Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026

Η στρατιωτική νίκη του 1949 και η ιδεολογική ήττα που ακολούθησε.

  

Φέτος συμπληρώνονται εβδομήντα επτά χρόνια από τον Αύγουστο του 1949, όταν ο Ελληνικός Στρατός, με τις επιχειρήσεις «Πυρσός», συνέτριψε τις τελευταίες οργανωμένες δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού (παραπληροφόρηση ακόμα και στο όνομα οι κομμουνιστές) στον Γράμμο και στο Βίτσι και έβαλε τέλος στον Συμμοριτοπόλεμο. Η στρατιωτική αναμέτρηση είχε κριθεί. Η Ελλάδα παρέμεινε ελεύθερη και αδιαίρετη και δεν ακολούθησε την πορεία των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης προς το κομμουνιστικό καθεστώς της Μόσχας. 

Η ιστορία όμως δεν τελείωσε εκεί. Η νίκη στο πεδίο της μάχης δεν σήμαινε και οριστική ιδεολογική επικράτηση. Και εδώ βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα παράδοξα της μεταπολεμικής Ελλάδας: ένα κράτος που είχε μόλις εξέλθει από έναν αιματηρό εμφύλιο, σταδιακά πέρασε από την αυστηρή αντικομμουνιστική πολιτική των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων σε μια διαδικασία πολιτικής και κοινωνικής ενσωμάτωσης της Αριστεράς, η οποία τελικά θα της επέτρεπε να αποκτήσει τεράστια επιρροή στην παιδεία, στον πολιτισμό και στη δημόσια ζωή. Χρειάζεται, βέβαια, ιστορική ακρίβεια. Δεν είναι αλήθεια ότι το ΚΚΕ της δεκαετίας του 1950 και του 1960 δρούσε νόμιμα και ελεύθερα «παντού». Το ΚΚΕ παρέμενε παράνομο, ενώ υπήρχαν διώξεις, φυλακίσεις, εκτοπίσεις, πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων και σοβαροί πολιτικοί αποκλεισμοί. Η μεταπολεμική Ελλάδα είχε έντονο αντικομμουνιστικό κράτος ασφαλείας και αυτό δεν μπορεί να διαγραφεί από την ιστορική μνήμη. Υπήρχε όμως και μια δεύτερη πραγματικότητα, την οποία συχνά παραβλέπουμε. Παρά την απαγόρευση του ΚΚΕ, η Αριστερά δεν εξαφανίστηκε από την πολιτική και κοινωνική ζωή. Το 1951 ιδρύθηκε η ΕΔΑ με την ανοχή της δημοκρατίας, η οποία αποτέλεσε τη νόμιμη πολιτική έκφραση της κομμουνιστικής Αριστεράς και διατηρούσε στενούς δεσμούς με το παράνομο ΚΚΕ. Το γεγονός ότι στις εκλογές του 1958 συγκέντρωσε περίπου 24% των ψήφων και αναδείχθηκε αξιωματική αντιπολίτευση αποδεικνύει ότι η Αριστερά είχε ήδη αποκτήσει σημαντική κοινωνική και πολιτική επιρροή μέσα στο ίδιο το κοινοβουλευτικό σύστημα.

Αυτό είναι το σημείο που αξίζει να μελετήσει η εθνική πλευρά χωρίς υπερβολές αλλά και χωρίς ιστορική αφέλεια. Το ΚΚΕ μπορεί να ήταν παράνομο ως κόμμα, όμως οι ιδέες του δεν ήταν δυνατόν να τεθούν εκτός κοινωνίας. Και δεν ήταν δυνατόν να αποκλειστούν γιατί την δημοκρατία την συνέφερε η λαϊκή αντίδραση της φτώχειας και της ανέχειας να εκφράζονται από ένα ακίνδυνο πολιτικό εχθρό και όχι από τον πραγματικό εκφραστή του Λαού, που δεν είναι άλλος από τον Εθνικό Κοινωνισμό! 

Συνειδητά λοιπόν η δημοκρατία επέλεξε να αφήσει το ΚΚΕ παρόλα τα εγκλήματα του να δραστηριοποιείται στην κοινωνία.  Το ΚΚΕ λοιπόν εκφράζονταν μέσα από την ΕΔΑ, τον Τύπο, τις οργανώσεις νεολαίας, τα εργατικά και φοιτητικά κινήματα, τη λογοτεχνία και σταδιακά έναν ολόκληρο πολιτιστικό χώρο. Η Αριστερά κατάφερε να μετατρέψει τη δική της ιστορική ήττα σε μια μακρόχρονη μάχη για τη διαστρέβλωση της μνήμης, την παιδεία και την πολιτιστική επιρροή. Η δεκαετία του 1960 υπήρξε καθοριστική. Η άνοδος της ΕΔΑ, η δημιουργία της Ένωσης Κέντρου και η γενικότερη αμφισβήτηση του μεταπολεμικού πολιτικού συστήματος δημιούργησαν ένα νέο περιβάλλον. Η Αριστερά άρχισε να παρουσιάζει τη δική της αφήγηση για την Κατοχή, την Αντίσταση και τον Συμμοριτοπόλεμο. Δεν αρκούσε πλέον να συμμετέχει στην πολιτική. Επιχειρούσε να διαμορφώσει και τον τρόπο με τον οποίο η επόμενη γενιά θα αντιλαμβανόταν την ίδια την ελληνική ιστορία. Και εδώ βρίσκεται η πραγματική ιδεολογική ήττα της εθνικής παράταξης. Όχι στο ότι αριστεροί καλλιτέχνες τραγούδησαν ή αριστεροί διανοούμενοι έγραψαν. Αυτό είναι αυτονόητο σε μια ελεύθερη κοινωνία. Η ήττα βρίσκεται στο ότι η εθνική πλευρά δεν δημιούργησε αντίστοιχα ισχυρό πνευματικό και πολιτιστικό ρεύμα. Άφησε σε μεγάλο βαθμό την Αριστερά να εμφανίζεται ως αποκλειστική εκπρόσωπος του Λαού, της κοινωνικής δικαιοσύνης, της νεολαίας, της διανόησης και της προόδου. 

Μετά το 1974 η εξέλιξη επιταχύνθηκε. Η κυβέρνηση Καραμανλή νομιμοποίησε το ΚΚΕ ως μέρος της διαδικασίας δημοκρατικής αποκατάστασης και πολιτικής ομαλοποίησης. Η μεταπολιτευτική Ελλάδα επέλεξε τη συμφιλίωση αντί της συνέχισης του πολεμικού διαχωρισμού. Όμως η μονομερής λήθη αποδείχτηκε ότι δεν είναι εθνική λύση αλλά άνευ όρων παράδοση στην μαρξιστική σαπίλα. Από εκεί και πέρα, οι κομμουνιστές μπορούσαν πλέον να οργανώνονται ανοιχτά, να συμμετέχουν στις εκλογές, να εκδίδουν εφημερίδες, να δημιουργούν πολιτιστικούς φορείς, να δραστηριοποιούνται στα πανεπιστήμια και να διεκδικούν δημόσιο χώρο. Και πράγματι, αυτή η ελευθερία αξιοποιήθηκε. Η Αριστερά δεν χρειάστηκε να καταλάβει το κράτος για να αποκτήσει επιρροή. Εργάστηκε επί δεκαετίες μέσα στην κοινωνία. Στα πανεπιστήμια, στα βιβλία, στο θέατρο, στον κινηματογράφο, στη μουσική, στα συνδικάτα και στη νεολαία. Δημιούργησε πρόσωπα, σύμβολα, τραγούδια, αφηγήσεις και πολιτιστικές αναφορές που πέρασαν από γενιά σε γενιά και όλα αυτά με τα χρήματα της δημοκρατίας. Γιατί το κράτος της δημοκρατίας τον μόνο που έβλεπε και βλέπει ως εχθρό του ήταν και είναι ο εθνικιστικός χώρος. 

Η Αριστερά κατανόησε νωρίτερα από την εθνική παράταξη πως η πολιτική εξουσία δεν κερδίζεται μόνο στις κάλπες. Κερδίζεται και στο σχολείο, στο πανεπιστήμιο, στο βιβλίο, στο τραγούδι, στην τέχνη και κυρίως στη διαμόρφωση της συλλογικής μνήμης. 

Γι' αυτό και το πραγματικό ερώτημα σήμερα είναι γιατί η εθνική πλευρά, έχοντας κερδίσει τον Συμμοριτοπόλεμο δεν φρόντισε να κερδίσει και τη μάχη των ιδεών. Γιατί άφησε την ιστορία, τον πολιτισμό και την παιδεία να γίνουν χώροι όπου η Αριστερά απέκτησε δυσανάλογη επιρροή. Προσωπικά για εμένα η απάντηση -αν και συνθέτη, μπορεί να απαντηθεί σε μια πρόταση. Η δημοκρατία ποτέ δεν θέλησε έναν Ελληνικό Λαό με υψηλό εθνικό φρόνημα γιατί τότε θα υπήρξαν όχι μόνο εθνικές διεκδικήσεις (που ερχόταν σε σύγκρουση με τα συμφέροντα των "συμμάχων") αλλά κυρίως πολιτικές ανατροπές  από ανθρώπους που εμφορούταν από ιδέες για την Φυλή και την εθνική κοινωνία. 

Έτσι ο Γράμμος και το Βίτσι έκριναν τη στρατιωτική αναμέτρηση. Δεν έκριναν όμως το ποιος θα διαμορφώσει τις συνειδήσεις των επόμενων γενεών. Εκεί η μάχη συνεχίστηκε για δεκαετίες. Και ίσως αυτό είναι το σημαντικότερο δίδαγμα του 1949: ένα έθνος δεν αρκεί να υπερασπίζεται τα σύνορά του. Πρέπει να υπερασπίζεται και την ιστορική του μνήμη, την παιδεία, τον πολιτισμό και την πνευματική του αυτονομία. Γιατί όταν εγκαταλείπει αυτά τα πεδία, μπορεί να έχει κερδίσει έναν πόλεμο και ταυτόχρονα να έχει χάσει, αργά και αθόρυβα, τη μάχη για το ποιοι θα διδάσκουν τα παιδιά του και πως θα αντιλαμβάνονται την ιστορία τους. 

Ανδρέας Γενιάς πρόεδρος του ΕΠΚ ΙΕΡΟΣ ΛΟΧΟΣ 

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ελεύθερη Ώρα την Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.