
Με το άρθρο αυτό, θα κάνουμε μια βόλτα στο
παρελθόν για να γνωρίσουμε τον Onésimo Redondo, μια «άγνωστη» μορφή του
Ισπανικού φασισμού, που πολλοί μπερδεύουν λανθασμένα με την δικτατορία
του Φράνκο, ο οποίος που καμιά σχέση δεν είχε με το φασισμό.Πάμε λοιπόν
να δούμε την ιδεολογική ιστορία, ενός εκ των πρωταγωνιστών, της αληθινής
προσπάθειας για μια εθνικιστική επανάσταση στην Ισπανία. Βοήθεια
σημαντική ήταν οι πηγές όπως το έργο του J.L. Mνnguez Goyanes,
«Onésimo
Redondo, precursor sindicalista», του Ferran Gallego για τον Ισπανικό
φασισμό και την πτυχιακή εργασία του M. Tomasoni, «Fascismo agrario y
proselitismo revolucionario en el pensamiento
de Onésimo Redondo».
Η δογματική πρόταση του Onésimo Redondo, ενός από τους ιδρυτές του ισπανικού φασισμού μαζί με τον Ramiro Ledesma Ramos και του José Antonio Primo de Rivera, εξακολουθεί να επισκιάζεται σήμερα από μια ιστοριογραφία που έχει από καιρό παραλείψει την πολιτική του κληρονομιά. Όμως, η συμμετοχή αυτού του Καστιλιανού συνδικαλιστή στην οικοδόμηση της εθνικοσυνδικαλιστικής ιδεολογίας, δεν ήταν τόσο δευτερεύουσα όσο φαίνεται να υποδηλώνουν ορισμένα κείμενα αφιερωμένα σε αυτόν. Ο Onésimo Redondo ήταν αναμφίβολα ένας ευέλικτος πολιτικός ηγέτης, αλλά και ένας εξαιρετικά προσκολλημένος στην πατρίδα του, την Καστίλη, γύρω από την οποία διαμόρφωσε μεγάλο μέρος της σκέψης του και έναν τόπο από τον οποίο δεν αποστασιοποιήθηκε ποτέ εντελώς. Αν και οι λεπτομέρειες της σκέψης του δεν είναι πλήρως κατανοητές, είναι καλύτερο να τον εντάξουμε σε μια ομάδα θεωρητικών που επιχείρησαν να διατυπώσουν – ανεξάρτητα από την ετερογένεια εντός του κινηματός τους – έναν λόγο που επιδίωκε να θέσει τα θεμέλια πάνω στα οποία θα οικοδομηθεί το πολιτικό σχέδιο του ισπανικού φασισμού. Αυτοί το έκαναν μάλλον με τη βεβαιότητα ότι είχαν βρει το κλειδί για την κατανόηση μιας δύσκολης εποχής, της δεκαετίας του 1930, η οποία ανέτρεπε την ιστορική-παραδοσιακή ουσία ενός έθνους βυθισμένου σε μια σειρά από μεγάλες αλλαγές, που κορυφώθηκαν ακριβώς με την έλευση της Δεύτερης Δημοκρατίας.
Σε αυτό το άρθρο, θα επικεντρωθούμε, έστω και συνοπτικά, στις κύριες πτυχές της πολιτικής σκέψης του Redondo, προσπαθώντας να ανασυνθέσουμε την ιδεολογική του πρόταση στο πλαίσιο του εθνικοσυνδικαλισμού. Θα παρατηρήσουμε επίσης πώς και υπό ποιες συνθήκες αποφάσισε να εδραιώσει την πολιτική του δραστηριότητα δίπλα σε άλλους ηγέτες και θα αναφέρουμε τι επιπτώσεις προκάλεσε αυτή η προσέγγιση. Θα διαπιστώσουμε σε ποιο βαθμό ο Redondo ήταν διατεθειμένος να υποστηρίξει ένα κίνημα που όχι μόνο έπρεπε να γίνει το ιδεολογικό σημείο αναφοράς ενός μέρους της ισπανικής κοινωνίας, αλλά και η σύνθεση μεταξύ παράδοσης και επανάστασης. Όταν μιλάμε για τον Onésimo Redondo, αναφερόμαστε σε μια Ισπανία που είναι γενικά ελάχιστα γνωστή. Δεν βυθιζόμαστε στη ζωντάνια και την κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα των μεγάλων πόλεων στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, αλλά αντίθετα βρισκόμαστε σε ένα απέραντο, ήσυχο και γαλήνιο οροπέδιο στην ισπανική ενδοχώρα, μακριά από το αστικό εμπόριο και την ξέφρενη πολιτιστική δραστηριότητα των μεγάλων πόλεων. Ήταν ακριβώς εδώ που ο ακόμα νεαρός Redondo είχε την ευκαιρία να κάνει τα πρώτα του βήματα, συμμετέχοντας σε μια κατάσταση, που τον οδήγησε στη συγγραφή αρκετών άρθρων για πολιτικά ζητήματα, ήδη από το πρώτο μισό του 1931. Παρόλο που λείπουν στοιχεία για την ζωή του, δεν μπορεί να θεωρηθεί «λιγότερο σημαντικός» ή εντελώς δευτερεύουσα προσωπικότητα εντός του ισπανικού φασισμού.
Ο Onésimo Redondo γεννήθηκε στην Quintanilla de Abajo, ένα μικρό χωριό στην κοιλάδα Duero , όχι μακριά από την πόλη Valladolid, τον Φεβρουάριο του 1905. Από την παιδική του ηλικία έλαβε καθαρά μια καθολική εκπαίδευση, βασισμένη στον εκπαιδευτικό παραδοσιασμό που ήταν χαρακτηριστικός της αγροτικής Ισπανίας στις αρχές του 20ού αιώνα. Παρά τις σπουδές του στο Valladolid και στη συνέχεια στη Salamanca αλλά και μια θέση λέκτορα στη γερμανική πόλη Mannheim στα τέλη της δεκαετίας του 1920, ο Redondo διαμόρφωσε τη σκέψη του μέσω μιας αυτοδίδακτης εκπαίδευσης, που τον οδήγησε μεταξύ των πανεπιστημιακών του χρόνων και των πρώτων επαγγελματικών του εμπειριών, να διαβάσει ένα μεγάλο μέρος των γραπτών της Γενιάς του ’98 – ιδιαίτερα των Azorín, Ramiro de Maeztu, Pio Baroja και Antonio Machado – αλλά ενδιαφερόταν επίσης για τα γραπτά της γαλλικής σχολής, συμπεριλαμβανομένων των Rousseau, Montesquieu, Sieyès, Renan και Sorel. Υπήρχαν επίσης – και ίσως πιο αποφασιστικά από όλους τους άλλους συγγραφείς που έχουν ήδη αναφερθεί – τα έργα των Juan Donoso Cortés, Jaime Balmes και, πάνω απ’ όλα, του Marcelino Menéndez Pelayo, ο οποίος για τον Onésimo έγινε ο «ιδρυτής και πατέρας του ισπανικού επαναστατικού εθνικισμού».

Ήταν ο ιδρυτής της “Juntas Castellanas de Actuación Hispánica” (JCAH), η οποία, μετά την επαναπροσέγγιση με την ομάδα “La Conquista del Estado» του Ramiro Ledesma – με τον οποίον ανέπτυξε μια ισχυρή φιλία – οδήγησε σε μια διαδικασία πολιτικο-δογματικής συνοχής, της οποίας ο Redondo υπερασπίστηκε «τα πλεονεκτήματα μιας απαραίτητης ποικιλομορφίας στις θεμελιώδεις στιγμές της σύγχρονης αντεπανάστασης». Δεν γνωρίζουμε πόσο επηρεάστηκε ή γοητεύτηκε από αυτή τη διαδικασία ασπασμού του φασισμού. Είναι όμως σαφές ότι, όπως και άλλοι, έτσι και αυτός έλκεται από ένα αξιοσημείωτα εκλεκτικό ιδεολογικό σύστημα, ικανό να προσαρμόζεται στις ανάγκες και τις απαιτήσεις ενός δεδομένου τόπου, χρόνου και κοινωνικού χώρου. Πιο απλά, πίστευε ότι ήταν ο εκφραστής ενός νέου πολιτικού συστήματος που σαφώς ερχόταν σε ρήξη με το παλιό φιλελεύθερο σύστημα. Ένιωθε ότι ήταν ο εκπρόσωπος των αγροτικών μαζών, που είχαν ανάγκη από βαθιά κοινωνική αλλαγή και έβλεπε το έργο του ως το μέρος μιας εξέλιξης που ήταν αποτέλεσμα της ενότητας μιας ετερογενούς ομάδας νέων ανθρώπων, που ήταν πρόθυμοι να κάνουν τα πάντα για να διασφαλίσουν το μέλλον του έθνους. Παράλληλα με την αστική δράση του Ramiro Ledesma, ο Onésimo Redondo πρότεινε έναν προβληματισμό που επιδίωκε να απαντήσει στα ερωτήματα όσων, από τις 14 Απριλίου 1931 – δηλαδή, από την ανακήρυξη της Δεύτερης Ισπανικής Δημοκρατίας – αναζητούσαν μια εναλλακτική λύση στην κοσμική και μεταρρυθμιστική πρόταση ενός κράτους, με το οποίο δεν ταυτίζονταν. Η αντιρεπουμπλικανική ρητορική του δημιούργησε έναν μικρό πυρήνα αντιπάλων του καθεστώτος, οι οποίοι σε περισσότερες από μία περιπτώσεις, επιχείρησαν να ευθυγραμμιστούν με μια πολύ μεγαλύτερη ομάδα, η οποία αποτελούνταν επίσης από άτομα δυσαρεστημένα με την τρέχουσα πολιτική κατάσταση. Αυτό σηματοδότησε την έναρξη της συμμετοχής του στη συστατική διαδικασία της αντεπανάστασης, στην οποία συμμετείχε ως εκπρόσωπος της πιο ριζοσπαστικής πτέρυγας της ισπανικής δεξιάς, η οποία θεωρείται από πολλούς ως ένα είδος προδρόμου του ιβηρικού φασισμού.
Το φθινόπωρο του 1931, ο Redondo και ο Ledesma αποφάσισαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους επίσημα, δημιουργώντας την “Juntas de Offensiva Nacional-Sindicalista” (JONS)- βλέπε στο βιβλίο “Ο Εθνικοσυνδικαλοσμός του Ledesma Ramos” από την Λόγχη). Αν και το κίνημα JONS προέκυψε από την πρωτοβουλία ενός μικρού αριθμού νέων, οι κύριες αριστερές ομάδες, ειδικά οι πιο ριζοσπαστικές, ξεκίνησαν γρήγορα μια εκστρατεία για να τις δυσφημίσουν. Όπως είχε ήδη συμβεί και με το Εθνικό Ισπανικό Κόμμα (Partido Nacionalista Español) του José María Albiñana, το JONS κατηγορήθηκε ότι αποτελούσε ένα παράδειγμα ενός επαναστατικού κινήματος μιας φασιστικής έμπνευσης. Η πολιτική ενοποίηση που οδήγησε στο κίνημα JONS εκείνη την εποχή, βασιζόταν σε μια επαναστατική ιδεολογική συνοχή, αλλά δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι οι λόγοι για αυτή την προσέγγιση ήταν και οικονομικοί. Ήταν, επομένως, μεταξύ του τέλους του 1931 και αρχών του 1932, όταν διαμορφώθηκε στην Ισπανία αυτό που θεωρείται η πρώτη φασιστική πολιτική εμπειρία και κατά τους επόμενους μήνες, προσπάθησε τόσο να βρει τον δικό της πολιτικό χώρο όσο και να ορίσει τα περιγράμματα της ιδεολογίας της μέσω της γέννησης και της διάδοσης της εθνικοσυνδικαλιστικής θεωρίας. Ακολουθώντας το παράδειγμα του Ledesma, ο Redondo συμμετείχε ενεργά στην επεξεργασία εκείνου του ιδεολογικού επακόλουθου, που θα έθετε τα θεμέλια της εθνικής επανάστασης σύμφωνα με την οπτική των JONS . Όπως δήλωσε επανειλημμένα και ο ίδιος, η θεωρία του εθνικοσυνδικαλισμού, επρόκειτο να αποτελέσει το σημείο εκκίνησης για τον εκσυγχρονισμό της χώρας και για την ανάκτηση μιας στέρεας και αυτοκρατορικής εθνικής ενότητας, αλλά και για την προώθηση μιας αποτελεσματικής εναρμόνισης της κοινωνίας που θα επέτρεπε την εξάλειψη της ταξικής πάλης. Το πρόβλημα όμως έγκειτο στην ύπαρξη του δημοκρατικού συστήματος που είχε εγκαθιδρυθεί με τη Δημοκρατία: η τελευταία, κατά την άποψη του Redondo, θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας διεφθαρμένος οργανισμός βασισμένος στην αναποτελεσματικότητα των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, αλλά και μια πολιτική διαδικασία που ευνοούσε αποκλειστικά ορισμένους τομείς, όπως φιλελεύθερους,μαρξιστικές πολιτικές ομάδες, αναρχικούς και τα πολλά στοιχεία που συνδέονταν με τον Τεκτονισμό.
Ο ιταλικός φασισμός ήταν προφανώς ένα μοντέλο προς αξιοποίηση, εν μέρει χάρη στη διασημότητα ενός ηγέτη, του Ντούτσε, που συχνά θαυμαζόταν πέρα από τα σύνορα, αν και στην περίπτωση του νεαρού Καστιλιανού, η επικείμενη άνοδος του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού θα ήταν μια πραγματικότητα, με την οποία ήταν πιο εξοικειωμένος και τον οποίο γνώριζε καλύτερα. Στα μάτια της ομάδας του Redondo όμως, ο φασισμός φαινόταν να είναι ένα παράδειγμα πιο ελκυστικό και πιο εύκολα εφαρμόσιμο. Σε αυτό το σημείο ο ίδιος κατανοούσε τη χρησιμότητα που θα μπορούσε να προσφέρει ένα μεγάλης κλίμακας φασιστικό σχέδιο στην εθνική υπόθεση, υποδεικνύοντας, όπως έλεγε: «Ο φασισμός βασίζεται σε έναν εθνικό στόχο οικοδόμησης και υπηρετεί ένα πνευματικό και ηθικό ιδανικό: η εθνική εξύψωση και ο σεβασμός των θεμελιωδών ελευθεριών και των δικαιωμάτων της ιδιωτικής ζωής – ιδιοκτησίας, οικογένειας, θρησκείας – αποτελούν μια πηγή δύναμης για τη διάσωση του πολιτισμού». Αλλά αν εντός του JONS, ο Ledesma χρησιμοποίησε τη φασιστική στρατηγική εισάγοντας την στη θεωρία του Εθνικοσυνδικαλισμού, ο Redondo προτίμησε να περιμένει μια πιο αποτελεσματική πολιτική χειρονομία, πιστεύοντας ότι ο φασισμός ήταν μια ευκαιρία που έπρεπε να αξιοποιηθεί σε μια συγκεκριμένη στιγμή της πολιτικής τους πορείας και αποκλείοντας το ενδεχόμενο να μπορούσε να μετατραπεί σε ένα στοιχείο συμβατό με τις ανάγκες του κόμματος.

Η θεωρία του στόχευε στην εισαγωγή στις μάζες εκείνων των αρχών, όπως η τάξη και η πειθαρχία, η υπεράσπιση της εθνικής ενότητας και η εξύψωση των ιστορικο-πατριωτικών αξιών, αλλά οραματιζόταν επίσης τη δυνατότητα προώθησης μιας οικονομικής εναλλακτικής λύσης – στην οποία επέμενε σθεναρά – που θα έλυνε την κρίση του φιλελεύθερου καπιταλισμού, μέσω της ανάπτυξης της κορπορατιστικής εναλλακτικής λύσης. Φαινόταν σχεδόν σαν ο Onésimo Redondo να ενδιαφερόταν για αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «υλιστική ερμηνεία του φασισμού», πέρα από την οποία θα ήταν δυνατή η ένωση όλων των συντηρητικών δυνάμεων, με στόχο την εξάλειψη μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας που ήταν υπεύθυνη για την άνοδο πολλών από αυτούς τους πολιτικούς σχηματισμούς που θεωρούνταν εκφυλιστικοί και κοινωνικά διεφθαρμένοι. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η εθνικοσυνδικαλιστική πολιτική προσέγγιση του Redondo, αναπτύχθηκε παρόμοια με αυτή του Ledesma, τουλάχιστον μέχρι τα μέσα του 1932, όταν λόγω της βραχύβιας λαϊκής εξέγερσης γνωστής ως “sanjurjada”, ο νεαρός ηγέτης αναγκάστηκε να καταφύγει στην Πορτογαλία, όπου παρέμεινε εξόριστος για πάνω από ένα χρόνο.
Παρά τις αρχικές δυσκολίες, φάνηκε να αποκομίζει κάποια οφέλη από την αναγκαστική του εμπειρία στο εξωτερικό: όχι μόνο μπόρεσε να συνεχίσει το έργο του ως πολιτικός ηγέτης, χάρη σε μια πυκνή αλληλογραφία που του επέτρεψε να διατηρεί επαφή με την ομάδα του στο Valladolid, αλλά είχε επίσης την ευκαιρία να σκεφτεί εκτενώς την καταλληλότερη πολιτική, στρατηγική που θα έπρεπε να υιοθετηθεί για τη δημιουργία ενός συμπαγούς και αποτελεσματικού αντεπαναστατικού χώρου. Ένα έργο που ουσιαστικά ισοδυναμούσε με μια ακόμη καταγγελία του αντεθνικού κράτους (της Δημοκρατίας), «την οποία θα ακολουθούσε η ανάκτηση ότι είχε απομείνει από το πραγματικό εθνικό κράτος». Αυτή η τελευταία πτυχή βασιζόταν στην πιθανότητα συνάντησης των διαφορετικών μοντέλων αναφοράς, τα οποία θα επέτρεπαν αυτό το ποιοτικό άλμα, που θα μπορούσε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, να οδηγήσει στην οικοδόμηση ενός «οργανικού και ολοκληρωτικού» κράτους. Αυτό ήταν το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε κατά τους πρώτους μήνες της εξορίας του και η μόνη πιθανή εναλλακτική λύση στην πολιτική της Δημοκρατίας. Αλλά ήταν επίσης και η μόνη πιθανή στρατηγική για έναν εθνικοσυνδικαλισμό, που είχε πληγεί σοβαρά από την αποτυχημένη εξέγερση του Αυγούστου, ο οποίος τώρα περίμενε καλύτερες στιγμές για να εκτελέσει την λυτρωτική του αποστολή. Άλλωστε μια μάχη μπορεί να είχε χαθεί, αλλά σίγουρα όχι ο πόλεμος: «Να συντηρήσουμε; Να αμυνθούμε; Δεν υπάρχει τίποτα να υπερασπιστούμε: όλα έχουν χαθεί. Αυτό που είναι επιτακτικό είναι η ανακατάληψη: το κίνημά μας δεν θα είναι αμυντικό, αλλά επιθετικό. Επειδή δεν πρόκειται για τη φύλαξη των συνόρων της ιδανικής μας γης, αλλά για τον καθαρισμό της από τους εχθρούς. Ο «συντηρητικός» απλώς σώζει ότι μπορεί, συνθηκολογεί με τους εισβολείς, παραδίδεται στις συνθήκες τους εν μέρει ή εν όλω. Όχι εμείς: αντίθετα, υψώνουμε την πολεμική κραυγή ενάντια στους εισβολείς, και ο πόλεμος είναι αμείλικτος».
Η ιδεολογική εναρμόνιση που προσπάθησε να επιβάλει ο Redondo, συχνά με την ιδέα της δημιουργίας ενός ενιαίου αντικαπιταλιστικού και αντιμαρξιστικού μετώπου, ήταν στην πραγματικότητα μια φευγαλέα προσπάθεια που ποτέ δεν διείσδυσε πλήρως στη θεωρητική πρακτική του κόμματος. Αν και μετά την επιστροφή του από την εξορία αφιερώθηκε στην εκλογική εμπειρία του Νοεμβρίου 1933, την οποία αργότερα αναγκάστηκε να εγκαταλείψει, συνειδητοποίησε επίσης ότι η πρωτοβουλία “Jons” κινδύνευε να υποβιβαστεί για άλλη μια φορά, στο περιθώριο, λόγω της πολιτικής διείσδυσης μιας νέας ομάδας που βρισκόταν σε διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης. Η ανησυχία του σύντομα επιβεβαιώθηκε από την ομιλία που εκφώνησε ο José Antonio Primo de Rivera, κατά την παρουσίαση της Ισπανικής Φάλαγγας, η οποία φάνηκε να καταδεικνύει τις προϋποθέσεις για την εισβολή αυτού του νέου κινήματος – ιδίως εις βάρος των Jons – στον χώρο που καταλάμβανε το αντεπαναστατικό κίνημα. Επιπλέον, ο έγκυρος δικηγόρος της Μαδρίτης, ήταν επιδέξιος στο να κινείται με άνεση στους πολιτικούς κύκλους που γνώριζε από την εποχή του πατέρα του, καθώς αυτοί ήταν οι κύριοι χρηματοδότες και ταυτόχρονα υποστηρικτές της παρέμβασής του στην πολιτική.

Κατά τους χειμερινούς μήνες, τα δύο κόμματα συνέχισαν τις δραστηριότητές τους ανεξάρτητα, αν και σύντομα επανασυνδέθηκαν μεταξύ τους μετά τις καλοκαιρινές διακοπές. Αυτό πυροδότησε επίσης μια ανανεωμένη ανταλλαγή απόψεων μεταξύ του Primo de Rivera και του Ledesma . Οι δύο ηγέτες γνωρίζονταν μέσω της συμμετοχής τους στην εμπειρία «El Fascio», αλλά τώρα βρέθηκαν να αντιμετωπίζονται ως ηγέτες των αντίστοιχων πολιτικών κομμάτων τους. Προφανώς οι προϋποθέσεις για μια πιθανή συγχώνευση δεν φαινόταν να υπάρχουν, αλλά με την πάροδο του χρόνου οι δύο οργανώσεις ξεκίνησαν μια διαδικασία ενοποίησης, που οδήγησε στη δημιουργία ενός ενιαίου πολιτικού ρεύματος, βασισμένου στην εθνικοσυνδικαλιστική ιδεολογία. Είναι περίεργο να σημειωθεί πώς και τα δύο κόμματα εξέφρασαν τις απόψεις τους για αυτή την απόφαση, όχι τόσο ως μια ένωση απόψεων, αλλά μάλλον ως μια ανταλλαγή ιδεών που υπαγορεύτηκε από τις ανάγκες της στιγμής. Η νέα οργάνωση παρουσιάστηκε στην πόλη του Onésimo Redondo στις 4 Μαρτίου 1934, ίσως και με την επιθυμία να διαλύσει τις αμφιβολίες που είχε εκφράσει σχετικά με τον κίνδυνο απορρόφησης από οργανώσεις με αυστηρά αντεπαναστατικούς σκοπούς. Παρά ταύτα η πράξη αυτή επιβεβαιώθηκε και όπως ήταν αναμενόμενο, αποτέλεσε το σκηνικό έντονων συγκρούσεων με ακτιβιστές του αριστερού κόμματος, οι οποίες οδήγησαν σε μια ολοκληρωτική μάχη στους δρόμους της πόλης.
Η βία που χαρακτήρισε τον εορτασμό της πράξης της ενοποίησης, κατέδειξε τον βαθμό ριζοσπαστικοποίησης στον οποίο επιδίωκαν τα εξτρεμιστικά κόμματα. Αυτό απέδειξε ότι ο εθνικοσυνδικαλισμός είχε βρει κάποια στοιχεία συνοχής, παρόλο που οι φιλοδοξίες των κορυφαίων ηγετών του κόμματος σύντομα ψύχραναν τις υπάρχουσες σχέσεις εντός της ηγεσίας της οργάνωσης. Σιγά σιγά, η ιεραρχική δομή που επιθυμούσε ο Primo de Rivera όχι μόνο αποξένωσε και στη συνέχεια εκδίωξε τον Ramiro Ledesma, αλλά και περιόρισε την αποτελεσματικότητα του Redondo, ο οποίος είχε πάψει προ πολλού να αποτελεί ένα αναπόσπαστο κομμάτι των ανώτερων κλιμακίων του κόμματος. Ο νεαρός ηγέτης είχε επίσης συνειδητοποιήσει ότι η δογματική του συμβολή είχε εν μέρει περιθωριοποιηθεί, ενώ παρατηρούσε με ανησυχία τις επιπτώσεις της πλέον αισθητής έντασης μεταξύ των Ledesma και Rivera. Αν και η παρέμβασή του είχε ως στόχο την αποκατάσταση της εσωτερικής αρμονίας εντός του κόμματος, δεν μπόρεσε να κάνει πολλά για να ηρεμήσει τα πράγματα, ειδικά επειδή βρέθηκε μπλεγμένος στη διαμάχη μεταξύ των αυτών των δύο ηγετών, κατά τους τελευταίους μήνες του έτους. Δεν κατέστη δυνατό να επιτευχθεί συμφωνία ούτε τις τελευταίες ημέρες του Δεκεμβρίου, όταν μετά από μια αυτοσχέδια συνάντηση στην οποία παρευρέθηκε ο Redondo, ο Ledesma ομολόγησε στους παλιούς συντρόφους του, την απόφασή του να χωριστεί οριστικά από τον Primo de Rivera.
Για τον Redondo πιθανότατα ξεκίνησε μια από τις πιο δύσκολες περιόδους της πολιτικής του καριέρας. Εκείνη την εποχή συμμετείχε στη τάση του Ledesma , αλλά γνώριζε επίσης τις ευθύνες του απέναντι στην ομάδα του Valladolid, η οποία είχε γοητευτεί από τη μορφή του José Antonio. Η «προδοσία» του και η συνεχιζόμενη συμμετοχή του στη Φάλαγγα του José Antonio, ήταν αναμφίβολα ένα σοβαρό πλήγμα για τον Ledesma και την αριστερή του τάση, αν και αυτός δεν μπόρεσε ποτέ να εξηγήσει πλήρως τα κίνητρα που κρατούσαν τον Redondo κοντά στον αντίπαλό του. Καθώς περνούσαν οι μήνες, η κατάσταση φαινόταν να βελτιώνεται παρά τις συχνές οικονομικές δυσκολίες και ακόμη και ο ιδεολογικός προσηλυτισμός του Redondo φάνηκε να βρίσκει μια νέα πνοή. Η έννοια του Estado Nuevo (δηλαδή, αυτού που είχε οριστεί ως το μελλοντικό ισπανικό κράτος, που θα προέκυπτε από τις στάχτες του παλιού κράτους) παρουσιάστηκε στην ισπανική κοινωνία με έναν παρόμοιο τρόπο, με τον οποίο είχε παρουσιαστεί κατά την άνοδο του φασισμού, σε άλλα ευρωπαϊκά έθνη.

Όπως είχε ήδη υποστηρίξει λίγα χρόνια νωρίτερα, ο Redondo ενδιαφερόταν να δημιουργήσει «ένα κίνημα στο οποίο η εξύψωση του Κράτους θα έδινε τη θέση της στην υπέρτατη αξία του έθνους» και ίσως ακριβώς χάρη σε αυτή την ανανεωμένη αντίληψη – υπογραμμίζει ο ιστορικός Ferran Gallego – κατέστη δυνατή μια ταχεία αρμονία με τον José Antonio. Η ιδέα τους για το έθνος, αντιστοιχούσε στην υπεράσπιση μιας καθολικής παράδοσης, έμφυτης στην ισπανική κοινωνία (και ως εκ τούτου αντιπροσώπευε την πνευματική ουσία αυτής της χώρας), αλλά ισχυριζόταν επίσης ότι ήταν μια αναστρέψιμη στρατηγική, προσαρμόσιμη στις ανάγκες της στιγμής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ηθικές αρχές του εθνικοσυνδικαλιστικού ιδεώδους δεν θα υπονομεύονταν. Αν και αυτή η ιδεολογική πρόταση επικεντρώθηκε σε κοινές πτυχές, η οικοδόμηση ενός ενιαίου φασιστικού εγχειρήματος, μιας πρωτοβουλίας ικανής να ενώσει όλες τις συντηρητικές δυνάμεις στην Ισπανία, ακολούθησε διαφορετικές μεθόδους. Αν στην περίπτωση του José Antonio, ξεκινώντας από την άνοιξη του 1935, χρησιμοποιήθηκε μια πιο ριζοσπαστική τεχνική με σαφή συνωμοτικό χαρακτήρα, στην περίπτωση του Redondo η ψευδαίσθηση μιας επικείμενης προσχώρησης των μαζών φαινόταν να υπάρχει ακόμα.
Ο Redondo συνειδητοποίησε ότι το κύριο εμπόδιο για την πραγματοποίηση της εθνικοσυνδικαλιστικής επανάστασης, ήταν η πολιτική αναρχία που προερχόταν από έναν μαρξισμό που είχε υπονομεύσει τις ελπίδες της νεαρής Δημοκρατίας. Για να αποτρέψει αυτό, από το να προκαλέσει περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης, πρότεινε τη χρήση της φασιστικής μεθόδου ως εργαλείο του αγώνα, ικανού να οδηγήσει τη χώρα πίσω σε εκείνη την αρχαία κοινωνική, οικονομική και πολιτική ισορροπία που είχε κάνει την Ισπανία ένα μεγάλο έθνος. Υπήρχε επίσης η ανάγκη αποκατάστασης της τάξης εντός της κοινωνίας των πολιτών, εξαλείφοντας την ταξική πάλη και προωθώντας μια ιεραρχία ικανή να δημιουργήσει την αρμονία (κοινωνική και παραγωγική) που είναι απαραίτητη για την οικοδόμηση του νέου κράτους. Ανάμεσα στις ιδιαιτερότητες της σκέψης του Redondo, ήταν πάντα και το αγροτικό ζήτημα, το οποίο στην πατρίδα του, την Καστίλη, παρουσιάστηκε ως ενα θεμελιώδες προπύργιο για την υπεράσπιση όχι μόνο των δικαιωμάτων του αγροτικού κόσμου, αλλά και των παραδόσεων εκείνου του τμήματος του πληθυσμού που ένιωθε, ίσως περισσότερο από άλλα, ότι ήταν ο φύλακας αυτής της «καρδιάς του φυλετικού κορμού» του έθνους. Ένα άλλο κοινό στοιχείο θα μπορούσε να θεωρηθεί – σε ισχυρή συμφωνία με το φασιστικό δόγμα – ότι είναι αυτό της φυλής. Η έννοια της «raza hispánica» (ισπανικής φυλής) αναπτύχθηκε στον Redondo από τις πρώτες διακηρύξεις της «Libertad» (Ελευθερίας) και σύντομα θεωρήθηκε, ακόμη και από πολλούς συγχρόνους του, ως η ανακάλυψη της ισπανικής ουσίας και ένα αναπόσπαστο στοιχείο του ανακαλυφθέντος δυτικού χριστιανικού πολιτισμού, ειδικά από την αντιμαρξιστική οπτική γωνία.
Υπάρχει όμως και μια ιδεολογική ιδιαιτερότητα που δεν έχει εντοπιστεί σε άλλους φασίστες ηγέτες, αλλά η οποία αντιθέτως έγινε πραγματική εμμονή στη σκέψη του Redondo. Από τα πρώτα χρόνια του πολιτικού του αγώνα, αφοσιώθηκε στην περιγραφή της ύπαρξης μιας αντεθνικής συνωμοσίας που χρησίμευε για να δικαιολογήσει τις περισσότερες από τις επιθέσεις του στο δημοκρατικό καθεστώς. Η συλλογιστική του βασιζόταν στην παρέμβαση μιας καπιταλιστικής πολιτικής ελίτ, στενά συνδεδεμένης με τον Τεκτονισμό, στην οποία βρήκε στοιχεία σαφούς εξωτερικής χρηματοδότησης, που προερχόταν από τις μεγάλες περιουσίες, κυρίως των εβραϊκών οικογενειών. Οικογένειες που ανήκουν σε ελίτ και εκμεταλλεύονται τον λαό, κυρίως τους αγρότες. Οι στοχασμοί του ήταν βαθιά κοινωνικοί και αποτελούσαν ουσιαστικά τη βάση μιας θεωρίας που έθετε στο ίδιο επίπεδο την έννοια του κόμματος (ως φορέα . των μαζών) και την ιδέα του Κράτους (ως διαδικασία που συγκροτεί το νέο έθνος). Δεν πρόλαβε όμως και αυτός να εφαρμόσει τις ιδέες του. Λίγες μέρες μετά την έναρξη του εμφυλίου, αν και ήταν ο μόνος ηγέτης που ήταν ελεύθερος, πυροβολήθηκε θανάσιμα κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στο μέτωπο, αφήνοντας ανεκπλήρωτη τη μεγαλύτερη αποστολή του: να ηγηθεί της εξέγερσης στην οποία συμμετείχε η Φάλαγγα. Η μνήμη του δεν σβήστηκε εντελώς με το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου, αλλά η περιθωριοποίησή του σε σχέση με τον Ledesma Ramos και τον Primo de Rivera, τον υποβάθμισε σε υποδεέστερη θέση σε σχέση με αυτούς τους δύο κορυφαίους ηγέτες. Μόνο μετά από πολλά χρόνια κατέστη δυνατό, εν μέρει, να ανακατασκευαστεί μια γραμμή σκέψης που εκμεταλλευόταν εδώ και καιρό το καθεστώς του Φράνκο, με σκοπό την ανάκτηση της δογματικής της πρωτοτυπίας εντός του εθνικοσυνδικαλιστικού κινήματος.
Όπως διευκρινίστηκε αργότερα από ορισμένους θεωρητικούς, που διακρίθηκαν εντός του Κινήματος, το παράδειγμα του Onésimo Redondo ήταν ίσως λιγότερο ευέλικτο από άλλα, αλλά είχε συμβάλει ενεργά στη διάδοση μιας επαναστατικής πρότασης, που με στέρεες κοινωνικές βάσεις και μια « δυναμική στο πεζοδρόμιο», θα μπορούσε να θεωρηθεί το πρώτο βήμα προς την οικοδόμηση του έθνους-κράτους. Όμως όλα αυτά φαινόταν να μην επαρκούν για να αποκαταστήσουν μια φιγούρα που είχε εγκαταλειφθεί στον εαυτό της και είχε υποβιβαστεί, από τις πρώτες μέρες του καθεστώτος του Φράνκο, όπως συνέβη και με άλλους εθνικοεπαναστάτες ακτιβιστές του Εθνικοσυνδικαλισμού. Ο αστικός εθνικισμός του δικτάτορα Φράνκο, δεν ανέδειξε ποτέ τις φιγούρες αυτές ενώ αντιθέτως είχε θάψει τα δόγματά τους. Οι άνθρωποι εκείνοι που δημιούργησαν πραγματικές εθνικεπαναστατικές ιδέες της δεκαετίας του 1930, πρώτα εκτελέστηκαν από τους αριστερούς και έπειτα θάφτηκαν οι ιδέες τους, από τους δεξιούς.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.