Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

Το Σύστημα για τη Δολοφονία Λαών

Το 1981, ο Guillaume Faye στο στο πλέον διάσημο έργο του «Το Σύστημα για τη Δολοφονία Λαών», έγραψε προφητικά λόγια σχετικά με την προέλευση της «παγκοσμιοποιητικής τάξης» στην οποία βρισκόμαστε σήμερα. Αυτή η σύνθετη δομή, όχι μόνο υπερεθνική αλλά και υπερηπειρωτική, είναι μια τεράστια, παγκόσμια επιχείρηση μαζικοποίησης, που μέσω της δικτατορίας της τεχνολογίας, της οικονομίας και της θρησκείας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, έχει αδειάσει τους λαούς από την ουσία τους και απειλεί με εξαφάνιση την εθνοπολιτισμική και εθνική πραγματικότητα της Ευρώπης. Πάμε όμως να διαβάσουμε τα ενδιαφέροντα και προφητικά αυτά κείμενα, από τον Γάλλο φιλόσοφο και στοχαστή. Θα ακολουθήσει και ακόμη ένα κείμενο την επόμενη φορά, για καλύτερη μελέτη και κατανόηση. Καλή ανάγνωση:

……………………………………………………………………….

Οι ιδρυτές του φιλελευθερισμού και της δημοκρατικής ιδεολογίας δεν είναι αθώοι. Σε αυτούς πρέπει να απευθυνθούμε για να εντοπίσουμε τις προϋποθέσεις μιας παγκοσμιοποιημένης τάξης των πραγμάτων. Η κόλαση είναι στρωμένη με καλές προθέσεις και η καταστολή που ασκεί το Σύστημα είναι στρωμένη με ανθρωπιστικές έννοιες. «Οι φιλελεύθερες έννοιες», σημείωσε ο Carl Schmitt, «τείνουν να εκμηδενίζουν το πολιτικό και να μετατρέπουν το κράτος σε κοινωνία». «Κοινωνία», δηλαδή κάτι το χωρίς ιστορία, χωρίς ρίζες, ένα οικονομιστικό και ανώνυμο σύμπαν μέσα στο οποίο οι αφηρημένες, οι συμβατικές και οι υπολογιστικές σχέσεις, αντικαθιστούν τους ζωντανούς, συναισθηματικούς, ιστορικούς και πολιτικούς δεσμούς που διαμορφώνουν τους λαούς.

Ο Benjamin Constant, ένας φιλελεύθερος ιδεολόγος, περιέγραψε το όνειρο μιας κοινωνίας σε μια πλανητική κλίμακα, ήδη από το 1814: «Έχουμε φτάσει στην εποχή του εμπορίου, μια εποχή που πρέπει απαραίτητα να αντικαταστήσει αυτήν του πολέμου». Για αυτόν τον συγγραφέα, ο «πολιτισμένος υπολογισμός» κλήθηκε να διαδεχθεί την εποχή της «άγριας παρόρμησης». Την ίδια ιδέα βρίσκουμε στον Adam Smith, τον Βολταίρο και τον Thomas Paine: Ότι είναι ιστορικό, πολιτικό, ριζωμένο, κυρίαρχο, αυτοκρατορικό, λαϊκό πιστεύεται ότι εγκυμονεί ανήθικους κινδύνους του πολέμου. Το αντίδοτο στις ρίζες, την πολιτική και την ιδέα της κυριαρχίας είναι το εμπόριο. Η ηθική δικαιολόγηση για τον μερκαντιλισμό που ενσαρκώνεται σήμερα στο δυτικό σύστημα, είναι η απόρριψη της βίας. Ο Carl Schmitt αντιλήφθηκε αυτή την αμφιθυμία μεταξύ του οικονομισμού και του ειρηνισμού, όταν ανακάλυψε στην φιλελεύθερη ιδεολογία «μια συναισθηματική απόρριψη της πολιτικής και του κράτους, του οποίου η ευγλωττία ξεδιπλώνεται ανάμεσα στους πόλους της ηθικής και της οικονομίας».

Ο μαρξισμός επανενώνεται με τον φιλελευθερισμό σε αυτή την επιθυμία να οικοδομήσει ένα ειρηνικό, ένα αποεθνικοποιημένο, ένα αποπολιτικοποιημένο σύμπαν, χωρίς ιστορικούς λαούς. Η επαναστατική ιστορικότητα νοείται εδώ απλώς ως μια παρένθεση, ως ένα μέσο για την υλοποίηση της παγκόσμιας κοινωνίας της συλλογικής ευτυχίας. Μήπως ο Marx δεν μιλούσε, στον τρίτο τόμο του “Κεφαλαίου”, για την τελική υλοποίηση, μόλις ολοκληρωθεί η παγκόσμια επανάσταση, μιας «παγκόσμιας κοινωνίας λογιστών»; Ακόμα κι αν ο μαρξισμός αργότερα παγιδεύτηκε από τον εθνικισμό, τον οποίο πίστευε ότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει προσωρινά, οι προϋποθέσεις του συμφωνούν με εκείνες του φιλελευθερισμού: την εγκαθίδρυση μιας ενιαίας κοινωνίας πάνω από όλους τους λαούς, ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο από αυτήν που βλέπουμε να σφυρηλατείται σήμερα. Υπό αυτή την έννοια, ο φιλελευθερισμός φαίνεται πολύ πιο «επιτυχημένος», πιο «επαναστατικός» από τον Μαρξισμό. Το εγχείρημά του υλοποιείται.

Η προλεταριακή διεθνής αποτυγχάνει: οδηγεί στον εθνικισμό και παγιδεύεται στα ίδια της τα «μέσα», αφού αντίθετα με ότι πίστευε ο Lenin, τα μέσα δεν δικαιολογούν τον σκοπό, αλλά τον χωνεύουν. Η διεθνής «καπιταλιστική» από την άλλη πλευρά, είναι επιτυχημένη. Ακριβώς η φιλελεύθερη ιδεολογία, που προηγείται του μαρξισμού, καλλιέργησε το ιδανικό μιας παγκόσμιας κοινωνίας που διέπεται από τις ανησυχίες των οικονομολόγων, με στόχο την κατάργηση των πολιτικών και πνευματικών διαφορών μεταξύ των λαών. Ομοίως, η φιλελεύθερη ιδεολογία είναι αυτή που ηγείται αυτού που ο Franz Oppenheimer ήλπιζε με όλη του τη δύναμη: «την εξάλειψη του Κράτους», η οποία πραγματώνεται σήμερα με την απαλλοτρίωση που διενεργείται από διεθνείς ή «εγχώριες» γραφειοκρατίες, εναντίον κυρίαρχων κυβερνήσεων. Ο Schmitt είχε δει ξεκάθαρα, ότι για τον φιλελευθερισμό, «η κοινωνία, η σφαίρα της ειρηνικής δικαιοσύνης, είναι απείρως υψηλότερη από το Κράτος, υποβαθμισμένη σε ζώνες της ανηθικότητας και της βίας». Πράγματι, ξεκινώντας από τον δέκατο όγδοο αιώνα, το κοινωνικοοικονομικό μοντέλο φάνηκε προτιμότερο από τις πολιτικές κοινότητες: οι εμπορικοί και συμβατικοί δεσμοί θεωρούνταν πιο ανθρώπινοι και λιγότερο «δεσποτικοί» από τις σχέσεις που βασίζονταν στο αίμα, το έδαφος ή την ιστορία. Όσο για τις φιλοσοφικές ρίζες της αποπολιτισμικής ερμηνείας του κόσμου, αυτές πρέπει να αναζητηθούν στην ορθολογιστική παράδοση, που εμπνέει τις κυρίαρχες πολιτικές ιδεολογίες. Οι Cartesio, Hobbes, Locke και Leibniz παρουσιάζουν μια μηχανιστική σκέψη, βασισμένη στη φυσική και τη γεωμετρία, με την οποία είναι σε μεγάλο βαθμό διαποτισμένη η κοινωνική φιλοσοφία του Συστήματος.

Η δυϊστική σκέψη του Cartesio, αντιπαραβάλλει τα ποσοτικοποιημένα με τα μη ποσοτικοποιημένα φαινόμενα, τα οποία στα μάτια του είναι πολύ λιγότερο ουσιώδη. Αυτός ο δυϊσμός, απηχεί το μοντέλο του χριστιανικού δυϊσμού, το οποίο υποτιμά το «εδώ κάτω» και στερεί από τον κόσμο και τη ζωή την αξία του ιερού. Ομοίως, η καρτεσιανή σκέψη απογυμνώνει τον κόσμο από τις ανορθολογιστικές συνδηλώσεις, μόνο προς όφελος των μηχανικά υπολογίσιμων και «αντικειμενικών» μεγεθών. Ο Cartesio, ο εμπνευστής του αμερικανικού συμπεριφορισμού, προτείνει μια ερμηνεία του κόσμου που περιέχει τους σπόρους διαφόρων χαρακτηριστικών, που βρίσκουμε σήμερα στο Σύστημα: ιδίως η υποτίμηση της ιστορίας, η έλξη μόνο προς μαθηματικά προβλήματα και η φιλοσοφική άποψη περί υπεροχής του χρήσιμου και του πρακτικού, έναντι όλων των άλλων αξιών.

Ο Hobbes, παρά το γεγονός ότι άλλες πτυχές της σκέψης του ήταν εξαιρετικά θετικές και κοινές, δυστυχώς συνέβαλε στο να δοθεί στους λαούς ένας μηχανιστικός ορισμός, σύμφωνα με τις καρτεσιανές γραμμές. Κρίνοντας το Κράτος ως αναγκαίο κακό, δεν βλέπει τον λαό ως μια οργανική και ιστορική κοινότητα, αλλά ως μια μάζα κοινωνικοποιημένων ατόμων, τα οποία το Κράτος πρέπει να σχεδιάσει ρεαλιστικά και να συγκεντρώσει καταναγκαστικά. Χωρίς αυτή τη μηχανική και βάναυση δύναμη, τα άτομα, που υποτίθεται ότι είναι εγωιστικά και αντικοινωνικά εκ φύσεως (επηρεασμένα από το δόγμα του προπατορικού αμαρτήματος), θα κατέστρεφαν κάθε τάξη και συνύπαρξη. Εδώ, με υδατογράφημα, βρίσκουμε τις θεωρητικές προϋποθέσεις μιας από τις πτυχές της σύγχρονης γενικευμένης καταστολής: οι λαοί, εγκαταλελειμμένοι στον εαυτό τους, θεωρούνται ανίκανοι να δοθούν στον εαυτό τους, να δημιουργήσουν τάξη. Για τον Hobbes, όπως και για την έμμεση ιδεολογία του Συστήματος, ο νόμος είναι η αιτία της τάξης και όχι η τάξη – η οργάνωση – (που είναι συγκεκριμένη για τον πολιτισμό κάθε λαού) η αιτία συγκεκριμένων νόμων. Νόμος και τάξη. Αυτή η νομοκρατία έχει οδηγήσει σήμερα: στο να αφομοιώσει την πολιτική με το δικαστικό, στο να εγκαθιδρύσει την δικτατορία της ηθικής – που εκφράζεται σε νομική μορφή από τα ανθρώπινα δικαιώματα -, σε μια δυσπιστία απέναντι σε οποιαδήποτε πολιτική προκύπτει από τις ζωντανές δυνάμεις της βούλησης και του πολιτισμού ενός λαού και σε μια προτίμηση για μια στρατηγική που υπαγορεύεται από την ηθική, τους κανόνες ή τους τεχνοοικονομικούς κανόνες με οικουμενικές αξίες.

Ο John Locke, αν και φιλοσοφικά πολύ απομακρυσμένος από τον Hobbes, ενίσχυσε αυτή τη μηχανιστική και αφηρημένη αντίληψη του λαού. Για αυτόν, όπως και αργότερα για τον Rousseau, είναι το κοινωνικό συμβόλαιο και όχι πλέον το Κράτος που αποτελεί τον δημιουργικό δεσμό της κοινωνίας, νοούμενης ως πρόσθεση των ατόμων. Η κοινή λογική, ένα είδος έμφυτης φυσικής λογικής, υπερβαίνει τους θεσμούς. Υποθέτει ότι ο άνθρωπος είναι ένα κοινωνικό ον, ανιδιοτελές και γεννημένο για την παγκόσμια αρμονία. Έτσι αναπτύχθηκαν τα ιδεολογικά θεμέλια του εξισωτικού και ατομικιστικού δυτικού πολιτισμού, που σήμερα κορυφώνεται στο Σύστημα: οι λαοί δεν βρίσκουν αυθόρμητα, ούτε κατέχουν μέσω της ιστορικής γενεαλογίας, την τάξη που τους ταιριάζει. Αυτή η τάξη πρέπει να δημιουργηθεί από τη λογική. Από την άλλη πλευρά, ο σκοπός της κοινωνίας είναι να δημιουργήσει έναν τεχνικό μηχανισμό, που είναι άμεσα κερδοφόρος για τα άτομα (όσον αφορά την οικονομική ευτυχία, την κοινωνική ισότητα κ.λπ.), και όχι να αναλάβει την πολιτική ιστορία μιας ομάδας και μιας εθνικής επικράτειας. Εδώ αποκαλύπτεται (στους Locke και Rousseau, όπως και στους Adam Smith, Hume και Bentham), η δογματική προετοιμασία για αυτό που θα γίνει πραγματικότητα στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα: η υπεροχή (τόσο κοινωνιολογική όσο και υπαρξιακή) του κοινωνικού έναντι του πολιτικού και του ιστορικού, της λειτουργικής δραστηριότητας έναντι της κοινοτικής ζωής, της πραγματιστικής ανησυχίας έναντι της πνευματικής κινητοποίησης – εν ολίγοις, όλων των στοιχείων που συλλογικά αποτελούν τα κριτήρια αυτής της νέας μορφής συλλογικής ζωής που ονομάζουμε Σύστημα.

Τέλος, σε αυτούς τους συγγραφείς βρίσκουμε τη διατύπωση του κοινωνικού ατομικισμού: το μοναδικό – Εγώ, είναι το θεμέλιο της πραγματικότητας των ομάδων και η ύπαρξη των ίδιων των ομάδων ως τέτοιων, δεν ισχύει πλέον και έτσι περιορίζεται σε μαθηματικά αθροίσματα των ατόμων. Η ιδεολογία της ισότητας, επομένως, ήδη από τον δέκατο έβδομο αιώνα, θέτει τα θεμέλια για μια πολιτική επιστήμη που δεν αντιλαμβάνεται τη λαϊκή κοινότητα ως μια συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα. Αυτή η παράδοση, εξάλλου, χρονολογείται από τους Χριστιανούς νομικούς και φιλοσόφους, ξεκινώντας από τον Αυγουστίνο και τον ίδιο τον Θωμά Ακινάτη. Όλοι οι λαοί είναι εναλλάξιμοι. Μόνο οι μηχανισμοί (τα «συστήματα») των νόμων και των θεσμών έχουν σημασία, οι οποίοι πιστεύεται ότι παράγουν τα ίδια αποτελέσματα παντού. Οι λαοί, πολύ νωρίς, θεωρούνταν, πριν βιωθούν, ως νομικές-οικονομικές κοινωνίες, τελικά ισοδύναμες μεταξύ τους.

Αν ένας λαός αυτοεπιβεβαιώνεται, όπως είδαμε, μέσω της ιστορικότητας και της εδαφικότητάς του, αυτοπροσδιορίζεται πρωτίστως μέσω ενός συνόλου έμμεσων αξιών, που είναι απολύτως συγκεκριμένες γι’ αυτόν και που αποτελούν το πλαίσιο ερμηνείας και δράσης του στον κόσμο. Αυτή η ιδέα, που έχει απεικονιστεί εκτενώς για παράδειγμα στο έργο του Johann Gottfried Herder και είναι πολύ παρούσα στον Spengler και στο ρεύμα σκέψης της “Συντηρητικής Επανάστασης”, έχει επιβεβαιωθεί από την ηθολογία, την εθνολογία και τη σύγχρονη κοινωνιολογία. Αντίθετα, οι κυρίαρχες ιδεολογίες ξεκινούν από την οικουμενιστική αρχή, σύμφωνα με την οποία δεν είναι απαραίτητο μια ομάδα να έχει τη δική της αντίληψη για τον κόσμο. Η παγκόσμια νεοκουλτούρα, ισχυρίζεται ότι είναι αντικειμενική, αποτελούμενη από ένα ελάχιστο κοινό για όλους τους ανθρώπους. Από την άλλη πλευρά, υπονοεί ότι ο καθένας μπορεί τελικά να διαμορφώσει τη δική του μικρή ιδέα για τον κόσμο, ανεξάρτητα από την κληρονομιά και την καταγωγή του. Εξ ου και το χάος: το άτομο δεν συνδέεται πλέον με κανένα συνεκτικό σύνολο αξιών. Γίνεται ένα «καταναλωτικό άτομο».

Οι κυρίαρχες ιδεολογίες δεν του δίνουν κανένα λόγο να ζει – πόσο μάλλον να πεθαίνει. Του φέρνουν μόνο επιθυμίες, οι οποίες γρήγορα μετατρέπονται σε ανάγκες. Ο Baudrillard μιλάει για την «προφυλακτική λευκότητα μιας κορεσμένης κοινωνίας, μιας κοινωνίας χωρίς ιστορία, χωρίς κανέναν άλλο μύθο εκτός από τον εαυτό της». Η φιλελεύθερη ιδεολογία των Lumi, των διαφωτιστών, της χειραφέτησης του ανθρώπου, θα έχει επομένως αποκτήσει την ιστορική αποστολή να παράγει και να δικαιολογεί το κατασταλτικό σύστημα που ισχύει σήμερα. Οι «ψυχροί Καίσαρες» που προέβλεψε ο Spengler, δεν θα λάβουν τη μορφή δικτατόρων, αλλά του δημοκρατικού Μεγάλου Αδελφού. Η λογική, η οποία υποτίθεται ότι είναι χειραφετητική, τελικά οδηγεί στην ορθολογικοποίηση των κοινωνιών: μια εντροπική και καταπιεστική προσπάθεια. Η φιλελεύθερη ιδεολογία συγκαλύπτει την καταπιεστική φύση του Συστήματος και την ασφυξία του λαού με δύο τρόπους: με τη φιλοσοφία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και με την τεχνοκρατική αισιοδοξία.

ΠΗΓΗ

Η σκοτεινή διάσταση δίπλα μας

Πώς συνδέονται δύο από τα μεγαλύτερα μυστήρια του σύμπαντος, η σκοτεινή ενέργεια και η σκοτεινή ύλη

Όταν κοιτάμε ένα παγόβουνο αυτό που βλέπουμε πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας είναι ένα πολύ μικρό τμήμα του σε σχέση με τον τεράστιο όγκο που είναι αόρατος και βυθισμένος στη θάλασσα. Το σύμπαν μας είναι σαν ένα τεράστιο παγόβουνο. Το ορατό του κομμάτι, τα άστρα, οι πλανήτες, εμείς οι ίδιοι, είναι μόλις το 5% του συνόλου. Το υπόλοιπο 95% είναι αόρατο και μυστηριώδες. Συνίσταται από την σκοτεινή ενέργεια, στην οποία αποδίδεται η επιταχυνόμενη διαστολή του σύμπαντος και την σκοτεινή ύλη, η βαρύτητα της οποίας δεν αφήνει τους γαλαξίες να διαλυθούν.

Μέχρι σήμερα, οι φυσικοί θεωρούσαν ότι σκοτεινή ενέργεια και σκοτεινή ύλη δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Άλλωστε δεν υπήρχε κάποιος ιδιαίτερος λόγος που να συσχετίζει τις δύο αυτές έννοιες οι οποίες εισήχθησαν αυθαίρετα για να δικαιολογήσουν τα αναμφισβήτητα παρατηρησιακά αστρονομικά δεδομένα. Μέχρι που οι φυσικοί Miguel Montero, Cumrun Vafa και Irene Valenzuela το 2022 στο άρθρο τους με τίτλο «The Dark Dimension and the Swampland», πρότειναν κάτι εντυπωσιακά απλό και κομψό στο πλαίσιο της θεωρίας χορδών και του λεγόμενου προγράμματος swampland: την πρωτοποριακή ιδέα της «σκοτεινής διάστασης», σύμφωνα με την οποία θα μπορούσε (σε αυτό το θεωρητικό πλαίσιο), η σκοτεινή ύλη και η σκοτεινή ενέργεια να είναι στην πραγματικότητα οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Εκεί υποστηρίζουν ότι η εξαιρετικά μικρή, αλλά μη μηδενική, τιμή της σκοτεινής ενέργειας που παρατηρούμε στο σύμπαν μας και εκφράζεται από την κοσμολογική σταθερά Λ, οδηγεί κάτω από ορισμένες θεωρητικές υποθέσεις του swampland(1), στην ύπαρξη μιας επιπλέον «μεσοσκοπικής» διάστασης καθώς και μιας ολόκληρης «οικογένειας» ελαφρών σωματιδίων που την συνοδεύει.

Σύμφωνα με την θεωρία των χορδών, το σύμπαν μας δεν έχει μόνο τις 4 γνωστές μας διαστάσεις (3 χωρικές + χρόνος), αλλά συνολικά 10 (αυτό αποτελεί θεωρητική πρόβλεψη της θεωρίας και δεν έχει επιβεβαιωθεί πειραματικά). Τις υπόλοιπες 6 δεν τις αντιλαμβανόμαστε γιατί είναι «διπλωμένες» στον εαυτό τους σε αδιανόητα μικρό μέγεθος, δισεκατομμύρια φορές μικρότερες από ένα άτομο. Σύμφωνα με την εργασία των Montero et al, η μία από αυτές τις 6 κρυμμένες διαστάσεις είναι πολύ μεγαλύτερη από τις άλλες. Πρόκειται για την επονομαζόμενη «σκοτεινή διάσταση» η οποία έχει μέγεθος της τάξης του 1μm=10-6m (όσο το μέγεθος ενός βακτηρίου). Στον μικρόκοσμο της φυσικής αυτό το μέγεθος είναι τεράστιο.

Τώρα τίθεται το ερώτημα, αν υπάρχει μια διάσταση στο μέγεθος ενός βακτηρίου παντού γύρω μας, τότε γιατί δεν την βλέπουμε στο μικροσκόπιο; Η απάντηση είναι ότι το φως και η συνηθισμένη ύλη είναι «παγιδευμένα» στον δικό μας τρισδιάστατο κόσμο. Το φως δεν μπορεί να διεισδύσει σ’ αυτή την επιπλέον διάσταση. Όμως η βαρύτητα μπορεί. Ο μόνος «επισκέπτης» που έχει το ελεύθερο να μπαίνει και να βγαίνει σε αυτή τη διάσταση είναι η βαρύτητα. Μόνο τα βαρυτόνια (τα σωματίδια διαμέσου των οποίων διαδίδεται η βαρυτική δύναμη) μπαίνουν και βγαίνουν σε αυτή τη διάσταση(2).

Η ύπαρξη αυτής της σκοτεινής διάστασης θα μπορούσε να λύσει ταυτόχρονα τους δύο μεγαλύτερους γρίφους της κοσμολογίας: την γέννηση της σκοτεινής ύλης και την φύση της σκοτεινής ενέργειας.
● Όταν τα σωματίδια της βαρύτητας διαρρέουν μέσα σε αυτή την σκοτεινή διάσταση, αρχίζουν να πάλλονται. Αυτή η δόνηση, από τη δική μας οπτική γωνία, τα κάνει να αποκτούν μάζα. Γίνονται βαριά «σκοτεινά βαρυτόνια». Αυτή η «μάζα» δεν προκύπτει από κυριολεκτική δόνηση, αλλά από την κβαντισμένη ορμή των σωματιδίων μέσα στην επιπλέον διάσταση (μηχανισμός Kaluza–Klein). Αυτά τα σωματίδια έχουν μάζα αλλά δεν αλληλεπιδρούν με το φως, συμπεριφέρονται δηλαδή ακριβώς όπως η σκοτεινή ύλη.
● Τα μαθηματικά της θεωρίας δείχνουν ότι η σκοτεινή ενέργεια είναι εκείνη που καθορίζει το μέγεθος της σκοτεινής διάστασης. Το γεγονός ότι η κοσμολογική σταθερά Λ έχει μια τόσο μικρή τιμή στο σύμπαν μας, σημαίνει αναπόφευκτα ότι η διάσταση πρέπει να έχει μέγεθος της τάξης του ενός μικρομέτρου (
\ell \sim \Lambda^{-1/4}=10^{-6}m).

Το πιο συναρπαστικό στοιχείο της θεωρίας είναι ότι κάνει το σύμπαν να βγάζει νόημα ως σύνολο. Αν η διάσταση αυτή αλλάξει έστω και ελάχιστα μέγεθος κατά την εξέλιξη του σύμπαντος, τότε αλλάζουν ταυτόχρονα και η σκοτεινή ύλη και η σκοτεινή ενέργεια. Αυτό ταιριάζει με τα πρόσφατα δεδομένα από το τηλεσκόπιο DESI, τα οποία έδειξαν ότι η σκοτεινή ενέργεια δεν είναι μια σταθερή, αμετάβλητη δύναμη, αλλά εξελίσσεται με τον χρόνο. Συγκεκριμένα, πρόσφατες αναλύσεις δείχνουν ότι η σκοτεινή ενέργεια έφτασε στη μέγιστη ισχύ της πριν από περίπου 2 δισεκατομμύρια χρόνια και έκτοτε εξασθενεί. Η εξέλιξη αυτή δίνει τέλος στο παράδοξο του «καθεστώτος φάντασμα» – την ψευδαίσθηση δηλαδή ότι η σκοτεινή ενέργεια σε μια προηγούμενη εποχή δυνάμωνε με την πάροδο του χρόνου (καθώς το σύμπαν διαστελλόταν) παραβιάζοντας τη διατήρηση της ενέργειας – αφού η παρατηρούμενη συμπεριφορά οφείλεται απλώς σε μια φυσική μεταφορά ενέργειας ανάμεσα στη σκοτεινή ύλη και τη σκοτεινή ενέργεια. Παράλληλα, επιστημονικές μελέτες του 2024-2025 δείχνουν ότι η αλληλεπίδρασή τους μπορεί να λύσει ένα από τα μεγαλύτερα τρέχοντα προβλήματα της κοσμολογίας: την «διαφορά Hubble» (Hubble tension), καθώς γεφυρώνει την ανεξήγητη διαφωνία (περίπου 9%) που καταγράφεται ανάμεσα στις μετρήσεις του ρυθμού διαστολής στο πρώιμο και στο σύγχρονο σύμπαν.

Επιπλέον, η ύπαρξη της σκοτεινής διάστασης παράγει ελέγξιμες προβλέψεις για το μέλλον. Αν η σκοτεινή ύλη αλληλεπιδρά με τον εαυτό της μέσω μιας νέας δύναμης σε αυτή τη διάσταση, θα μπορούσε να αφήνει ορατά αστροφυσικά αποτυπώματα, όπως τον σχηματισμό χαρακτηριστικών «παλιρροιακών ουρών», εκτεταμένων ρευμάτων από άστρα και αέρια, πίσω από γαλαξίες που συγκρούονται.

Η σκοτεινή διάσταση λοιπόν δεν είναι κάποιος μυστικιστικός άλλος κόσμος δίπλα μας. Είναι μια πιθανή φυσική ιδιότητα του χώρου, μια έξτρα «πτυχή» μεγέθους ενός βακτηρίου, την οποία διαπερνά η βαρύτητα, η οποία μπορεί να συνδέεται με την σκοτεινή ύλη και να καθορίζεται από την σκοτεινή ενέργεια, προσφέροντας ένα ενιαίο και κομψό θεωρητικό πλαίσιο(3) για την κατανόηση αυτών των μυστηρίων.

Διαβάστε περισσότερες λεπτομέρειες: A Dark Dimension Could Link Two of the Universe’s Great Unknowns – https://www.quantamagazine.org/a-dark-dimension-could-link-two-of-the-universes-great-unknowns-20260622/

Παρατηρήσεις:
(1) βάλτος ή τέλμα
(2) Γι αυτό η βαρυτική δύναμη φαίνεται ασθενής (σε σχέση με τις άλλες δυνάμεις) διότι «απλώνεται» στις επιπλέον διαστάσεις που δεν μπορούμε να αντιληφθούμε. 
(3) εφόσον αποδειχθεί σωστό

ΠΗΓΗ: physicsgg.me

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

Το ψεύτικο αφήγημα των αυξήσεων σε μισθούς & συντάξεις: 31% χαμηλότερα από το 2009!

Σε όρους αγοραστικής δύναμης το ελληνικό ωρομίσθιο αντιστοιχεί πλέον μόλις στο 63-64% του ευρωπαϊκού μέσου όρου

Δεκαεπτά χρόνια μετά το 2009, οι μισθοί στην Ελλάδα εξακολουθούν να βρίσκονται 30% κάτω από τα τότε επίπεδα  καθώς παρά την ανάπτυξη που διαφημίζει η κυβέρνηση, τη υποτιθέμενη μείωση της ανεργίας και τις διαδοχικές «αυξήσεις» του κατώτατου μισθού, οι εργαζόμενοι συνεχίζουν να χάνουν την αγοραστική τους δύναμη.

Η ετήσια έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ είναι αποκαλυπτική. Ο μέσος πραγματικός ετήσιος μισθός παραμένει περίπου 31% χαμηλότερος από εκείνον του 2009, ενώ ακόμα και σε ονομαστικούς όρους οι αποδοχές υπολείπονται κατά περίπου 12% σε σχέση με την τελευταία χρονιά πριν από τη μεγάλη δημοσιονομική κρίση.

Το 2025 ο μέσος ετήσιος ονομαστικός μισθός διαμορφώθηκε στα 18.134 ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 3,9% σε σχέση με το 2024.

Ωστόσο, όταν αφαιρεθεί η επίδραση του πληθωρισμού, ο πραγματικός μέσος ετήσιος μισθός διαμορφώθηκε μόλις στα 14.998 ευρώ, παρουσιάζοντας ελάχιστη βελτίωση.

Με άλλα λόγια, η ακρίβεια «έφαγε» το μεγαλύτερο μέρος των αυξήσεων που διαφήμισε η κυβέρνηση.

Ακόμα πιο χαρακτηριστική είναι η σύγκριση με το 2021, όταν ξεκίνησε η μεγάλη άνοδος των τιμών. Παρά τις ονομαστικές αυξήσεις, η πραγματική αξία των μισθών παραμένει χαμηλότερη κατά 1,3%.

Παρόμοια εικόνα και στο ωριαίο εισόδημα. Το μέσο πραγματικό ωρομίσθιο αντιστοιχεί μόλις στο 73,5% του επιπέδου του 2009.

Σε κλάδους όπως το εμπόριο, οι μεταφορές, ο τουρισμός και η εστίαση – όπου εργάζεται μεγάλο μέρος των νέων – το πραγματικό ωρομίσθιο περιορίζεται στα 6,4 ευρώ.

Οι μεγαλύτερες απώλειες καταγράφονται σε υπηρεσίες έντασης γνώσης (πάνω από 42% κάτω από το 2009), στην εκπαίδευση (από 17,2 σε 10,8 ευρώ) και στην υγεία (από 12,5 σε 8 ευρώ).

Σε όρους αγοραστικής δύναμης, το ελληνικό ωρομίσθιο αντιστοιχεί πλέον μόλις στο 63-64% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Η χώρα χάνει έδαφος ακόμα και απέναντι σε οικονομίες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων, που καταγράφουν ταχύτερη αύξηση πραγματικών αποδοχών.

Η κυβέρνηση παρουσιάζει την ανάπτυξη και τη μείωση της ανεργίας ως μεγάλη επιτυχία, αλλά η πραγματικότητα για τους εργαζόμενους είναι διαφορετική: Οι μισθοί αυξάνονται ονομαστικά, όμως η αγοραστική δύναμη παραμένει καθηλωμένη.

Δεκαεπτά χρόνια μετά την κρίση, η πλειονότητα των Ελλήνων εργαζομένων εξακολουθεί να είναι φτωχότερη από ό,τι ήταν το 2009. Η «ανάκαμψη» που διαφημίζεται από το Μαξίμου δεν φτάνει ποτέ στην τσέπη τους.

ΠΗΓΗ: www.pronews.gr

Όποιος είναι ενάντια στο καθεστώς, είναι (μόνο)… Χρυσαυγίτης!

Οι εθνικιστές έχουν πολλούς λόγους να δαιμονοποιούνται, να λοιδωρούνται και να δέχονται κάθε είδους συστημική κατηγορία από τα φερέφωνα της κομματοκρατίας στα κανάλια, στις ιστοσελίδες, στις φυλλάδες και στα ραδιόφωνα της διαπλοκής. Για να είμαστε ορθότεροι και ακριβοδίκαιοι, όχι γενικά και αόριστα οι εθνικιστές, αλλά όσοι εθνικιστές μάχονται έμπρακτα, με θυσίες, αποδεδειγμένους αγώνες και απτά αποτελέσματα ενάντια στο καθεστωτικό τερατούργημα της Μεταπολήστευσης στην πατρίδα μας: ήτοι, οι Χρυσαυγίτες!

Θα έχετε παρατηρήσει εδώ και πολλά χρόνια, πως οποιαδήποτε λαϊκή αντίδραση προκύπτει σε επιμέρους θέματα ενάντια στο κράτος και τους θεσμούς του (και στα οποία δεν υπήρξε απαραίτητα εθνικιστική καθοδήγηση πάντοτε), θέτει στο στόχαστρο των βρωμερών Μέσων Μαζικής Εξαπάτησης τους πολίτες που διαμαρτύρονται και τους αγνούς Έλληνες που αυθόρμητα διαδηλώνουν κατά της εκάστοτε κυβέρνησης! Έτσι, έχουμε παλαιότερα την μερίδα των πατριωτών, μη–μαρξιστών αντιμνημονιακών να βαφτίζονται συλλήβδην ως… Χρυσαυγίτες. Αργότερα, όσοι επιθυμούσαν να εξέλθει η χώρα εκτός της σκλαβιάς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ευρώ, βαφτίζονταν από τους αργυρώνητους φιλελεύθερους και την πολιτική ελίτ ως… «αντιευρωπαίοι τριτοκοσμικοί» Χρυσαυγίτες. Το μοτίβο δεν σταματάει ποτέ, καθώς και τα εκατομμύρια των Ελλήνων που διαδήλωσαν ενάντια στην προδοσία του ονόματος της Μακεδονίας μας, βαφτίστηκαν και αυτά από την αριστερή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και τα παπαγαλάκια τους ως «ετερόκλητος όχλος» Χρυσαυγιτών!

Μετέπειτα, όσοι διαμαρτυρήθηκαν με αφορμή τις υγειονομικές διατάξεις και τα μέτρα που αφορούσαν τον εμβολιασμό για τον κορονοϊό, κατονομάστηκαν και αυτοί ως «παραθρησκευτικοί Χρυσαυγίτες». Τα ανήλικα παιδιά του ΕΠΑΛ Σταυρούπολης που (αμυνόμενα) τσάκισαν τους επιτιθέμενους παρακρατικούς αναρχοκομμουνιστές που οπλοφορούσαν, κατονομάστηκαν και αυτά ως Χρυσαυγίτες. Για να φτάσουμε έως τις ημέρες μας και «αισίως» στο 2026, όπου οι πατριώτες μαθητές σε Κρήτη, Βόλο, Αλεξανδρούπολη και σε κάθε γωνιά της Πατρίδας μας, στοχοποιούνται και αυτοί ως Χρυσαυγίτες και τίποτε άλλο. Φαίνεται πως το μόνιμο πρόβλημα του καθεστώτος δεν μορφοποιείται από κάποια αόριστη πρόσληψη του «εθνικισμού» από τα ανύπαρκτα γκρουπούσκουλα του διαδικτύου, του πληκτρολογίου και των… μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Το σύστημα δεν είναι ηλίθιο. Μοχθηρό είναι, πανούργο είναι, αλλά αφελές και κουτό δεν είναι. Γνωρίζει ΑΡΙΣΤΑ τον πραγματικό εχθρό του και τον συκοφαντεί συνεχώς, του αποδίδει μια πρωτοφανή λαϊκή και κοινωνική αντιπροσωπευτικότητα, και «προδίδει» τελικά τον ουσιώδη λόγο των απηνών διώξεων που έχει εξαπολύσει εναντίον του: την εγγενή αποδοχή των ιδεών και των θέσεών μας από την συντριπτική πλειονότητα των ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΩΝ Ελλήνων! Εάν αυτό δεν αποτελεί το καλύτερο κίνητρο για να αγωνιστεί κανείς μέσα από τις τάξεις του μοναδικού λαϊκού εθνικιστικού Κινήματος της Ελλάδος, τον Λαϊκό Σύνδεσμο – Χρυσή Αυγή, τότε ποιο θα μπορούσε να ήταν αυτό; Μπες στο μάτι του καθεστώτος, κάνε τον πονοκέφαλό του εντονότερο, κάνε τους φόβους της ξενοκρατίας ζωντανό εφιάλτη: πέρνα στην Αντεπίθεση!  

ΠΗΓΗ: xrisiavgi.com

Αφανίζεται η ελληνική κτηνοτροφία: Σοκ με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που δείχνουν δραματική συρρίκνωση του ζωικού κεφαλαίου

 Αφανίζεται η ελληνική κτηνοτροφία: Σοκ με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που δείχνουν δραματική συρρίκνωση του ζωικού κεφαλαίου

Οι πολιτικές της κυβέρνησης Μητσοτάκη διαλύουν την εγχώρια παραγωγή και την αυτάρκεια της χώρας - Η κτηνοτροφία συγκεντρώνεται στα χέρια βιομηχανιών

Τον σταδιακό «θάνατο» της ελληνική κτηνοτροφίας δείχνουν τα αποκαρδιωτικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, επιβεβαιώνοντας την καταστροφική πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Βλέποντας τις μεταβολές του ζωικού κεφαλαίου για το 2024-2025, αμέσως παρατηρείται ότι τα παραγωγικά ζώα λιγοστεύουν κατά πολύ και συγκεντρώνονται σε όλο και λιγότερα χέρια.

Η συρρίκνωση του ζωικού κεφαλαίου – μόλις σε ένα χρόνο – είναι δραματική και τα νούμερα μιλούν από μόνα τους. Τα βοοειδή μειώθηκαν κατά 12,8% και διαμορφώθηκαν σε 519.167 ζώα από 595.153 το 2024, ενώ οι εκμεταλλεύσεις τους υποχώρησαν κατά 16,9% στις 7.898 μονάδες. Οι χοίροι μειώθηκαν κατά 7,2% στα 729.234 ζώα, με τις αντίστοιχες εκμεταλλεύσεις να πέφτουν κατά 21,3% στις 3.373.

Στην πιο παραδοσιακή εκτροφή της χώρας μας, τα αιγοπρόβατα, η κατάσταση είναι απελπιστική. Τα πρόβατα υποχώρησαν κατά 17,2% στα 6,44 εκατομμύρια ζώα και οι εκμεταλλεύσεις κατά 18,3%. Οι αίγες μειώθηκαν κατά 9,2% στα 2,34 εκατομμύρια ζώα, με πτώση 13,4% στις μονάδες εκτροφής.

Τα συγκεκριμένα στοιχεία αποτυπώνουν με εμφατικό τρόπο την ισοπέδωση του κτηνοτροφικού κλάδου στη χώρα μας. Η κυβερνητική πολιτική των μαζικών θανατώσεων ζώων για την καταπολέμηση της ευλογιάς, ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που σαρώθηκε και συνεχίζει να σαρώνεται το ζωικό κεφάλαιο. Και αν αναλογιστεί κανείς τις θανατώσεις ζώων που προστέθηκαν το 2026 με τον αφθώδη πυρετό, καταλαβαίνει ότι η χώρα μας δεν αντιμετωπίζει απλά μια διατροφική κρίση, αλλά μια εθνική απειλή.

Μην ξεχνάμε ακόμη ότι στη Θεσσαλία και τη Μαγνησία είχε προηγηθεί το 2023 και η κακοκαιρία Daniel όπου και πάλι λόγω ανύπαρκτων έργων πρόληψης, είχαν πνιγεί εκατοντάδες χιλιάδες ζώα και είχαν καταστραφεί πολλές κτηνοτροφικές επιχειρήσεις.

Η εκτίναξη του κόστους παραγωγής, η εγκατάλειψη των κτηνοτρόφων από την κυβέρνηση και ο όγκος χρήματος που εξανεμίστηκε στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, ήταν η χαριστική βολή για πολλές μικρές επιχειρήσεις. Παρατηρούμε στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ ότι ενώ μειώνονται τα ζώα, μειώνονται ακόμη περισσότερο οι κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις. Πράγμα που σημαίνει ότι οι μικρές και οικογενειακές επιχειρήσεις εγκαταλείπουν οριστικά την κτηνοτροφία.

Αντίθετα βλέπουμε ότι ο μέσος αριθμός ζώων ανά μονάδα αυξάνεται, κάτι που δείχνει ότι η παραγωγή συγκεντρώνεται σε όλο και λιγότερες βιομηχανοποιημένες μονάδες, όσο η παραδοσιακή ελληνική κτηνοτροφία αφανίζεται. Πιο συγκεκριμένα, ο μέσος αριθμός ζώων ανά εκμετάλλευση αυξήθηκε: στα βοοειδή κατά 4,9%, στους χοίρους κατά 17,9%, στα πρόβατα κατά 1,3% και στις αίγες κατά 4,9%.

Η ανεξέλεγκτη ακρίβεια, η έλλειψη κρατικής στήριξης και οι φυσικές καταστροφές, συνθέτουν το καταστροφικό μείγμα που αδειάζει τα ζωικά αποθέματα της χώρας. Η διατροφική αυτάρκεια της Ελλάδας καταρρέει και έτσι βασιζόμαστε όλο και περισσότερο σε εισαγωγές. Σε περίπτωση μιας παγκόσμιας επισιτιστικής ή άλλης κρίσης, η χώρα δεν θα έχει το απαραίτητο απόθεμα για να θρέψει τον πληθυσμό της. Μια χώρα χωρίς επαρκές ζωικό κεφάλαιο, μετατρέπεται εύκολα σε όμηρο των εξελίξεων, με απρόβλεπτες συνέπειες.

Οι πολιτικές της κυβέρνησης Μητσοτάκη διαλύουν την εγχώρια παραγωγή και την αυτάρκεια της χώρας - Η κτηνοτροφία στα χέρια βιομηχανιών.

ΠΗΓΗ: www.sportime.gr

Οι Λαοί εναντίον της Νέας Τάξης

Ο Christopher Lasch και η καταγγελία του

Μια παρουσίαση, βασισμένη στο άρθρο του Charles Champetier, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Éléments το 1996, που αποτελεί μιαν ψηλάφιση του έργου του Αμερικανού διανοητή Christopher Lasch, Η εξέγερση των ελίτ, μέσα από τον φακό της Nouvelle Droite (Ευρωπαϊκή Νέα Δεξιά). Το κεντρικό αφήγημα του έργου και του άρθρου, είναι ότι οι αναλύσεις του Ortega y Gasset για την «εξέγερση των μαζών» πρέπει πλέον να ανατραπούν, ως ανεδαφικές: στον 20ό αιώνα, οι μάζες είχαν ξεριζωθεί και παρασύρθηκαν από ολοκληρωτικά κινήματα, αλλά σήμερα, η «Νέα Τάξη» των διευθυντών, των τεχνοκρατών και των επαγγελματιών της πληροφορίας και του πολιτισμού, είναι οι ελίτ που έχουν αποσχιστεί από την κοινή ζωή και εγκαταλείψει τις αξίες της.

Ο Christopher Lasch (1932-1994) υπήρξε μια αμφιλεγόμενη και δυσταξινόμητη μορφή της αμερικανικής διανόησης. Κληρονόμος της Κριτικής Θεωρίας της περιβόητης Σχολής της Φρανκφούρτης, αδιάφορος προς την επαναστατική διάσταση του μαρξισμού, βαθιά προσκολλημένος στο παρελθόν και το μέλλον των ΗΠΑ, διεκδικητής της λαϊκιστικής παράδοσης αλλά ταυτόχρονα δανειζόμενος επιχειρήματα από τη συντηρητική σκέψη, ο Lasch αποτελεί μιαν ενδιαφέρουσα όσο και προκλητική φιγούρα. Το τελευταίο του έργο, που ολοκληρώθηκε λίγο πριν τον θάνατό του, συνιστά μια πνευματική διαθήκη που αναταράσσει πολλές βεβαιότητες και δοξασίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Η ακτινογραφία της Νέας Τάξης

Η «Νέα Τάξη» ορίζεται ως εκείνοι που ελέγχουν τις διεθνείς ροές χρήματος και πληροφορίας, προεδρεύουν σε φιλανθρωπικά ιδρύματα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, διαχειρίζονται τα μέσα πολιτιστικής παραγωγής και θέτουν τους όρους της δημόσιας συζήτησης. Πρόκειται για την διευθυντική τάξη και τα πνευματικά επαγγέλματα δηλαδή τους φιλελεύθερους της ανώτερης μεσαίας τάξης.

Σε αντίθεση με την παλαιά αστική τάξη, της οποίας η εξουσία στηριζόταν στις προσόδους της ιδιοκτησίας, η Νέα Τάξη θεμελιώνει την κυριαρχία της σε τρία στοιχεία:

  • την κυριαρχία της πληροφορίας,
  • την αξιοποίηση της «διευθυντικής ικανότητας»
  • και την επένδυση στην ιδιωτική και εξειδικευμένη εκπαίδευση.

Το κύριο μέλημά της δεν είναι η οργάνωση του πολιτεύματος ή η υπεράσπιση του κοινού καλού, αλλά η «αρμονική λειτουργία του συστήματος στο σύνολό του»  δηλαδή η παγκοσμιοποίηση και η προώθηση μιας νέας «αίσθησης της ιστορίας» απέναντι στην οποία κάθε εξέγερση κηρύσσεται μάταιη.

Ο Lasch επισημαίνει μιαν ανησυχητική τάση: οι εκβιομηχανισμένες κοινωνίες επιστρέφουν σε μια κατάσταση Παλαιού Καθεστώτος, με έντονο κοινωνικό διαχωρισμό μεταξύ μιας αυτοϊκανοποιούμενης ελίτ και μιας ταλαιπωρημένης «τρίτης τάξης». Το ρήγμα δεν είναι μόνον οικονομικό αλλά και ηθικό: πάνω, η εξουσία, η τεχνοκρατική γλώσσα, η ηθικολογική φλυαρία και η άνεση των υψηλών εισοδημάτων· κάτω, η αντιμετώπιση του πραγματικού, η αβεβαιότητα για το μέλλον, η ερώτηση του νοήματος, η αηδία για τις μικροκουβέντες και η πείνα για μεγάλες αξίες.

Η γελοιοποίηση δημοκρατίας

Ένα από τα κεντρικά επιχειρήματα του Lasch είναι ότι η εγκατεστημένη αξιοκρατία αποτελεί μόνο μια γελοιοποίηση της δημοκρατίας. Η Νέα Τάξη, αποτελούμενη από «άνδρες και γυναίκες σε διαμετακόμιση», αντλεί από την αξία που την νομιμοποιεί το συναίσθημα ότι έφτιαξε τον εαυτό της μόνη της και επομένως δεν χρωστάει σε κανέναν. Σε αντίθεση με την παλιά αριστοκρατία, που ήταν υπόχρεη στην ηθική του noblesse oblige, η αξιοκρατία τείνει να αποπροσωποποιεί και να απαλλάσσεται από ευθύνες για την καθοδήγηση της κοινωνίας. Όταν αντιμετωπίζει κριτική, η ελίτ δεν υπερασπίζεται πλέον τις δεσμεύσεις της, αλλά επικαλείται την αυθεντία των «πολύπλοκων» μηχανισμών της πολιτικής και της οικονομίας, πέρα από την πρόσβαση του κοινού ανθρώπου.

Αυτή η στάση εκδηλώνεται στην καθημερινή ζωή: τα μέλη της Νέας Τάξης εγκαταλείπουν τα κέντρα των πόλεων για οικιστικά προάστια, στέλνουν τα παιδιά τους σε ιδιωτικά σχολεία, δεν χρησιμοποιούν ποτέ τα δημόσια μέσα μεταφοράς. Μια τέτοια αυθόρμητη αδιαφορία για το «δημόσιο καλό» καθιστά απατηλή την αξίωση των ελίτ να το ενσαρκώνουν.

Κατά τον Lasch, αυτή η αξιοκρατία επιτρέπει την άνοδο λίγων και ταυτόχρονα δικαιολογεί την αδιαφορία για το γενικό επίπεδο εκπαίδευσης του λαού. Αγιάζει τη νίκη του διανοητικού μοντέλου, αντανακλώντας την εξέλιξη του καπιταλισμού προς μια αυξανόμενη αφαίρεση των αξιών. Το τελικό αποτέλεσμα είναι βαθιά αντιδημοκρατικό: διαχωρισμός των τάξεων, περιφρόνηση της χειρωνακτικής εργασίας, παρακμή των δημόσιων σχολείων, εξαφάνιση της κοινής κουλτούρας.

Το παραμύθι της κοινωνικής προόδου

Το κείμενο αναλύει διεξοδικά την ιστορία του μύθου της κοινωνικής κινητικότητας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι ΗΠΑ αποτελούν το ιδανικό «πειραματόζωο» την ιδανική πλατφόρμα μελέτης, αφού προωθούνται και παρουσιάζονται ως η μήτρα της μελλοντικής κοινωνίας. Μια κοινωνία ισοπεδωμένης σκέψης, εξαρτημένης από υλικά αγαθά, απαραίτητα και μη, διαφυλετική, σεξουαλικά άμετρη, εξαρτημένη από ουσίες και άθεη. Ακόμη και στα 1990, είναι φανερή η ουτοπία μιας τέτοιας κοινωνίας και γι’ αυτό ο Lasch την μελετάει.

Ο Lasch λοιπόν, υποστηρίζει ότι η μακροπρόθεσμη τάση βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης έχει αντιστραφεί: η μεσαία τάξη σήμερα φοβάται περισσότερο να πέσει στη φτώχεια παρά ελπίζει να ανυψωθεί προς την άνεση. Το όραμα μιας αόριστης ανάπτυξης διαλύεται.

Ο μύθος των ευκαιριών αναπτύχθηκε μετά το κραχ του 1929 και απογειώθηκε τη δεκαετία του 1950-60, ως απάντηση στην απώλεια εμπιστοσύνης μπροστά στην ταξική πάλη και τον φόβο της στασιμότητας. Ωστόσο, ο Lasch εντοπίζει τις ρίζες του ιδανικού της ευκαιρίας στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν το τέλος της Κατάκτησης της Δύσεως και η εκβιομηχάνιση υποκατέστησαν την υπόσχεση ανεξαρτησίας με την ελπίδα ανύψωσης μέσω της μισθωτής εργασίας.

Σε όλο τον 19ο αιώνα, το πιο διαδεδομένο ιδανικό στις ΗΠΑ δεν ήταν η άνοδος στην κοινωνική κλίμακα, αλλά η κατοχή περιουσίας και η ελεύθερη εκπλήρωση της εργασίας — η επιθυμία για αυτοδιάθεση, σε συνδυασμό με μια εργατική νοοτροπία εχθρική προς τους «αργόσχολους» καπιταλιστές. Η ίδια η μισθωτή εργασία, συγκρινόμενη με «λευκή σκλαβιά», αντιφάσκει με την αρχή της αυτονομίας. Η μόνη αποδεκτή επιθυμία ανύψωσης ήταν διανοητικής φύσης: περιέργεια για τις ανακαλύψεις, μόρφωση, γούστο για την γραπτή κουλτούρα. Το ιδανικό ήταν μια κοινωνία χωρίς τάξεις, όπου η γνώση δεν θα διαχωριζόταν από την εργασία.

Ο αμερικανικός λαϊκισμός εγγράφεται στην νοσταλγία αυτής της «χρυσής εποχής», μιας όμως εποχής εύθραυστης ισορροπίας όπου η δημόσια ζωή παρέπεμπε σε μια δημοκρατία μικρών ιδιοκτητών, στην ένωση διανοητικής και χειρωνακτικής εργασίας, στην εκπαιδευτική αξία της πρακτικής εμπειρίας στη διαχείριση ιδιοκτησίας και την άσκηση της ιδιότητας του πολίτη.

Αναφορά στο Populist Party

Το άρθρο περιλαμβάνει μιαν εκτενή παρένθεση για τον αμερικανικό λαϊκισμό, διακρίνοντάς τον από την υποτιμητική χρήση του όρου στην Γαλλία. Ενώ στην Γαλλία ο λαϊκισμός χρησιμοποιείται ως απαξιωτικός χαρακτηρισμός για δημαγωγικές στάσεις ή ακροδεξιά κινήματα, στις ΗΠΑ οι πολιτικοί — τόσο οι Δημοκρατικοί όσο και οι Ρεπουμπλικάνοι — διεκδικούν πρόθυμα μιαν λαϊκιστική παράδοση.

Ο αμερικανικός λαϊκισμός με την στενή έννοια παραπέμπει στο Λαϊκό Κόμμα (Populist Party) που ιδρύθηκε το 1891 και αναπτύχθηκε στις πολιτείες της ενδοχώρας. Η εμφάνισή του συνδέθηκε με τον φόβο υποβιβασμού των μικρών ανεξάρτητων ιδιοκτητών μπροστά στην Βιομηχανική Επανάσταση και την ανάπτυξη ενός ισχυρού ομοσπονδιακού κράτους. Το κόμμα αντιτάχθηκε στις επιταγές της «προόδου» και επιθυμούσε τη διατήρηση του «αρχικού μοντέλου» της αμερικανικής δημοκρατίας: εκτεταμένη τοπική αυτονομία, εγγύτητα ελίτ και λαού, ηθική της καλής εργασίας, μη ανταγωνιστική οικονομία.

Είναι ενδιαφέρον ότι το Λαϊκό Κόμμα ήταν πιο εχθρικό προς την αγορά παρά προς το Κράτος, σε αντίθεση με πολλούς σύγχρονους νέο-λαϊκιστές. Το πρόγραμμά του περιλάμβανε εθνικοποιήσεις σιδηροδρόμων, τηλέγραφου και τηλεφώνου, καθώς και αναλογικό φόρο εισοδήματος. Κοινωνιολογικά, ο αμερικανικός λαϊκισμός είναι ριζωμένος στην μεσαία τάξη, σε εκείνη την «Μέση Αμερική»: στα μισά του δρόμου μεταξύ της γραφειοκρατικής-διανοητικής βαρύτητας της Ανατολικής Ακτής και του τεχνολογικό-εμπορικού παραληρήματος της Δυτικής Ακτής.

Το ιερατείο των ειδικών και η παλινωδία της δημοκρατίας

Ο Lasch υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει δημοκρατία χωρίς αρετή, και καμία αρετή χωρίς εκπαίδευση. Ενώ οι περισσότεροι δημοκράτες πιστεύουν ότι «οι φιλελεύθεροι θεσμοί, και όχι ο χαρακτήρας των πολιτών, κάνουν τη δημοκρατία να λειτουργεί», ο Lasch απαιτεί πρώτα την  εκπαίδευση του λαού, ανεξάρτητη από την περιουσία και την κοινωνική θέση. Καταγγέλλει την «κληρικοποίηση» της διανοητικής ζωής, μια πραγματική κατάσχεση της γνώσης από μια «φωτισμένη» ελίτ που ξέρει να διασκεδάζει τις μάζες για να τις κρατά στον αναλφαβητισμό και την άγνοια.

Το βασίλειο της «εξειδικευμένης τεχνογνωσίας» σε όλους τους τομείς σβήνει την κοινή λογική και καταστρέφει την ικανότητα κρίσης των πολιτών. Ο Lasch συντάσσεται με μια παράδοση κριτικής της φιλελεύθερης δημοκρατίας που, από τον Emerson και τον Whitman έως τον Dewey, διεκδικεί μιαν εναλλακτική κι ενεργητική αντίληψη της ελευθερίας, την εκπλήρωση των καθηκόντων και όχι την απόλαυση των δικαιωμάτων. Προσεγγίζει με θαυμασμό την Αριστοτελική αντίληψη της ελευθερίας.

Ο Lasch δεν έχει καμία συμπάθεια για τους αποστόλους της «ανεκτικότητας», για τους οποίους η καταγγελία του φανατισμού ή του ρατσισμού αρκεί για να αποκτήσει κανείς πιστοποιητικό δημοκρατικής καλής διαγωγής. Η τυπική τήρηση της αρχής της ανεκτικότητας ισοδυναμεί με «αναστολή της ηθικής κρίσης»: αν όλα έχουν ίση αξία, η συζήτηση για τις αξίες κλείνει πριν αρχίσει. Η δημοκρατία εκφυλίζεται σε μια παράθεση ιδιαίτερων προνομίων προστατευμένων από τον νόμο οδηγώντας στην «νομικοποίηση» της αμερικανικής δημοκρατίας.

Αντίθετα, η αρχή της αριστείας, εξίσου έγκυρη για όλους, προϋποθέτει μια κοινή εκπαίδευση για την απόκτηση «αυτοσεβασμού» κάτι που θεωρεί το “sine qua non” της συμμετοχής στην δημόσια ζωή. Ο Lasch είναι έντονα επικριτικός προς τη «θετική δράση» (affirmative action) και την «πολιτική ορθότητα»: προσαρμόζοντας την εκπαίδευση στο γούστο και το επίπεδο του καθενός, η δημοκρατία εγκαταλείπει τον σκοπό της διαμόρφωσης ίσων πολιτών για να ευχαριστήσει διάφορα άτομα, κόβοντας έτσι το κλαδί στο οποίο κάθεται.

Συγκλίσεις και αποκλίσεις των δυο “συμμάχων”

Το κείμενο εξετάζει τις σχέσεις μεταξύ λαϊκιστών και κοινοτιστών, δύο ρευμάτων που αμφισβητούν τον φιλελεύθερο ατομικισμό. Ο Lasch διαχωρίζεται από τους κοινοτιστές σε δύο σημεία: τους κατηγορεί ότι επιτίθενται περισσότερο στην αγορά παρά στο Κράτος, συγχέοντας έτσι τον κοινοτισμό με την σοσιαλδημοκρατία, και απορρίπτει τις υποχωρήσεις τους στην αναγνώριση του πολυπολιτισμικότητας και την «ιδεολογία της συμπόνιας».

Ωστόσο, ο συγγραφέας του άρθρου -ορθά- διαφωνεί με τον Lasch σε αυτό το σημείο. Υποστηρίζει ότι η αποχώρηση του Κράτους δεν θα παράγει αυθόρμητη αλληλεγγύη, μια τέτοια άποψη είναι αφέλεια ή κυνισμός. Το κράτος παραμένει ο μόνος δημόσιος φορέας ικανός να αντιταχθεί στις επελάσεις της αγοράς.

Η ισχυρότερη κριτική του Lasch προς τους κοινοτιστές αφορά το ζήτημα της «συμπόνιας» προς τα υποτιθέμενα θύματα διακρίσεων. Η θέση του Lasch, που αντιπαραθέτει τον σεβασμό και την αξιοπρέπεια στην συμπόνια και τον οίκτο, ενισχύεται από τις υπερβολές της θετικής δράσης και του πανεπιστημιακού ριζοσπαστισμού. Ωστόσο, ο συγγραφέας αμφιβάλλει αν αρκεί η επίκληση της «ατομικής ευθύνης» ή των «απρόσωπων κοινών κανόνων».

Παρά τις διαφωνίες, το κείμενο επισημαίνει ότι οι αντιθέσεις δεν είναι τόσο έντονες, όπως δείχνει το «κοινό πρόγραμμα» που προτείνει ο Lasch: η δημόσια φιλοσοφία του 21ου αιώνα θα πρέπει να δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στην κοινότητα, να τονίσει τις ευθύνες αντί των δικαιωμάτων, να βρει ικανότερη έκφραση της κοινότητας από την κρατική πρόνοια, και να περιορίσει την αγορά και τις μεγάλες εταιρείες χωρίς να τις αντικαταστήσει με συγκεντρωτική γραφειοκρατία.

Η κατάπτωση της δημόσιας ζωής

Ένα από τα πιο οξυδερκή τμήματα του κειμένου αφορά την εξαφάνιση των χώρων δημόσιας συνάντησης και συζήτησης. Ο Lasch παρατηρεί ότι η πολιτική ζωή απαιτεί πλαίσια όπου οι άνθρωποι συναντώνται ως ίσοι, ανεξάρτητα από φυλετικές, κοινωνικές ή εθνικές καταβολές. Ωστόσο, οι ίδιες αυτές προϋποθέσεις αποτυγχάνουν στον σύγχρονο τρόπο ζωής, της αμερικανικής κοινωνίας.

Η παρακμή της ευγένειας αρχίζει με την εξαφάνιση των πόλεων σε ανθρώπινη κλίμακα, των μικρών κωμοπόλεων και των γειτονιών προς όφελος των τεράστιων πόλεων-γραφείων και των οικιστικών προαστίων. Ακολουθεί η διάλυση του αστικού ιστού σύμφωνα με τις ανάγκες, και τέλος η εξαφάνιση των άτυπων χώρων συνάντησης (μπαρ, καφέ, πλατείες, πάρκα) ή η ιδιωτικοποίησή τους.

Παντού, οι τόποι συνάντησης των πολιτών αντικαθίστανται από τους εικονικούς τόπους διέλευσης χρηστών. Η ασφάλεια της ορθολογικής επιλογής των ατόμων καταλήγει στη σύσταση «δικτύων» — από τη φύση τους διαχωριστικών (τα άτομα συναναστρέφονται με ομοίους τους), ελιτίστικων (η ικανότητα σύστασης δικτύων είναι ανάλογη με το εισόδημα) και εσωστρεφών (τα ίδια άτομα ανταλλάσσουν τις ίδιες παρατηρήσεις). Είναι ο θάνατος του αρχικού πνεύματος της δημοκρατίας, που οι Έλληνες συνέλαβαν ως την μόνιμη αντιπαράθεση διαφορετικών αλλά ίσων πολιτών.

Η απάτη της πληροφορίας και ο θάνατος της επικοινωνίας

Οι υπερασπιστές της φιλελεύθερης δημοκρατίας προβάλλουν την «επανάσταση της πληροφορίας και της επικοινωνίας» ως αντιστάθμισμα στην κατάρρευση της δημόσιας ζωής. Ωστόσο, ο Lasch υποστηρίζει ότι η έκρηξη της πληροφορίας συμβαδίζει με το τέλος της δημόσιας συζήτησης.

Πρώτον, η αποτυχία του Τύπου προς «αντικειμενική» δημοσιογραφία εξορίζει κάθε δέσμευση ως «παραμόρφωση». Η πληροφορία πολιτικού, οικονομικού ή κοινωνικού χαρακτήρα δεν αξίζει τίποτα χωρίς ερμηνεία και εκτίμηση του πλαισίου, των αιτιών και των αποτελεσμάτων. Την ερμηνεία αυτήν, ελέγχουν οι ελίτ και η επιλογή ορισμένων πληροφοριών μεταξύ εκατομμυρίων παραπέμπει σε υποκειμενική εκτίμηση. Η διαφορετική μεταχείριση των εκλογών στην Ινδία και στο Ισραήλ, για παράδειγμα, υπακούει σε μια προκατάληψη της πολιτικο-μεσικής τάξης.

Δεύτερον, η τηλεόραση έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Πριν από τη γενίκευσή της, υπήρχε πολλαπλασιασμός εντύπων, αγορεύσεων, δημόσιων αντιπαραθέσεων, εξύμνηση των διαφορών μεταξύ υποψηφίων, σταθερή συζήτηση λεπτομερειών προγραμμάτων, ζωντανή γλώσσα — και υψηλή συμμετοχή. Μετά: εμμονική προσοχή στην εμφάνιση, ενίσχυση του κύρους του «ουδέτερου» δημοσιογράφου, τυποποίηση του λόγου, συγκέντρωση των συζητήσεων σε μια μοναδική αντιπαράθεση, εξάλειψη ανεπιθύμητων τρίτων — και υψηλή αποχή.

Ο Lasch τονίζει ότι «αυτό που απαιτεί η δημοκρατία είναι η έντονη δημόσια συζήτηση, όχι η πληροφόρηση». Η πληροφόρηση, συνήθως αντιληπτή ως προϋπόθεση για τη συζήτηση, είναι στην πραγματικότητα υποπροϊόν της. Δεν ξέρουμε τι πρέπει να γνωρίζουμε μέχρι να θέσουμε τις σωστές ερωτήσεις, και μπορούμε να τις θέσουμε μόνο υποβάλλοντας τις ιδέες μας στη δοκιμασία της δημόσιας αντιπαράθεσης.

Πολιτικός λαβύρινθος

Η παρακμή της δημόσιας συζήτησης είναι επίσης συνέπεια της βαθιάς ομοιογένειας της Νέας Τάξης. Παρά τις επιφανειακές διαφορές, οι δυτικές ελίτ συμφωνούν στο ουσιώδες: την επιμονή του Κράτους και της αγοράς ως ανυπέρβλητων μορφών οργάνωσης. Εξ ου και η συνεχής αντιδημοτικότητα των πολιτικών: αφού τα αληθινά ουσιώδη δεν συζητούνται, οι συζητήσεις αφορούν πάντα τα δευτερεύοντα. «Η αλλαγή της κοινωνίας» περιορίζεται σε «προσαρμογή των περιορισμών», και τα «μεγάλα σχέδια» διαλύονται σε «μικρές μεταρρυθμίσεις».

Οι λαϊκιστές καταγγέλλουν τόσο το Κράτος όσο και την αγορά ως αποδομητικές μορφές του κοινωνικού δεσμού. Η αγορά ξεριζώνει τα άτομα ενθαρρύνοντάς τα να κάνουν τον υπολογισμό του συμφέροντος να υπερισχύει έναντι της αλληλεγγύης. Το Κράτος προσπαθεί να ανασυγκροτήσει τεχνητά τις κοινωνικότητες, αλλά διατηρεί ένα καθεστώς πρόνοιας στον αντίποδα της άμεσης αλληλεγγύης. Η αντικατάσταση των ευέλικτων τύπων συναναστροφής από συστήματα επίσημου ελέγχου αποδυναμώνει την εμπιστοσύνη, υπονομεύει την ανάληψη ευθύνης και καταλήγει σε αποτέλεσμα αντίθετο από το ιδανικό.

Η αυξανόμενη γοητεία των λαϊκιστικών ή κοινοτιστικών ιδεών οφείλεται στο ότι διαφεύγουν από την ταξινόμηση δεξιάς-αριστεράς. Η άρνηση της αγοράς τις κλίνει προς την αριστερά, ενώ η κριτική του κράτους επιδομάτων τις αγκυροβολεί στην δεξιά. Ωστόσο, οι αξίες της ισότητας και της ελευθερίας δεν είναι πια οι μόνες που προσανατολίζουν την δημόσια συζήτηση.

Η δύση των δοξασιών

Το κείμενο καταλήγει σε μιαν ευρύτερη φιλοσοφική και πολιτική ανάλυση της σύγχρονης κατάστασης. Η κλασική πολιτική φιλοσοφία κατασκευάστηκε σε μιαν εποχή που η ταυτότητα και η αδελφοσύνη δεν ήταν προβληματικές είτε επειδή οι κοινωνίες δένονταν από κοινοτικούς δεσμούς, είτε επειδή οι κρατικές-εθνικές ταυτότητες βρίσκονταν σε άνοδο. Η ελευθερία και η ισότητα ήταν τότε γνωρίσματα μιας προσωπικής βούλησης που δεν έβρισκε άλλον συνομιλητή εκτός από το Κράτος.

Αυτό δεν ισχύει πλέον. Η ισότητα και η ελευθερία των ατόμων είναι πλέον στενά συνδεδεμένες με μια προηγούμενη αναγνώριση της ισότητας και της ελευθερίας των κοινοτήτων στις οποίες ανήκουν, που όμως είναι οι μόνες μπορούν να δώσουν νόημα σε ιδιαίτερες υπαρξιακές ανάγκες,

Η παγκοσμιοποίηση μέσα στον κλίβανο της ισοπέδωσης δημιούργησε μια παράδοξη «φεουδοποίηση». Η κατάρρευση των κρατικών κυριαρχιών και των εθνικών συνόρων δεν οδήγησε στην έλευση ενός «πολίτη του κόσμου», όπως πίστευαν και ήλπιζαν οι προοδευτικοί. Αντίθετα, παρατηρείται η αναβίωση «ξεχασμένων» ταυτοτήτων και η ανθοφορία πολλαπλών κοινοτήτων που φιλοδοξούν να αποκτήσουν θεσμική υπόσταση.

Οι «παλιές ορθοδοξίες» και οι «φανατικοί των κομμάτων» — όλοι εκείνοι που ονειρεύονται ακόμη μιαν ανανέωση του φιλελευθερισμού κατά το πρότυπο του John Rawls — εκπλήσσονται από αυτή την εξέλιξη. Και η Νέα Τάξη, με αυτή την τύφλωση, βαθαίνει το χάσμα που την χωρίζει από τους λαούς και τις κοινότητες. Η εξουσία της είναι αδιαμφισβήτητη, αλλά η ηθική νομιμοποίησή της είναι μηδενική. Μπορεί να καθησυχάζεται με δικαιολογητικά επιχειρήματα, που κανείς δεν πιστεύει πλέον, αλλά η αδιαφορία δίνει σιγά σιγά τη θέση της στην εξέγερση. Μπορεί να προσπαθεί να επιταχύνει την «πρόοδο» και την «ανάπτυξη», αλλά ο καθένας βιώνει πλέον την ανικανότητα ή την αναλγησία της. Μπορεί να πλημμυρίζει τις δημόσιες συζητήσεις στην ασυνέπεια των ριάλιτι σόου ή στην επανάληψη πολιτικά ορθών συνθημάτων, αλλά νέοι ορίζοντες νοήματος αναδύονται έξω από αυτήν.

Το τέλος της Νέας Τάξης

Το άρθρο ολοκληρώνεται με έναν προφητικό λόγο: η Νέα Τάξη πρόκειται να πεθάνει, αλλά δεν το γνωρίζει ακόμη. Η ανάλυση του Lasch, όπως την παρουσιάζει ο Champetier, συνιστά μια ριζική κριτική της σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας, των ελίτ της, των αξιοκρατικών μηχανισμών της, των μέσων ενημέρωσης και της τεχνοκρατικής της αντίληψης για την ζωή και την πολιτική.

Το κείμενο αναδεικνύει την ρήξη μεταξύ λαού και ελίτ ως το κεντρικό πολιτικό πρόβλημα της εποχής μας. Η Νέα Τάξη, με την κυριαρχία της στην πληροφορία, την οικονομία και τον πολιτισμό, έχει αποσχιστεί από την κοινή ζωή και έχει εγκαταλείψει κάθε αίσθηση ευθύνης απέναντι στο κοινό καλό. Ταυτόχρονα, η παρακμή της δημόσιας σφαίρας, η αντικατάσταση της πολιτικής συζήτησης από την τεχνική διαχείριση, και η κατάρρευση των παραδοσιακών μορφών κοινότητας δημιουργούν ένα κενό που τροφοδοτεί την αντίδραση.

Ωστόσο, το κείμενο δεν είναι μια απλή υπεράσπιση του θετικού λαϊκισμού. Αντίθετα, προσφέρει μια διαλεκτική ανάλυση των εντάσεων της σύγχρονης δημοκρατίας: μεταξύ αξιοκρατίας και ισότητας, μεταξύ ατομικών δικαιωμάτων και κοινοτικών υποχρεώσεων, μεταξύ της αγοράς και του κράτους, μεταξύ της παγκοσμιοποίησης και της αναβίωσης των τοπικών ταυτοτήτων. Η κριτική της Νέας Τάξης συνδυάζεται με μια κριτική τόσο του φιλελεύθερου ατομικισμού όσο και του κρατικού παρεμβατισμού, ανοίγοντας τον δρόμο για μια αναζήτηση νέων μορφών πολιτικής κοινότητας.

Η θέση του συγγραφέα είναι ότι η έξοδος από το αδιέξοδο περνά μέσα από την υπέρβαση των παλαιών ιδεολογικών διαιρέσεων και την αναγνώριση της σημασίας της ταυτότητας και της αδελφοσύνης, δηλαδή των αξιών που η φιλελεύθερη δημοκρατία έχει παραμελήσει ή και δαιμονοποιήσει. Το έργο του Lasch, όπως το ερμηνεύει ο Champetier, συνιστά μια πρόσκληση για την ανασυγκρότηση της δημοκρατίας σε βάσεις που να σέβονται την αξιοπρέπεια του λαού, την κοινοτική ζωή και την πραγματική πολιτική συμμετοχή, πέρα από την τεχνοκρατική διαχείριση και τις αφηρημένες διακηρύξεις των ελίτ.

Όλα τα παραπάνω, στον πυρήνα τους επιβεβαιώνονται από την σημερινή αποτυχία της αμερικανικής κοινωνίας, που μοιάζει με κοτόπουλο χωρίς κεφάλι που τρέχει στο κοτέτσι. Η ίδια αποτυχία παρουσιάζεται και σε κάθε κακέκτυπο αντίγραφο αυτής της κοινωνίας στην λεγόμενη Δύση. Όμως η Ευρώπη συγκριτικά με τις ΗΠΑ, έχει ισχυρές πολιτιστικές ρίζες και μια ταυτότητα που ορισμένες δεκαετίες ναρκωτικής κραιπάλης δεν καταφέρνουν να σβήσουν. Η αντίδραση στην Ευρώπη απέναντι σε αυτό την διεστραμμένη φιλελεύθερη Νέα Τάξη ποτέ δεν σταμάτησε και το μέλλον αναμένεται ενδιαφέρον, δύσκολο και εκρηκτικό.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΞΑΝΘΑΚΗΣ

ΠΗΓΗ