδεύσεως, άνευ τής συγκαταθέσεως τής Ακαδημίας Αθηνών και τής Συγκλήτου τών καθ’ ύλην αρμοδίων Πανεπιστημίων, τήν έκφρασιν τού πεζοδρομίου, τό λεξιλόγιον τών αχθοφόρων και τών οικοδόμων τής οδού Αθηνάς, τό ύφος τών λεμβούχων τού Πειραιώς, τήν τεχνικήν τών χωρικών τής υπαίθρου. Η επίσημος γλώσσα τού Ελληνικού Κράτους, η γραφομένη και ομιλουμένη γλώσσα τών εγγραμμάτων, η γλώσσα τών επιστημών, ο σύνδεσμος με τήν γλώσσαν τού Πλάτωνος και τού Αριστοτέλους, τού Θουκυδίδου και τού Ξενοφώντος, τού Ισοκράτους και τού Δημοσθένους, τού Αισχύλου και τού Ευριπίδου, η π α ν ε λ λ ή ν ι ο ς γ λ ώ σ σ α, η διαδοθείσα υπό τού Μεγάλου Αλεξάνδρου επίσημος δ ι ε θ ν ή ς  γ λ ώ σ σ α, η χρησιμοποιηθείσα υπό τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και υπό τών Αποστόλων, η γλώσσα τής Κ α ι ν ή ς Δ ι α θ ή κ η ς, η γλώσσα τών Ευαγγελίων και τής Αποκαλύψεως, αντικατεστάθη βιαίως και αιφνιδίως, εική και ως έτυχεν, διά νόμου μοναδικού εις τήν ιστορίαν τής ανθρωπότητος, αποτόκου κοινοβουλευτικής πλειονοψηφίας συγκυριακής και μετά από μόλις εν έτος (1977) μη υφισταμένης, εκ τής διαλέκτου τών καπηλείων.

Οι γλωσσοκτόνοι, καταληφθέντες εκ μανίας αντιθέσεώς των προς τάς κυβερνήσεις τής περιόδου τών ετών 1967 έως 1974, εξ ενός ασυγκρατήτου μεταπολιτευτικού «αποχουντοποιητικού» αμόκ, παρέσυραν και τήν γλώσσαν. Δεν εφόνευσαν μόνον πτώσεις, κλίσεις και εγκλίσεις. Εφόνευσαν γλωσσικώς τό Έθνος. Αυτουργός τής πράξεως ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής. Τήν εξετέλεσεν υπό τήν επιρροήν τού Ευαγγέλου Παπανούτσου. Άμεσος και αναγκαίος συνεργός του ο υπουργός εθνικής παιδείας και θρησκευμάτων αλλά και προεδρίας τής κυβερνήσεως Γεώργιος Ράλλης, μετέπειτα υπαίτιος και τής εγκυκλίου χρήσεως τής δημοτικής, τής γλώσσης τού δημοτικού σχολείου, εις τήν δημοσίαν διοίκησιν από τής 1.2.1977.

Επηκολούθησαν αι κακόζηλοι δημοτικοφανείς «μεταφράσεις» και αργότερον, επί ΠΑ.ΣΟ.Κ., αι «μεταγλωττίσεις» εκ τής καθαρευούσης. Τό πασπάλισμα τών γλωσσικών γλυκισμάτων με δημοτικόσκονην. Η βιαία προσαρμογή τής γλώσσης από αγραμμάτους. Η κακοποίησις τών ρημάτων. Η ανταισθητική παράλειψις τών χρονικών αυξήσεων. Η ταύτισις τού στιγμιαίου με τό διαρκές. Οι βαρβαρισμοί. Οι σολοικισμοί. Η παραβίασις και τού τυπικού. Η επιβολή μιας αποκρουστικής ομοιομορφοποιήσεως. Η επιθετοποίησις τών επιρρημάτων. Η σύγχυσις τού «αμέσως», τού «προηγουμένως», τού «ευχαριστως», με τό «άμεσα», «προηγούμενα», «ευχάριστα». Τό «πριν από» εγένετο «πριν τό». Τό «μέχρι τού» εγένετο «μέχρι τό». Τό «ως» εγένετο «σαν». Τό «ότι» εγένετο «πως». Η «αντικειμενικοποίησις» ενισχύθη εις «εξαντικειμενικοποίηση». Ο κατάλογος τών καταστραφεισών, διαστραφεισών και διαγραφεισών εκ τής ομιλουμένης και γραφομένης γλώσσης λέξεων και φράσεων θα ήτο ατελείωτος, εάν επεχειρείτο εδώ μνημόσυνον τών θεμελιωδών κανόνων τής γραμματικής και τού συντακτικού.  

Η αγοραία, απελπιστική, ετοιμόρροπος έκφρασις τής γλώσσης, ο δημόσιος εκβαρβαρισμός της, επεξετάθησαν εις τό κοινοβούλιον. Μετουσιώθησαν εις τόν γλωσσικόν ολοκληρωτισμόν τού ΠΑ.ΣΟ.Κ., τής Ν.Δ. και ακολούθως τού ΣΥ.ΡΙΖ.Α. . Εις τήν αδιάλειπτον επικοινωνίαν των με τόν λαόν, χρησιμοποιούνται λέξεις πτωχαί, αποψιλωμέναι, απονευρωμέναι, αι οποίαι δυναμιτίζονται και συνθηματοποιούνται. Δεν είναι μικρός ο κίνδυνος εκ τής συστηματικής επιδόσεως τής πολιτικής εις τήν συνθηματολογικήν λεξιθηρίαν. Τά μεγάλα κόμματα τής μεταπολιτεύσεως (οφείλομε να ομολογήσωμε : περισσότερον τό ΠΑ.ΣΟ.Κ. και οι κομμουνισταί) ικανοποιούσι τήν μισαλλοδοξίαν των και βεβαιούσι τήν επαναστατικήν ορθοδοξίαν των με μιαν ακατάσχετον ακυρολογίαν. Διά τά δημαγωγικά των επιτελεία, η βαρβαρική προφορά, η ανύπαρκτος φθογγολογική αγωγή, ο εντυπωσιοθηρικός παρατονισμός, η καταρρέουσα σύνταξις, δεν έχουσι σημασίαν. Σημασίαν έχει η προσπάθεια διαμορφώσεως κομματικής, αγελοποιητικής συνειδήσεως. «Λόγια, λόγια, λόγια» με δεκανίκια, όλα κομμένα και ραμμένα εις τό «πρόγραμμα» τού κόμματος. Αποθέωσις τής ασαφείας και τής σπουδαιοφανείας. Λεκτική κενολογία με ύφος δημοτικοφανές.

Με όσην αλεξίγλωσσον προστασίαν και αν οπλιστή κανείς, θα υποστή τήν γραμματικήν και τό συντακτικόν τής δημοσίας και ιδιωτικής τηλεοράσεως, τών τηλεοπτικών δυναστών ημών - εκτός από τάς ειδήσεις υποφέρουσι και αι λέξεις. Τελικώς, τό ραδιόφωνον είναι προτιμώτερον τής τηλεοράσεως και διότι, εις τήν περίπτωσίν του, τά παράσιτα ακούονται μόνον, εν ώ, εις τήν περίπτωσίν της, ακούονται και…βλέπονται. Η επίθεσις όμως εναντίον τής γλώσσης δεν περιωρίσθη εις τό κοινοβούλιον, τήν τηλεόρασιν και τό ραδιόφωνον. Κατέλαβε και τόν έγγραφον τύπον και ήδη και τό διαδίκτυον, ένθα η ελαχιστοποίησις τού λεξιλογίου, αι απελπιστικαί κοινοτοπίαι, η συνθηματοποίησις, η φραστική αοριστολογία, η ανεύθυνος ακυρολογία, η γενικομανία, ο εκλατινισμός, έλαβον διαστάσεις αληθούς γλωσσικής επιδημίας.

Τήν ηθικήν σήψιν διεδέχθη η γλωσσική σήψις τής μεταπολιτεύσεως. Η αντιγλωσσική και, κατά συνέπειαν, ανθελληνική δραστηριότης τών παιδαγωγών τής εθνικής αμνησίας υπό τό ψευδώνυμον τής δημοτικής, η γιγαντιαία επιχείρησις παραποιήσεως και παραμορφώσεως τής γλώσσης, είναι ο αμεσότερος κίνδυνος κατά τής συνεχείας και τής υποστάσεως τού Έθνους. Σήμερον αναγιγνώσκομε ότι τό ήμισυ περίπου τών μαθητών τής πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου εκπαιδεύσεως είναι λειτουργικώς αναλφάβητοι, ότι «τά παιδιά δεν ξέρουν Ελληνικά».

Υπόλογοι και υπόδικοι ενώπιον τού Έθνους και τής Ιστορίας οι νεκροθάπται τού 1976, αρξάμενοι χειρών αδίκων.

Εδημοσιεύθη εις εφημερίδαν Εστία

Σπυρίδων Αλφαντάκης, Δ.Ν., Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

ΠΗΓΗ: info@salfantakis.gr

Νά ζήσουμε, νά τήν θυμόμαστε τήν γλῶσσα

Πῆγε ἡ σύζυγος στό σοῦπερ μάρκετ καί μπῆκαν τέσσερα νεαρά ἀγόρια, μαθητές τοῦ γειτονικοῦ Λυκείου.

Τά παιδιά, φυσικά, μιλοῦσαν τά δικά τους «ἑλληνικά», συνοδεύοντας σχεδόν κάθε λέξη μέ τό γνωστό «κοσμητικό» πού ἀρχίζει ἀπό «μαλ…». Δέν ξέρω τί τήν ἔπιασε καί τούς μίλησε. «Βρέ παιδιά, πῶς μιλᾶτε ἔτσι; Γνωρίζετε ὅτι σήμερα εἶναι ἡ Παγκόσμιος Ἡμέρα τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσας;» τούς λέει.

«Μπά, τί εἶναι αὐτό πάλι;» ρωτᾶ ὁ ἕνας ἐκ τῶν νεαρῶν. Ἡ σύζυγος προσπαθεῖ «νά βγάλει εἴδηση» καί ἐπιμένει. «Γνωρίζετε τόν Πλάτωνα;» ἐρωτᾶ καί ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλῆ: «Ποιός εἶναι αὐτός;». Μοῦ ἀφηγήθηκε τό συμβάν καί ἐπέμεινα ὅτι δέν ἦταν δυνατόν νά μήν ἔχουν, ἔστω καί ἀκουστά, γνώση γιά τόν Πλάτωνα, ἀλλά ἀργότερα σκέφθηκα ὅτι εἶναι πολύ πιθανόν.

Γιατί νά ἔχει ἀκούσει τό σημερινό παιδί, ὁ σημερινός μαθητής Λυκείου, «Τί τηνικάδε ἀφίξαι, ὦ Κρίτων; οὐ πρῲ ἔτι ἐστίν;», ὅπως τά μαθαίναμε ἐμεῖς ἀπό τήν δευτέρα Γυμνασίου; Στήν πρώτη μαθαίναμε «Πιστεύω τῷ φίλῳ, πιστόν φίλον ἐν κινδύνοις γιγνώσκεις, ὁ φίλος τόν φίλον ἐν κινδύνοις οὐ λείπει» στά «Ἀρχαῖα Ἑλληνικά» τοῦ Ζούκη καί οἱ καθηγητές μας ἀπαγόρευαν νά κυκλοφορεῖ στήν τάξη ἡ «Μετάφραση»!

Εἶμαι βέβαιος ὅτι περισσότερα παιδιά γνωρίζουν ὅτι ὁ «Πλάτων» εἶναι ἰδιωτικό σχολεῖο ἤ γυμναστήριο στήν Νίκαια παρά ὅτι θεωρεῖται ὁ πατέρας τῆς Φιλοσοφίας. Ἀλλά ἀντί νά ζητᾶμε εὐθύνες ἀπό τούς νέους, ἴσως θά ἦταν καλύτερα νά τίς ζητήσουμε ἀπό ἐκείνους τούς τύπους οἱ ὁποῖοι εἶχαν καταλάβει τά «θερινά ἀνάκτορα» τοῦ συνδικαλισμοῦ καί, ἀκολουθῶντας τό παράδειγμα πού ἔδωσαν ὁρισμένοι «δεξιοπροοδευτικάριοι», δέν κατήργησαν μόνον τά πνεύματα καί τούς τόνους, ἀλλά «ἄλλαξαν τά φῶτα» στήν ἔρημη τήν ἑλληνική γλῶσσα. Ἄσε πού βγῆκαν καί οἱ «λεξιπλάστες» καθηγητάδες καί «ἀκαδημαϊκοί» καί μᾶς ἔλεγαν ὅτι δέν πρέπει νά λέμε «ἡ γραμματεύς» ἤ «ἡ γραμματέας», ἀλλά νά λέμε –καί νά γράφουμε– «ἡ γραμμάτισα»! Καί οἱ ἄνθρωποι αὐτοί ὄχι μόνον ἔδρεψαν –πολλαπλῶς– δάφνες, ἀλλά φρόντισαν νά μᾶς «μορφώσουν» καί ἀπό τήν δημόσια τηλεόραση!

Ἄντε, λοιπόν, νά πεῖς στά σημερινά νέα παιδιά «Δαρείου καί Παρυσάτιδος γίγνονται παῖδες δύο» ἤ νά τούς πεῖς ὅτι στό Γυμνάσιο μαθαίναμε… λατινικά καί λέγαμε «νεράκι» τό «Hannibal, Hamilcaris filius carthaginiensis», ἤτοι «Ὁ Ἀννίβας, υἱός τοῦ Ἀμίλκα, ἦτο Καρχηδόνιος»…

Στά δικά μας χρόνια, ἡ φράση «Ὁ Ἀννίβας πρό τῶν πυλῶν» λεγόταν ἀκόμη καί ἀπό τούς ἀναμεταδότες (σπῆκερ) τῶν ποδοσφαιρικῶν ἀγώνων. «Καί ὁ Πανάκης ἑτοιμάζεται νά κτυπήσει τό πέναλτυ καί νά ἐκπορθήσει τήν ἑστίαν τοῦ Θεοδωρίδη, λές καί εἶναι ὁ Ἀννίβας πρό τῶν πυλῶν!», τήν ἔχω ἀκούσει αὐτή τήν περιγραφή, ἀπό τόν σπουδαῖο Μιχάλη Γιαννακάκο, τόν «σπῆκερ» γλωσσοπλάστη, ὁ ὁποῖος περιέγραφε τούς ἀγῶνες ποδοσφαίρου λές καί συνέγραφε βιβλία τσέπης. Ποῦ ἀκοῦν τά παιδιά σήμερα ἑλληνικά; Ἐμεῖς τά μαθαίναμε διαβάζοντας ἐφημερίδες (ποιός διαβάζει, ἀλήθεια, σήμερα;) καί ἀκούγοντας ἐκπομπές στό ραδιόφωνο, «Τό θέατρο τῆς Δευτέρας» καί «Τό θέατρο τῆς Τετάρτης». Ἀκόμη καί οἱ «Ἀστυνομικές Ἱστορίες τοῦ Τζών Γκρήκ» μιλοῦσαν ἄπταιστα ἑλληνικά. Σήμερα, οἱ ὀκτώ στίς δέκα λέξεις πού χρησιμοποιοῦν οἱ νέοι εἶναι ξένες, ἐνῷ ἡ ἐπικοινωνία τους περιορίζεται σέ πεντακόσιες ὅλες κι ὅλες λέξεις! Δυστυχῶς, ἡ ἑλληνική γλῶσσα πνέει τά λοίσθια. Νά ζήσουμε, νά τήν θυμόμαστε!