Το
1936 Γερμανία και Ιαπωνία δημιουργούν το σύμφωνο της ΑΝΤΙΚΟΜΙΝΤΕΡΝ. Σκοπός του
Συμφώνου είναι να δημιουργήσει έναν συνασπισμό κρατών ο οποίος θα αποτελέσει το
ανάχωμα στην ΚΟΜΙΝΤΕΡΝ (Κομμουνιστική Διεθνή) που δρα υπονομευτικά υπό τις
διαταγές της Μόσχας σε όλα τα κράτη στα οποία έχει δημιουργηθεί
Κομμουνιστικό προγεφύρωμα ανάμεσα τους και η Ελλάδα.
Μέχρι το
1939 στην συμμαχία της ΑΝΤΙΟΚΟΜΙΝΤΕΡΝ θα προστεθούν Η Ιταλία, Ουγγαρία,
Μαντσούκο και Ισπανία και ανάμεσα τους θα δημιουργηθεί ένα δίκτυο ανταλλαγής
πληροφοριών που αφορά την δράση των Κομμουνιστικών κομμάτων στα κράτη
αυτά. Στα πλαίσια των εργασιών η ΑΝΤΙΚΟΜΙΝΤΕΡΝ το 1936 εξέδωσε ένα έργο 500
σελίδων στο οποίο περιγράφει την Δομή, τους σκοπούς και την δράση των
Κομμουνιστικών Κομμάτων όλων χωρών ανάμεσα τους και η Ελλάδα στην οποία
αφιερώνονται 17 σελίδες στις οποίες ακτινογραφείται το Κομμουνιστικό
Κόμμα Ελλάδος, οι δράσεις και οι σκοποί του.
Ενδιαφέρον
έχει η αναφορά στο 5ο Κομμουνιστικό Συνέδριο Ελλάδος και οι αποφάσεις οι
οποίες πάρθηκαν σε αυτό, ιδιαίτερο ενδιαφέρον όμως έχει η 8η απόφαση των
εργασιών η οποία και μεταφράζεται παρακάτω .
Η
συνεργασία με την εθνική μειονότητα των Βουλγάρων κομιτατζήδων, που εργάζονται
για την αυτονομία ή την απόσχιση της Μακεδονίας πρέπει να γίνει πιο ενιαία.
Η
υποστήριξη και η ενίσχυση αυτών των εθνικών επαναστατικών οργανώσεων και η
αναγνώριση του δικαιώματος τους για αυτοδιάθεση η΄ απόσχιση θα επιτρέψει στο
Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος να κερδίσει την εμπιστοσύνη των Βουλγάρων και να
τους κάνει συνεργάτες στην επερχόμενη παγκόσμια επανάσταση. Για αυτό και
το κομμουνιστικό κόμμα Ελλάδος πολέμησε ενάντια στην ελληνική εθνικιστική ιδέα.
Όμως το
ΚΚΕ αγωνίζεται και για την απελευθέρωση των Δωδεκανήσων από την Ιταλία αλλά
αντιτίθεται στην προσάρτηση αυτής της περιοχής στην Ελλάδα γιατί τα νησιά
της Δωδεκάνησου μπορούν να βρουν την ευτυχία μόνο μέσα σε μια σοβιετική
δημοκρατία.
Ο Άγγελος
Σικελιανός ήταν απ΄τους σπουδαιότερους πνευματικούς άνδρες που ανέδειξε η
σύγχρονη Ελλάδα. Το ποιητικό του έργο, η ενασχόλησή του με τις δελφικές εορτές
και πολλά άλλα, είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα του πνευματικού του έργου.
Στην διάρκεια της Κατοχής ξεχώρισε για τον λόγο που έβγαλε στην κηδεία του
Κωστή Παλαμά το 1943.
Όπως
ήταν φυσικό όμως, σε μία τόσο ταραγμένη περίοδο του Ελληνισμού δεν μπορούσε να
αρκεστεί σε έναν επικήδειο.
Στις 18
Δεκεμβρίου 1943 ο Σικελιανός έγραψε και κυκλοφόρησε το ποίημα “Το μήνυμά της”
που δημοσιεύτηκε στο κέντρο της πρώτης σελίδας του εβδομαδιαίου περιοδικού
“Καλλιτεχνικά νέα” το οποίο κυκλοφορούσε νομίμως με την άδεια της κατοχικής
κυβέρνησης. Ο Σικελιανός μέσω των στίχων του στηλίτευε εμμέσως τις δολοφονίες
εθνικιστών από τον ΕΛΑΣ που είχε αρχίσει να μαίνεται -με ευθύνη των
κομμουνιστών- στην χώρα, τόσο στα βουνά (κυρίως) όσο και στις πόλεις μεταξύ του
κομμουνιστοκίνητου ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και των εθνικών αντιστασιακών οργανώσεων.
Ενδεικτικοί είναι οι στίχοι:
Αχ, πώς
το πάθαν τούτο τα παιδιά μας; Αδέρφια να σκοτώνουνε τ
αδέρφια!… Τα παιδιά μου να σφάζουν τα παιδιά μου! Μήνυμα απλό σας στέλνω, από
το στόμα της αιώνιας Μάννας, που τη λέμε Ελλάδα… Μήνυμα απλό Σας γράφω, από
τα σπλάχνα της αιώνιας Μάννας, που τη λέμε Ελλάδα… Μήνυμα απλό Σας κράζω, από
τα βάθη του πόνου της, αδέρφια της Ελλάδας… Σώνει η σφαγή, που τυραννάει
τη Μάννα! Σώνει η σφαγή τη Μάννα μας που σφάζει! Κι αχ, ακούστε με, αδέρφια
της Ελλάδας!
Την
επόμενη μέρα, 19 Δεκεμβρίου 1943, το εν λόγω ποίημα δημοσιεύτηκε στην πρώτη
σελίδα της εφημερίδας “Ελεύθερο Βήμα” που εξέφραζε την γραμμή της κατοχικής
κυβέρνησης:
Ο Σικελιανός
με το ποίημά του ενόχλησε τους κομμουνιστές που θεωρούσαν ότι είχαν την
αποκλειστικότητα του αντιστασιακού αγώνα και ευθέως έλεγαν ότι όποιος δεν
εντάσσεται στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ (που οι ίδιοι έλεγχαν) είναι προδότης.
Συνεπώς όταν
κάποιος ζητούσε να σταματήσει ο αδελφοκτόνος σπαραγμόςμοιραία ερχόταν σε
αντίθεση με την εαμοκομμουνιστική γραμμή σύμφωνα με την οποία δεν υπήρχε καμμία
εμφύλια διαμάχη παρά μόνο αντιπαλότητα μεταξύ των “πατριωτών” του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και
των υπολοίπων που ήταν συλλήβδην “προδότες”.
Και φυσικά αυτός ο κάποιος έπρεπε να συκοφαντηθεί αναλόγως, ακόμα
και αν λεγόταν Άγγελος Σικελιανός.
Έτσι οι
κομμουνιστές δεν δίστασαν να κατηγορήσουν και τον Σικελιανό ως εθνικό μειοδότη
και συνεργάτη των κατακτητών. Ανέθεσαν
μάλιστα και στον Παναγή Λεκατσά του ΕΑΜ Λογοτεχνών να γράψει ένα
ποίημα-απάντηση στον Σικελιανό, με τον ίδιο τίτλο “Το μήνυμά της”. Αργότερα,
το Σεπτέμβριο του 1944, το συγκεκριμένο ποίημα του Λεκατσά, θα μπει στην ύλη
του αναγνωστικού της ΠΕΕΑ (η κομμουνιστική κυβέρνηση του βουνού) για τα παιδιά
της Ε’ και Στ’ Δημοτικού σχολείου.
Είναι
πιθανότατο βέβαια το παραπάνω ποίημα να ήταν απλά η αφορμή που επιζητούσαν οι
κομμουνιστές για να επιτεθούν στον Σικελιανό, αφού παρά το ότι ο ίδιος δεν είχε
ασχοληθεί με την πολιτική, εντούτοις είχε δώσει ένα στίγμα των πεποιθήσεών του.
Υπενθυμίζουμε την επιστολή του στον Ίωνα Δραγούμη, όπου ο μεγάλος Έλληνας
ποιητής δηλώνει “τετρακάθαρα εθνικιστής”
Ο Ροζέ Γκαροντύ (Roger Garaudy) υπήρξε μία
από τις πλέον αμφιλεγόμενες αλλά και επιδραστικές προσωπικότητες της
γαλλικής διανόησης του 20ού αιώνα. Φιλόσοφος, θεωρητικός του μαρξισμού,
αγωνιστής της αντίστασης κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου,
πολιτικός και αργότερα προσήλυτος στο Ισλάμ, διέγραψε μια πορεία γεμάτη
ιδεολογικές μετατοπίσεις, συγκρούσεις και δημόσιες αντιπαραθέσεις.
Διετέλεσε βουλευτής, αντιπρόεδρος της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης και
γερουσιαστής, ενώ για δεκαετίες συγκαταλεγόταν στους σημαντικότερους θεωρητικούς του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος.
Γεννήθηκε το 1913 στη Μασσαλία και
απεβίωσε στις 13 Ιουνίου 2012 στο Παρίσι. Ο πατέρας του ήταν άθεος και η
μητέρα του καθολική. Ο ίδιος εγκατέλειψε νωρίς τον καθολικισμό και σε
ηλικία δεκατεσσάρων ετών προσχώρησε στον προτεσταντισμό, γεγονός που
προμήνυε ήδη το έντονο ενδιαφέρον του για τα θρησκευτικά και φιλοσοφικά ζητήματα.
Από το 1931 σπούδασε φιλοσοφία στα
πανεπιστήμια της Μασσαλίας, της Αιξ-αν-Προβάνς, του Στρασβούργου και
του Παρισιού. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του ασπάστηκε τον μαρξισμό
και το 1933 εντάχθηκε στο Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (PCF), στο οποίο έμελλε να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο για περισσότερες από τρεις δεκαετίες.
Με την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου συμμετείχε στην Αντίσταση κατά της γερμανικής κατοχής. Συνελήφθη από το καθεστώς του Βισύ και μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Αλγερία, όπου παρέμεινε κρατούμενος επί 33 μήνες. Η εμπειρία αυτή σημάδεψε βαθιά την πολιτική και ιδεολογική του διαμόρφωση.
Μετά την απελευθέρωση της Γαλλίας
αναδείχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες μορφές του κομμουνιστικού
κινήματος. Έγινε μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και αργότερα του Πολιτικού Γραφείου του κόμματος, ενώ παράλληλα αναπτύχθηκε ως κορυφαίος θεωρητικός του γαλλικού μαρξισμού. Διηύθυνε το Κέντρο Μαρξιστικών Σπουδών στο Παρίσι, καθώς και την επιθεώρηση «Κομμουνιστικά Τετράδια», ενώ δίδαξε σε διάφορα πανεπιστήμια, μεταξύ των οποίων και το Πανεπιστήμιο του Κλερμόν, όπου ήρθε σε σύγκρουση με τον Μισέλ Φουκώ.
Το 1953 παρουσίασε στη Σορβόννη τη διδακτορική του διατριβή με τίτλο «Η υλιστική θεωρία της γνώσεως», ενώ τον Μάιο του 1954 στη Μόσχα ανακηρύχθηκε διδάκτορας φιλοσοφικών επιστημών με τη διατριβή «Το πρόβλημα της ελευθερίας και της αναγκαιότητας υπό το φως του μαρξισμού».
Ωστόσο, μετά την αποσταλινοποίηση του 1956
συγκρούστηκε με τον Λουί Αλτουσέρ, υποστηρίζοντας την επαναφορά του
ανθρωπιστικού στοιχείου στην ερμηνεία του μαρξισμού.
Παράλληλα ακολούθησε σημαντική πολιτική
σταδιοδρομία. Διετέλεσε βουλευτής από το 1945 έως το 1958 και
γερουσιαστής από το 1959 έως το 1962, ενώ ήδη από τα μέσα της δεκαετίας
του 1950 είχε αναδειχθεί στον κυριότερο θεωρητικό εκφραστή του Γαλλικού
Κομμουνιστικού Κόμματος.
Η οριστική ρήξη του με το Κομμουνιστικό Κόμμα ήρθε μετά τα γεγονότα του 1968. Ο Γκαρωντύ καταδίκασε δημόσια την εισβολή της Σοβιετικής Ένωσης στην Τσεχοσλοβακία και άσκησε κριτική στις σταλινικές πρακτικές, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις στην ηγεσία του κόμματος. Τον Φεβρουάριο του 1970 καθαιρέθηκε από το Πολιτικό Γραφείο και τον Μάιο του ίδιου έτους διαγράφηκε οριστικά.
Η τελευταία του σημαντική παρέμβαση ως
κομματικό στέλεχος καταγράφηκε στο 19ο Συνέδριο του Γαλλικού
Κομμουνιστικού Κόμματος και αργότερα συμπεριλήφθηκε στο ντοκιμαντέρ του
Κρις Μαρκέρ «Le fond de l’air est rouge» («Το βάθος του ουρανού είναι
κόκκινο»). Η απομάκρυνσή του από το κόμμα προκάλεσε αίσθηση, ιδιαίτερα
επειδή στο παρελθόν είχε υπερασπιστεί τη σοβιετική επέμβαση στην
Ουγγαρία. Η Σοβιετική Ένωση αντιμετώπισε τη μεταστροφή του με έντονη
δυσφορία, φτάνοντας στο σημείο να εκδώσει βιβλίο με τίτλο «Ο αποστάτης Γκαρωντύ».
Παρά τη ρήξη του με τον σοβιετικό κομμουνισμό, παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του αμετακίνητος επικριτής του καπιταλισμού.
Στους κομματικούς κύκλους ήταν γνωστός με το προσωνύμιο «Καρδινάλιος»,
εξαιτίας του διαρκούς ενδιαφέροντός του για τα θρησκευτικά ζητήματα και
της ιδιότυπης πνευματικής του διαδρομής.
Το 1982 ασπάστηκε το Ισλάμ,
υιοθετώντας το όνομα Ragaa. Η μεταστροφή αυτή σηματοδότησε και μια νέα
περίοδο στη δημόσια παρουσία του, κατά την οποία ανέπτυξε έντονη κριτική απέναντι στον σιωνισμό, στο κράτος του Ισραήλ και στη δυτική πολιτική στη Μέση Ανατολή.
Η κορύφωση αυτής της πορείας ήρθε το 1996 με την έκδοση του βιβλίου «Οι Θεμελιώδεις Μύθοι της Ισραηλινής Πολιτικής».
Στο έργο αυτό αναπτύσσει θέσεις και επιχειρήματα ιστορικού
αναθεωρητισμού τα οποία αμφισβητούσαν τις συμβατικές ιστορικές ερμηνείες
σχετικά με το Ολοκαύτωμα. Οι απόψεις αυτές προκάλεσαν
έντονες αντιδράσεις σε πολιτικούς, ακαδημαϊκούς και κοινωνικούς κύκλους,
τόσο στη Γαλλία όσο και διεθνώς.
Η υπόθεση κατέληξε στις δικαστικές αίθουσες, έπειτα από προσφυγές ιουδαϊκών οργανώσεων. Το 1998 ο Γκαροντύ καταδικάστηκε βάσει του νόμου Γκαισσό για
υποκίνηση φυλετικού μίσους και αμφισβήτηση εγκλημάτων κατά της
ανθρωπότητας. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης με αναστολή, πρόστιμο
240.000 φράγκων και απαγόρευση κυκλοφορίας του βιβλίου στη Γαλλία. Την υπεράσπισή του ανέλαβε ο γνωστός δικηγόρος Ζακ Βερζέ.
Η καταδίκη του προκάλεσε έντονες συζητήσεις. Οι επικριτές του τον κατηγόρησαν για αντισημιτισμό και ιστορικό αναθεωρητισμό, ενώ οι υποστηρικτές του έκαναν λόγο για περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης.
Την ίδια περίοδο ο Γκαροντύ απέκτησε σημαντική απήχηση σε τμήματα του αραβικού και ισλαμικού κόσμου. Έλαβε δημόσιους επαίνους και τιμητικές διακρίσεις από πολιτικές και θρησκευτικές προσωπικότητες της Μέσης Ανατολής, ενώ το 2002 τιμήθηκε από τον Μουαμάρ Καντάφι.
Η προσέγγισή του με τον ισλαμικό κόσμο είχε ξεκινήσει ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, όταν υποστήριξε την Ισλαμική Επανάσταση του Αγιατολάχ Χομεϊνί στο Ιράν.
Παράλληλα ανέπτυξε σχέσεις με πολιτικούς και θρησκευτικούς παράγοντες
του αραβικού κόσμου, γεγονός που ενίσχυσε τη δημοτικότητά του στην
περιοχή, αλλά συνέβαλε στην περαιτέρω αποστασιοποίησή του από τη δυτική ακαδημαϊκή κοινότητα.
Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του διατύπωσε επίσης την άποψη ότι οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στις Ηνωμένες Πολιτείες αποτέλεσαν αποτέλεσμα αμερικανικής προβοκάτσιας, θέση που προκάλεσε νέες αντιδράσεις και επικρίσεις.
Στα απομνημονεύματά του με τίτλο «Mon tour du siècle en solitaire» αυτοπαρουσιάζεται
ως ένας διανοούμενος που ακολούθησε μοναχική πορεία, παραμένοντας
πιστός σε σταθερές αρχές, παρά τις ιδεολογικές μετατοπίσεις που
χαρακτήρισαν τη ζωή του. Το έργο αποτελεί ταυτόχρονα απολογισμό μιας
μακράς διαδρομής και καταγραφή των επαφών του με πολιτικούς και
πνευματικούς ηγέτες του 20ού αιώνα.
Οι επισκέψεις του στην Ελλάδα
Ο Ροζέ Γκαρωντύ διατήρησε επαφές με την ελληνική πνευματική και πολιτική ζωή, πραγματοποιώντας περισσότερες από μία επισκέψεις στη χώρα κατά τη διάρκεια της μακράς δημόσιας πορείας του.
Τον Μάιο του 1965 επισκέφθηκε την Ελλάδα ως
κεντρικός προσκεκλημένος της «1ης Εβδομάδας Σύγχρονης Σκέψης», η οποία
διοργανώθηκε από τον εκδοτικό οίκο «Θεμέλιο» από τις 12 έως τις 20
Μαΐου. Στο πλαίσιο της διοργάνωσης συμμετείχε ως βασικός ομιλητής και
εισηγητής σε σειρά διαλέξεων με θέματα όπως «Ο μαρξισμός και η φιλοσοφία της εποχής μας», «Οι νέοι και τα προβλήματα της παιδείας» και «Μαρξισμός και αισθητική».
Οι παρεμβάσεις του προκάλεσαν έκπληξη σε τμήμα του αριστερού ακροατηρίου, καθώς ήδη διακρινόταν η προσπάθειά του να συνδυάσει τον μαρξισμό με στοιχεία θρησκευτικού και ανθρωπιστικού στοχασμού.
Σύμφωνα με σχετικές μαρτυρίες της εποχής, οι αντιδράσεις υπήρξαν έντονες, με τον συγγραφέα Στρατή Τσίρκα να παρεμβαίνει υπέρ του, επισημαίνοντας προς το ακροατήριο ότι «πρέπει να μην κάνουμε ιδεολογική τρομοκρατία».
Κατά τη δεκαετία του 1990 ο Γάλλος φιλόσοφος επανήλθε στο ελληνικό προσκήνιο με αφορμή την κυκλοφορία στα ελληνικά του βιβλίου «Οι Θεμελιώδεις Μύθοι της Ισραηλινής Πολιτικής».
Την περίοδο εκείνη παραχώρησε αποκλειστική συνέντευξη στον Έλληνα
δημοσιογράφο και συγγραφέα Κώστα Χατζηδάκη, η οποία προβλήθηκε από τον
τηλεοπτικό σταθμό «Τηλετώρα» του αειμνήστου Γρηγόρη Μιχαλόπουλου.
Αργότερα επισκέφθηκε για δεύτερη φορά την
Αθήνα, προκειμένου να συμμετάσχει στην παρουσίαση της ελληνικής έκδοσης
του βιβλίου. Κατά την παραμονή του στην ελληνική πρωτεύουσα συμμετείχε
σε δημόσιες εκδηλώσεις και συζητήσεις, ενώ εμφανίστηκε εκ νέου στην
«Τηλετώρα», αναπτύσσοντας τις απόψεις του για τις διεθνείς εξελίξεις, τη
Μέση Ανατολή και την παγκόσμια πολιτική κατάσταση.
Το συγγραφικό έργο
Ο
Ροζέ Γκαρωντύ υπήρξε ένας εξαιρετικά παραγωγικός συγγραφέας. Κατά τη
διάρκεια της ζωής του έγραψε περισσότερα από πενήντα βιβλία, καλύπτοντας
ένα ευρύ φάσμα θεμάτων που εκτείνονταν από τη φιλοσοφία, τη θεολογία
και την πολιτική θεωρία έως την αισθητική, την ιστορία και την κριτική
του σύγχρονου πολιτισμού. Σημαντικός αριθμός έργων του μεταφράστηκε
και κυκλοφόρησε στην Ελλάδα, γεγονός που καταδεικνύει την απήχηση που
είχε για αρκετές δεκαετίες σε τμήματα του ελληνικού πνευματικού χώρου.
Μεταξύ των βιβλίων του που κυκλοφόρησαν στα ελληνικά περιλαμβάνονται τα: «Για έναν ρεαλισμό χωρίς όρια: Κάφκα – Πικάσο», εκδόσεις «Πλανήτης 70». «Ελευθερία» (1960), εκδόσεις «Κυψέλη». «Η μεγάλη καμπή του σοσιαλισμού» (1971), εκδόσεις
ΒΙΠΕΡ / Papyros Press Ltd. Στο έργο αυτό επιχειρεί μια συνολική
αποτίμηση της κρίσης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, αναζητώντας
τα αίτια που, κατά την άποψή του, οδήγησαν στον ιδεολογικό εκφυλισμό
του. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο κινεζοσοβιετικό σχίσμα, στην εισβολή στην Τσεχοσλοβακία και στις αντιφάσεις της εφαρμογής της μαρξιστικής θεωρίας στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού. «Ολόκληρη η αλήθεια», εκδόσεις «Καμαρινόπουλος». «Ξανακατακτώντας την ελπίδα» (1971),
εκδόσεις «Βέγας». Η ελληνική έκδοση τυπώθηκε με τη συμβολή του γνωστού
Γλέζου. Στο βιβλίο ο συγγραφέας αναζητά νέες προοπτικές ανανέωσης της
αριστερής σκέψης και επαναδιατύπωσης του σοσιαλιστικού οράματος. «Η άλλη διέξοδος» (1973), εκδόσεις «Ολκός». «Η ελευθερία εν αναστολή – Πράγα 1968», έργο αφιερωμένο στα γεγονότα της Τσεχοσλοβακίας και στις συνέπειες της σοβιετικής επέμβασης. «Καρλ Μαρξ»,
εκδόσεις «Ολκός», όπου επιχειρεί μια φιλοσοφική προσέγγιση του έργου
και της σκέψης του Μαρξ, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στον ανθρωπιστικό
χαρακτήρα της μαρξικής θεωρίας. «Οι Θεμελιώδεις Μύθοι της Ισραηλινής Πολιτικής» (1996), εκδόσεις «Νέα Θέσις», με
πρόλογο του Δημητρίου Κολλάτου και μετάφραση του συγγραφέα Μάριου
Βερέττα. Η ελληνική έκδοση του βιβλίου προκάλεσε έντονες συζητήσεις και
αντιδράσεις, όπως είχε συμβεί και στη Γαλλία, ενώ η παρουσία του ίδιου του συγγραφέα στην παρουσίασή του συγκέντρωσε σημαντικό ενδιαφέρον. «Το
πλέγμα του Μαραθώνα» (1977), ένα από τα έργα του που προκάλεσαν
συζητήσεις στον ελληνικό χώρο λόγω των θέσεων που διατύπωσε για τον
αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Σύμφωνα με την κριτική που άσκησε ο Σαράντος Καργάκος,
ο Γκαρωντύ αντιμετώπισε αρνητικά την επίδραση της αρχαίας Ελλάδας στη
διαμόρφωση της ευρωπαϊκής σκέψης, προβάλλοντας ως εναλλακτικό πρότυπο
τους πολιτισμούς της Ανατολής. Ο Καργάκος υποστήριξε επίσης ότι ο Γάλλος
φιλόσοφος προχώρησε σε αμφιλεγόμενες ερμηνείες προσώπων, γεγονότων και
θεσμών της αρχαίας ελληνικής ιστορίας. «Ο ισραηλινός σιωνισμός στο εδώλιο», εκδόσεις «Νέα Θέσις», σε μετάφραση των Σοφίας Κουτσοπούλου και Ιωάννη Σχοινά. «ΗΠΑ: Η εμπροσθοφυλακή της παρακμής» (1999), εκδόσεις «Νέα Θέσις». Στο
έργο αυτό ασκεί δριμεία κριτική στην αμερικανική εξωτερική πολιτική,
στον οικονομικό φιλελευθερισμό και στην πολιτισμική επιρροή των Ηνωμένων
Πολιτειών στον σύγχρονο κόσμο. «Ο χορός στη ζωή», εκδόσεις «Ηριδανός», ένα έργο που αναδεικνύει το ενδιαφέρον του για την αισθητική, την τέχνη και τη δημιουργική έκφραση.
Η παρακαταθήκη
Η προσωπικότητα του Ροζέ Γκαρωντύ εξακολουθεί να προκαλεί έντονες συζητήσεις. Για τους υποστηρικτές του υπήρξε ένας ανήσυχος διανοούμενος που δεν δίστασε να αμφισβητήσει κυρίαρχες πολιτικές και ιδεολογικές αντιλήψεις, ακόμη και όταν αυτό είχε σοβαρό προσωπικό κόστος.
Σε κάθε περίπτωση, ο Γκαρωντύ παραμένει μια από τις πλέον χαρακτηριστικές μορφές της ευρωπαϊκής διανόησης του 20ού αιώνα. Η πορεία του, από τον προτεσταντισμό στον μαρξισμό, από τον κομμουνισμό στο Ισλάμ και από την πολιτική καταξίωση στη δημόσια απαξίωση από τους θιασώτες της «σωστής πλευράς της ιστορίας»,
αντανακλά τις μεγάλες ιδεολογικές συγκρούσεις και αναζητήσεις που
σημάδεψαν ¨την ευρωπαϊκή σκέψη στα τέλη του περασμένου αιώνος.
Σε αντίθεση
με την ψευδολογία των κατεστημένων φυλλάδων και της «πνευματικής» μούχλας των
ψευτοδιανοούμενων της μεταπολίτευσης, ο κομμουνισμός (ή αλλιώς λεγόμενος
«υπαρκτός σοσιαλισμός») δεν ήταν κανενός είδους «παράδεισος». Αντίθετα, υπήρξε
βαθύτατα αντιλαϊκός, εγκληματικός και αντεργατικός, οπουδήποτε εφαρμόστηκε. Μια
άγνωστη πτυχή της σκοτεινής
ιστορίας του σφυροδρέπανου, είναι και η απεργία του
Νοβοτσερκάσκ.
Στις αρχές
Ιουνίου του 1962 βάφτηκε στο αίμα η ειρηνική
διαδήλωση των εργατών του εργοστασίου ηλεκτροπαραγωγής της
συγκεκριμένης πόλης. Καταλύτης των τραγικών αυτών γεγονότων, υπήρξε η άθλια οικονομική κατάσταση
της Ε.Σ.Σ.Δ. Από τις αρχές της άνοιξης είχαν ήδη αρχίσει να παρατηρούνται ελλείψεις στο ψωμί,
και ο Χρουστσόφ τότε για πρώτη φορά αποφάσισε να αγοράσει σιτηρά από το
εξωτερικό.
Στα τέλη
Μαΐου του 1962, η κυβέρνηση της Σοβιετικής Ένωσης αποφάσισε να θεσπίσει αυξήσεις της τάξεως του 30% στο κρέας
και τα προϊόντα κρέατος, και κατά
25% στο βούτυρο. Οι εφημερίδες της εποχής έγραψαν πως αυτό
έγινε τάχα «μετά από αίτημα των εργαζομένων»(!). Παράλληλα, η διεύθυνση του
εργοστασίου ηλεκτροπαραγωγής αποφάσισε μονομερώς και αυθαιρέτως να τριπλασιάσει
το παραγόμενο έργο ανά εργαζόμενο, πράγμα που οδήγησε ουσιαστικά στην ραγδαία μείωση του μισθού.
Το πρωί της
πρώτης Ιουνίου, διακόσιοι εργαζόμενοι του χυτηρίου σταμάτησαν να εργάζονται
απαιτώντας αύξηση μισθών, ενώ ο διευθυντής της επιχείρησης απάντησε
χαρακτηριστικά: «Αν
δεν σας φτάνει το κρέας, να φτιάχνετε πίτες με συκώτι». Η
απάντηση αυτή ήταν η θρυαλλίδα για την έκρηξη. Μέχρι το μεσημέρι, οι απεργοί
είχαν φτάσει τις πέντε
χιλιάδες, διακόπτοντας τις διαπραγματεύσεις με τις αρχές. Την
επόμενη ημέρα στις δύο Ιουνίου, οι απεργοί οργάνωσαν πορεία και πήγαν στο
κτίριο του Δήμου. Μόλις ενημερώθηκε ο Χρουστσόφ για τα γεγονότα, διέταξε την πάταξη των «ταραξιών» και
την είσοδο στην πόλη των ειδικών στρατευμάτων της KGB. Στις
ταράτσες των παρακείμενων κτηρίων, έστεκαν οπλισμένοι δέκα ελεύθεροι σκοπευτές.
Επτά από
τους ηγέτες των απεργών, εκτελέστηκαν
δια τουφεκισμού. Άλλοι εκατόν πέντε στάλθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, από
όπου επέστρεψαν ελάχιστοι. Ακολούθησε κομματική εκκαθάριση, με διαγραφές
στελεχών της τοπικής διοίκησης και του κομματικού μηχανισμού. Στα αιματηρά αυτά
γεγονότα, σκοτώθηκαν επίσης
26 απεργοί, και άλλοι 87 απεργοί τραυματίστηκαν, από το δολοφονικό κομμουνιστικό καθεστώς.
Η πρόεδρος του δικαστηρίου που καταδίκασε σε πρώτο βαθμό σύσσωμη την κοινοβουλευτική ομάδα της Χρυσής Αυγής και με κάθε ευκαιρία διατυμπάνιζε πως ΔΕΝ δικάζει ιδεολογίεςκαι δεν την ενδιαφέρουν οι πολιτικές του κάθε Κόμματος, σήμερα 28 Μάϊου 2026 συνόδευσε
τον Αλέξη Τσίπρα στον Άρειο Πάγο για να καταθέσει την διακήρυξη του
Κόμματος του με τον διχαστικό και αναχρονιστικό τίτλο «ΕΛ.Α.Σ».
Σε ερώτηση για το τι σηματοδοτεί η παρουσία της κ. Λεπενιώτη, ο Αλέξης
Τσίπρας σχολίασε πως «πρέπει να δώσουμε όλοι και όλες αγώνα με σημαία
μας τη Δημοκρατία και τη Δικαιοσύνη».
Προφανώς όταν αφορά αποφάσεις
καταδίκης του Λαϊκού Συνδέσμου Χρυσή Αυγή, η δικαιοσύνη είναι ΚΑΛΗ και
το αναγνωρίζουν όλοι στο «Συνταγματικό Τόξο» Σε κάθε άλλη περίπτωση
είναι ΚΑΚΗ και οι λειτουργοί της επίορκοι.
Δηλώσεις Τσίπρα:
Έχουν το θράσος οι αριστεροί και μιλάνε για εθνική συμφιλίωση και
κατηγορούν ως μνημόσυνα μίσους τις τελετές μνήμης των Πατριωτών για τα
θύματά τους. Θέλουν να ξεχάσουν οι Έλληνες ότι οι αιμοσταγείς
μπολσεβίκοι γέμισαν νεκροταφεία όλη την χώρα και πρώτα από όλα την
Αθήνα, όπου δολοφόνησαν στα Δεκεμβριανά δεκάδες χιλιάδες πολιτών αμάχους
κατά το πλείστον. Αυτά τα εγκλήματα τα έκανε ο ΕΛΑΣ, αλλά αυτό δεν ήταν
πρόβλημα για να ονομάσει έτσι το κόμμα του.
Δύο τα ορόσημα της αριστεροσύνης του. Το ένα η ανταρσία των
κομμουνιστών και οι σφαγές(1943 -1949) των εθνικιστών. Το δεύτερο
ορόσημο, στο οποίο έδωσε ιδιαίτερη προβολή η καταδίκη της Χρυσής Αυγής.
Αυτό δείχνει το γεγονός ότι τον πρώην πρωθυπουργό συνόδευσε στον Άρειο
Πάγο η δικαστής Μαρία Λεπενιώτη, που καταδίκασε την Χρυσή Αυγή.
Με την παρουσία της αυτή στο πλευρό του Τσίπρα δείχνει εάν ήταν
αντικειμενική η δίκη μας. Κατά τα άλλα η Λεπενιώτη έλεγε ότι δεν δικάζει
ιδέες. Εάν ένας δικαστής είναι κομμουνιστής και τον βάλουν να δικάσει
εθνικιστές κάνει το αυτονόητο: ΠΑΡΑΙΤΕΙΤΑΙ… Και αυτό δεν έγινε!
Από την άλλη πλευρά η επιλογή του Τσίπρα να τον συνοδεύσει η
Λεπενιώτη, που έριξε σχεδόν 500 χρόνια φυλακή στην Χρυσή Αυγή δείχνει
ποιό είναι το ΑΠΟΛΥΤΑ ΚΑΚΟ για την εθνομηδενιστική αριστερά, όπως και
για την ξενόδουλη σοσιαλ-φιλελεύθερη Σημιτική δεξιά.
Μια ματιά
στο παρελθόν του ΚΚΕ δείχνει ότι στους προκατόχους του Κουτσούμπα ως επικεφαλής
χρημάτισαν: οπορτουνιστές,
μπέκροι, καταχραστές και σεχτιστές. Έτσι λένε οι ίδιοι οι
κομμουνιστές που καθαίρεσαν τους δέκα από τους δεκαέξι πρώην Γενικούς
Γραμματείς! Ένας μάλιστα εκτελέσθηκε στη Σοβιετική Ένωση.
ΣΕΚΕ
– πρώιμη εποχή
Νίκος
Δημητράτος
(Νοέμ. 1918–1922): Διεγράφη ως οπορτουνιστής και καιροσκόπος, κυρίως επειδή
πίστευε ότι το ΚΚΕ έπρεπε να απαρνηθεί τον επαναστατικό χαρακτήρα του και
υποστήριξε την θέση της «μακράς νομίμου υπάρξεως», με την μετατροπή του σε
μεταρρυθμιστικό κόμμα.
Γιάννης
Κορδάτος
(Φεβρ.–Νοέμ. 1922): Αποχώρησε από το μόλις μετονομασμένο ΚΚΕ, διαφωνώντας με
τις επίσημες – έπειτα από την πλήρη ευθυγράμμιση αυτού με τις αποφάσεις της
Κομμουνιστικής Διεθνούς – θέσεις στο Μακεδονικό ζήτημα, για να διαγραφεί
οριστικά το 1927.
Νίκος
Σαργολόγος
(Νοέμ. 1922–Σεπτ. 1923): Το 1924 η Κομμουνιστική Διεθνής έδωσε 7.500 δολάρια
στο Σαργολόγο για την ενίσχυση του ΣΕΚΕ. Εκείνος μαζί με την Γερμανίδα σύζυγό
του που ήταν Γραμματέας της Διεθνούς, κράτησαν τα χρήματα και συνεργάστηκαν με
την κυβέρνηση, δίνοντας πληροφορίες για το κόμμα. Τελικά οι κρατικές αρχές τους
έδωσαν άδεια και έφυγαν για την Αμερική.
Θωμάς
Αποστολίδης
(Σεπτ. 1923–Δεκ. 1924): Κατά την διάρκεια της ηγεσίας του σημειώθηκαν σκληρές
εσωκομματικές συγκρούσεις με αιχμή το Μακεδονικό ζήτημα. Ο Αποστολίδης, μαζί με
Κορδάτο και Σταυρίδη, ήταν ο πυρήνας των στελεχών που χαρακτήρισαν ανεδαφική
την θέση για «Ενιαία Ανεξάρτητη Μακεδονία» και υπερασπίστηκαν τον ελληνικό
χαρακτήρα της περιοχής. Οι θέσεις του στάθηκαν αφορμή για την καθαίρεσή του.
Διεγράφη από το κόμμα για αντικομματική στάση. Μετονομασία
σε ΚΚΕ
Παντελής
Πουλιόπουλος
(Δεκ. 1924–Σεπτ. 1925) Ως Τροτσκιστής διαφώνησε με την γραμμή του Στάλιν,
απομακρύνθηκε και, μαζί με τον Γιατσόπουλο, στις 25 Σεπτεμβρίου 1927
διαγράφηκαν επίσημα από το κόμμα σαν Λικβινταριστές, αφού εξέδωσαν και
κυκλοφόρησαν την μπροσούρα «Νέο Ξεκίνημα». Ο Λικβινταρισμός αποτέλεσε τάση που
πρέσβευε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις είναι επιβεβλημένο να εγκαταλείπεται η
επαναστατική τακτική και να προκρίνονται νόμιμες μορφές αγώνα στα πλαίσια του
αστικού καθεστώτος. Λευτέρης Σταυρίδης
(Σεπτ. 1925–Σεπτ. 1926): Στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1926, ο Σταυρίδης
εκλέχθηκε βουλευτής του ΚΚΕ στην Καβάλα. Ωστόσο δύο χρόνια αργότερα, το 1928,
διαγράφηκε με την κατηγορία της «φιλοαστικής παρέκκλισης». Το 1958 επί
κυβερνήσεως Καραμανλή, έγινε σύμβουλος στο υπουργείο Προεδρίας μέχρι το 1964.
Παστιάς
Γιατσόπουλος
(Σεπτ. 1926–Μάρτ. 1927): Στο τρίτο Τακτικό Συνέδριο του ΚΚΕ ο Γιατσόπουλος
απομακρύνθηκε από την θέση του Γραμματέα της Κ.Ε. και διαγράφηκε τον Σεπτέμβριο
του 1927, με ολόκληρη την τροτσκιστική κίνηση, ως Λικβινταριστής.
Ανδρόνικος
Χαϊτάς
(Μάρτ. 1927–Νοέμ. 1931): Τον Ιανουάριο του 1931 οι Χαϊτάς, Ευτυχιάδης, Κολοζώφ
και άλλα ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ, θα συλληφθούν από την κυβέρνηση Βενιζέλου, θα
καταδικαστούν σε τρία χρόνια φυλάκιση και έναν χρόνο εκτόπιση. Τον Απρίλιο του
1931 ο Χαϊτάς μαζί με άλλα οκτώ στελέχη του ΚΚΕ θα αποδράσουν, και θα
καταφύγουν στην Σοβιετική Ένωση. Εκτελέστηκε το 1936 κατά την διάρκεια των
σταλινικών εκκαθαρίσεων, λόγω των φιλικά προσκείμενων στις θέσεις του Νικολάι Μπουχάριν,
απόψεών του. Νίκος Ζαχαριάδης
(Νοέμ. 1931–1936/1945–1956): Ο περιβόητος ηγέτης που καθαίρεσε τον Βαφειάδη από
Αρχηγό του Δ.Σ. και ανέλαβε ο ίδιος, τελικά το 1956, ως αποτέλεσμα και της
αποσταλινοποίησης στην ΕΣΣΔ και με παρέμβαση του ΚΚΣΕ και άλλων κομμουνιστικών
και εργατικών κομμάτων της ανατολικής Ευρώπης, στην έκτη Πλατιά Ολομέλεια, ο
Ζαχαριάδης καθαιρέθηκε από την ηγεσία του ΚΚΕ ως «σεχταριστής».
Ανδρέας
Τσίπας
(Ιούλ. 1941–Σεπτ. 1941): Ήταν σλαβόφωνος και «σλαβομακεδόνας». Τον Δεκέμβριο
του 1941 αντικαταστάθηκε στην θέση του Γραμματέα από τον Γιώργη Σιάντο.
Απομακρύνθηκε από κάθε υπεύθυνη καθοδηγητική θέση γιατί, παρά το ανεπτυγμένο
ιδεολογικοπολιτικό του επίπεδο, παραβίαζε θεμελιώδεις συνωμοτικούς κανόνες και
ήταν εθισμένος στο αλκοόλ. Μετά την καθαίρεσή του ως στοιχείου λούμπεν,
μετακινήθηκε στη Σόφια.
Γιώργης
Σιάντος
(Ιαν. 1942–1945): Ο Σιάντος ανέλαβε, λόγω της απουσίας του Ζαχαριάδη, και
παρέδωσε την ηγεσία με την επιστροφή του. Δεν καθαιρέθηκε μεν, αλλά λίγα χρόνια
μετά τον θάνατό του, το ΚΚΕ υπό τον Νίκο Ζαχαριάδη διακήρυξε πως ο Σιάντος ήταν
πράκτορας της Ιντέλλιτζενς Σέρβις, δίχως όμως να φανερώσει στοιχεία. Το 1957,
ένα χρόνο μετά την καθαίρεση του Ζαχαριάδη, το ΚΚΕ αποκατέστησε τη μνήμη του.
Απόστολος
Γκρόζος (1956):
Το 1956, μετά την καθαίρεση του Ζαχαριάδη, έγινε Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ.
Πέθανε το 1981 στο Βουκουρέστι, όπου ζούσε ως πολιτικός πρόσφυγας.
Κώστας
Κολιγιάννης
(1956–1972): Κατά την δωδέκατη Ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ, στο Βουκουρέστι το
1968, ο φιλοσοβιετικός Κολιγιάννης και η ομάδα του κατάφεραν να επικρατήσουν,
με αποτέλεσμα να οδηγηθεί το κόμμα σε κρίση και τελικά διάσπαση και να
δημιουργηθεί το ΚΚΕ Εσωτερικού από τους διαφωνούντες. Το 1972 έχοντας πια χάσει
τον έλεγχο του κόμματος, εξαναγκάστηκε σε παραίτηση «λόγω ασθένειας». Η 17η
Ολομέλεια της ΚΕ, που μάλιστα έγινε εν απουσία του, τον Δεκέμβριο του 1972,
εξέλεξε ως αντικαταστάτη του τον Χαρίλαο Φλωράκη.
Χαρίλαος
Φλωράκης
(1972–1989): Εμβληματική μορφή του ΚΚΕ, απόφοιτος της σχολής πολέμου της Μόσχας
και παρασημοφορημένος με τα παράσημα «Τάγμα του Λένιν», «Φιλία των Λαών», «Καρλ
Μαρξ», «Τάγμα Δημητρώφ» και του απενεμήθη και το Βραβείο Ειρήνης Λένιν. Δεν
καθαιρέθηκε, αντίθετα εγκαθίδρυσε το ΚΚΕ στην Ελλάδα.
Γρηγόρης
Φαράκος
(1989–1991): Αξιωματούχος του Δ.Σ., δεν καθαιρέθη, παραιτήθηκε και ασχολήθηκε
με συγγραφή βιβλίων.
Αλέκα
Παπαρήγα
(1991–2013) Η μακροβιότερη αρχηγός κόμματος μετά τη μεταπολίτευση, καθώς
συμπλήρωσε είκοσι δύο συνεχή χρόνια στην θέση αυτή.