Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

4 Φεβρουαρίου 1843: ο θάνατος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη

 «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους»

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης 1770-1843


«Όταν αποφασίσαμε να κάμομε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε, ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πως δεν έχομε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε: «που πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά , ως μία βροχή, έπεσε σε όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και οι κληρικοί, και οι προεστοί, και οι καπεταναίοι, και οι πεπαιδευμένοι, και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση».

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Γέρος του Μοριά. Ο ανεπανάληπτος μέγας πολέμαρχος του ιερού Αγώνα, ο θρυλικός κλέφτης, η εξοχότερη πολεμική φυσιογνωμία της νεότερης ιστορίας μας. Μετά την αποτυχία της ορλωφικής επανάστασης, η οικογένειά του αναγκάστηκε να φύγει από το χωριό της το Λιμποβίσι της Καρύταινας, της σημερινής Γορτυνίας, και να καταφύγει στη Μεσσηνία. Τότε γεννήθηκε ο Κολοκοτρώνης, κάτω από ένα δένδρο, στο Ραμαβούνι Μεσσηνίας, τη Δευτέρα του Πάσχα (5-4-1770). Πατέρας του ήταν ο θρυλικός κλέφτης Κωσταντής, που σκοτώθηκε το 1780 κατά την ηρωική έξοδο των Κολοκοτρωναίων από τον πύργο της Καστάνιτσας. Σκοτώθηκαν κι άλλοι πολλοί τότε από το σόι τους. Ο δεκάχρονος Θοδωρής γλίτωσε με τη μητέρα του Ζαμπιά, το γένος Κωτσάκη, και με το θείο του Αναγνώστη, που τους πήρε για προστασία.

Αργότερα, το 1785, εγκαταστάθηκαν κοντά στο Λιοντάρι. Μα την ίδια χρονιά ο Θοδωρής, δεκαπέντε χρονών παλικάρι, έγινε κλέφτης και μετά αρματωλός στην επαρχία Λιονταρίου. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης με την παλικαριά, την αξιοσύνη του και την εξυπνάδα του γλίτωνε από όλες τις παγίδες που του έστηναν οι Τούρκοι, για να τον ξεκάμουν. Πατρογονικό ήταν το μίσος των Κολοκοτρωναίων προς τον κατακτητή. Ποτέ δεν είχαν συμβιβαστεί με την τυραννία, από την εποχή που ο Μωριάς έπεσε στους Τούρκους. Γιατί οι ρίζες των Κολοκοτρωναίων φτάνουν μέχρι και την Ενετοκρατία. Και μια και δεν κατάφεραν να τον εξοντώσουν, τον έκαμαν από δυο φορές αρματωλό στο Λιοντάρι και στην Καρύταινα και τον αναγνώρισαν δερβέναγα του Μοριά (1787). Τους μισθούς που έπαιρνε τότε, τους μοίραζε σ’ όλα τα καπετανάτα του Μωριά.

Κάποτε όμως οι Τούρκοι θέλησαν να ξεπαστρέψουν την κλεφτουριά. Ο Σoυλτάνος υποχρέωσε τον Πατριάρχη να εκδόσει αφοριστικό έγγραφο (1805), όχι μόνο για τους κλέφτες, μα και για όσους τους έκρυβαν και τους περιέθαλπαν. Και υποχρέωνε το έγγραφο τους Ρωμιούς σαν καλούς ραγιάδες να τους προδίδουν και να τους καταδιώκουν. Αλίμονο σ’ εκείνους που προσέφεραν προστασία στους επικηρυγμένους κλέφτες. Οι Τούρκοι σούβλιζαν ομαδικά τους γιατάκηδες. Έτσι τους έλεγαν, όσους παρείχαν άσυλο στους κλέφτες. Οι διωγμοί άρχισαν το Γενάρη του 1806. Έπεσε μεγάλος φόβος. Όλοι φοβούνταν το μαχαίρι του τυράννου και τις κατάρες του πατριαρχείου. Η κλεφτουριά δέχτηκε τέτοιο κτύπημα, που δεν μπόρεσε να ξανασηκώσει κεφάλι μέχρι το 1821.
Άλλοι χάθηκαν κι άλλοι κατέφυγαν στα Επτάνησα. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, που κατέφυγε στη Ζάκυνθο τον Μάιο του 1806. Μα και πάλι δεν ησύχασε, μόνο με ένα καραβάκι και όπως αλλιώς μπορούσε πολεμούσε εναντίον των Τούρκων με το ξέσπασμα του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1807). Ύστερα υπηρέτησε στον Αγγλικό στρατό με το βαθμό του Ταγματάρχη. Κατάλοιπο της υπηρεσίας εκείνης ήταν η γνωστή σ’ εμάς εντυπωσιακή περικεφαλαία.

Στη Φιλική Εταιρεία κατηχήθηκε από τον Αναγνωσταρά στη Ζάκυνθο (1818). Εκείνη την εποχή έκανε τον ζωέμπορο και τον χασάπη, για να ζήσει την οικογένειά του, γιατί από το 1816 δεν ήταν πια αξιωματικός των Άγγλων, αφού οι τελευταίοι διέλυσαν τα Ελληνικά τάγματα μετά την ήττα του Ναπολέοντα. Ο Κολοκοτρώνης είχε παντρευτεί είκοσι χρονών την Κατερίνα Καρούτσου, της οποίας τον πατέρα, πρόκριτο Λιονταρίου, είχαν σκοτώσει οι Τούρκοι. Μ’ αυτήν είχε αποκτήσει τρεις γιους και δυο θυγατέρες. Ζούσε ακόμα κι η μάνα του η Ζαμπία. Και ούτε πείνασε η οκταμελής οικογένειά του, ούτε ο ίδιος έγινε βάρος σε κανέναν, αλλά εργαζόταν και εξοικονομούσε τίμια το ψωμί τους. Τώρα πια περίμενε την ώρα του σηκωμού.

Τον Γενάρη του 1821 από τη Ζάκυνθο πέρασε στην Καρδαμύλη της Μάνης, όπου φιλοξενήθηκε από τον πατρικό του φίλο Παν. Μούρτζινο. Συμφιλίωσε τους Μανιάτες και συνεργάστηκε με τον Νικηταρά, τον Παπαφλέσσα, τον Αναγνωσταρά και άλλους ενόψει της επανάστασης. Στο εξής η δράση του είναι έντονη και συνεχής. Συμμετείχε στην κατάληψη της Καλαμάτας (23 Μαρτίου) και στη συνέχεια πολιόρκησε την Τριπολιτσά, πιστεύοντας πως έπρεπε να πέσει στα χέρια των Ελλήνων η πρωτεύουσα του Μωριά, για να ορθοποδίσει ο αγώνας. Έτσι, παρά την αντίθετη γνώμη του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και άλλων, ξεκίνησε με 300 περίπου εναντίον της Τρίπολης, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Παπαφλέσσας με τον Νικηταρά.

Η πρώτη μάχη του αγώνα δόθηκε από τον Κολοκοτρώνη έξω από την Καρύταινα (27 Μαρτίου), όπου σκοτώθηκαν ή πνίγηκαν στον Αλφειό ποταμό 500 περίπου από τους Τούρκους, που τρέχανε για να σωθούν στην Τρίπολη. Αλλά στη συνέχεια οι Τούρκοι με γιουρούσια απωθούσαν τους Έλληνες, οι οποίοι σκόρπιζαν εδώ κι εκεί, μαθημένοι στον κλεφτοπόλεμο, χωρίς να πειθαρχούν. Ο Κολοκοτρώνης, ύστερα από πρόταση του Κανέλλου Δεληγιάννη, ανέλαβε να οργανώσει τα γύρω από την Τρίπολη στρατόπεδα, να εμπνεύσει πειθαρχία στα παλικάρια και να σκάψει λαγούμια. Αποτέλεσμα της στρατηγικής του Γέρου ήταν να κερδίσουν οι Έλληνες λαμπρή νίκη στο Βαλτέτσι (12-13 Μαΐου) και κατόπιν στα Δολιανά και στα Βέρβενα. Ο κλοιός γύρω από την Τρίπολη άρχισε να σφίγγει, οργανώθηκε και το στρατόπεδο των Τρικόρφων, έφτασε μετά και ο Δημήτριος Υψηλάντης και η Τρίπολη έπεσε στα χέρια των Ελλήνων στις 23 Σεπτεμβρίου. Εκεί φάνηκαν οι οργανωτικές και στρατηγικές ικανότητες του Κολοκοτρώνη.

«Όταν έμβηκα εις την Τριπολιτσά, με έδειξαν τον Πλάτανο εις το παζάρι όπου εκρέμαγαν τους Έλληνας. Αναστέναξα και είπα: Άϊντε, πόσοι από το σόγι μου και από το έθνος μου εκρεμάσθηκαν εκεί», και διέταξα και το έκοψαν».


Στη συνέχεια ήθελε να πάει στην Πάτρα, με την ελπίδα ότι οι έγκλειστοι στο κάστρο Τουρκαλβανοί θα παραδίδονταν, επειδή μόνο αυτόν εμπιστεύονταν. Όμως, οι άρχοντες της Αχαΐας έγραψαν να μην πάει, επειδή ανησυχούσαν από τις επιτυχίες των στρατιωτικών και ήθελαν να κάμουν κι εκείνοι κάτι. Ο Κολοκοτρώνης τελικά δεν πήγε, μια και απειλούσαν κιόλας, με αποτέλεσμα η Πάτρα να παραμείνει στα χέρια του εχθρού μέχρι το τέλος της επανάστασης. Έτσι φάνηκε η ανικανότητα των πολιτικών στα πεδία της μάχης και ο φθόνος, τον οποίο έτρεφαν προς τους στρατιωτικούς με τα λαμπρά κατορθώματά τους. Γιατί και την επόμενη χρονιά έτρεξε στην πολιορκία της Πάτρας, αλλά η κυβέρνηση που είχε προκύψει από την Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, αντί να τον ενισχύσουν με κάθε τρόπο, του δημιουργούσαν προβλήματα και υπονόμευαν τη στρατηγική του, μέχρι που έληξε άδοξα η πολιορκία της Πάτρας και ο Κολοκοτρώνης αποσύρθηκε προσωρινά στην Τρίπολη. Εν τω μεταξύ είχε καταλάβει την Ακροκόρινθο, χωρίς να νοιαστεί για όσα γίνονταν στην Επίδαυρο από τους πολιτικούς κατά την Α΄ Εθνοσυνέλευση, που ενδιαφέρονταν μόνο για τα αξιώματα και τις υψηλές θέσεις.

Εκεί όμως όπου ο Κολοκοτρώνης δοξάστηκε σώζοντας την επανάσταση από τη στρατιά του Δράμαλη, ήταν τα Δερβενάκια (26-28 Ιουλίου 1822, Εφάρμοσε τη στρατηγική της καμένης γης στο Άργος και ο Δράμαλης αποφάσισε να επιστρέψει στην Κόρινθο. Και όμως ο Κολοκοτρώνης δεν πίστεψε τον προδότη που ορκιζόταν πως ο Δράμαλης θα προχωρούσε για την Τρίπολη. Ο Γέρος μάζεψε τα παλικάρια, τους μίλησε και τα έκανε να χλιμιντράνε σαν άλογα. Ακολούθησε η λαμπρή νίκη στα Δερβενάκια, τη στιγμή που οι πολιτικοί τρομοκρατημένοι είχανε μπει στα καράβια, για να γλιτώσουν. Αυτή τη δόξα οι πολιτικοί την «αντάμειψαν» στη Β΄ Εθνοσυνέλευση του Άστρους, χαρίζοντας το βαθμό του στρατηγού σε 50 ακόμη ανθρώπους, για να μειώσουν τον Κολοκοτρώνη. Είναι φανερό πως ο Μαυροκορδάτος και οι άλλοι ανησύχησαν τόσο πολύ από τις συνεχείς επιτυχίες των στρατιωτικών και του Κολοκοτρώνη ιδιαίτερα, που δεν τους ενδιέφερε καλά καλά η πορεία του αγώνα όσο η προσωπική τους εξασφάλιση. Αποτέλεσμα ήταν να ξεσπάσει ο εμφύλιος πόλεμος (1824), ο οποίος τόσο ζημίωσε την επανάσταση. Ο Κολοκοτρώνης έχασε στον εμφύλιο το γιο του Πάνο (13-11-1824) και ο ίδιος, συντριμμένος από την απώλεια του γιου του, παραδόθηκε στους εχθρούς του, οι οποίοι τον φυλάκισαν στην Ύδρα (Φεβρ. 1825). Την εποχή εκείνη ξεμπάρκαραν τα στρατεύματα του Ιμπραήμ στο Μωριά. Στη δύσκολη στιγμή ο Κολοκοτρώνης αποφυλακίστηκε, γιατί δεν υπήρχε άλλος τόσο ικανός ν’ αντιμετωπίσει το φοβερό εχθρό, ο οποίος κατέστρεφε τον Μωριά και έσπερνε παντού τον πανικό. Ο λαός κοίταζε πώς να γλιτώσει, εγκαταλείποντας χωριά και πόλεις, και ο Κολοκοτρώνης πάσχιζε μέσα από πολλές δυσκολίες να μαζέψει παλικάρια και να συγκροτήσει στρατό. Αλλά δεν μπορούσε να κτυπήσει τον Ιμπραήμ και περιοριζόταν στην τακτική του κλεφτοπολέμου. Παράλληλα κοίταζε πώς να κρατήσει το ηθικό του πληθυσμού. Γιατί ο κόσμος υπέκυπτε και δήλωνε υποταγή στον Ιμπραήμ. Οπότε ο Γέρος έδωσε μάχη και κατά του προσκυνήματος με το καλό και με το άγριο «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους».

«O Ιμπραΐμης μου επαράγγειλε μια φορά διατί δεν στέκω να πολεμήσωμεν (κατά μέτωπον). Εγώ του αποκρίθηκα, ας πάρη πεντακόσιους, χίλιους, και παίρνω και εγώ άλλους τόσους, και τότε πολεμούμε, ή αν θέλη ας έλθη και να μονομαχήσωμεν οι δύο. Αυτός δεν με αποκρίθηκε εις κανένα. Και αν ήθελε το δεχθή το έκαμνα με όλην την καρδιάν, διότι έλεγα αν χανόμουν, ας πήγαινα, αν τον χαλούσα, εγλύτωνα το έθνος μου».

Ο Κολοκοτρώνης στάθηκε στο πλευρό του Καποδίστρια όπως και πολλοί άλλοι τίμιοι αγωνιστές και πατριώτες (Νικηταράς, Πλαπούτας, Κανάρης κ.ά.π.). Κι όμως λίγο αργότερα κατηγορήθηκε για συνωμοσία κατά του θρόνου και της αντιβασιλείας, τον συνέλαβαν (Σεπτ. 1833) και τον φυλάκισαν στην Ακροναυπλία. Δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο με τον Πλαπούτα, που είχε θεωρηθεί συνένοχος. Την απόφαση δεν υπέγραψαν οι έντιμοι δικαστές Γεώργιος Τερτσέτης και Αναστάσιος Πολυζωίδης. Ο κόσμος αγανάκτησε στην είδηση και οι ξένοι δεν τόλμησαν να σκοτώσουν τους αγωνιστές. Η κατακραυγή του πλήθους των απλών Ελλήνων ανάγκασε τον βασιλιά Όθωνα – με το πρόσχημα του γιορτασμού της ενηλικίωσής του– να τους χορηγήσει αμνηστεία (Μάιος 1835). Ο Θ. Κολοκοτρώνης υπαγόρευσε τ’ απομνημονεύματά του στον Γεώργιο Τερτσέτη. Ο ίδιος ήξερε να διαβάζει — αγαπούσε πολύ την ιστορία –, αλλά με δυσκολία έγραφε. Το έργο του διακρίνεται για το κοφτό ύφος και τη συντομία στην έκφραση και είναι πολύτιμη ιστορική πηγή, για πολλούς λόγους, αλλά και διότι όσους τον αδίκησαν και τον έβλαψαν τους κρίνει μεγαλόψυχα χωρίς κανένα πάθος και χωρίς μνησικακία. Γι’ αυτό πιστεύεται ότι είναι γραμμένο αμερόληπτα.

Ο Κολοκοτρώνης υπήρξε ο κορυφαίος του μεγάλου Αγώνα και η συμβολή του στην υπόθεση της ελευθερίας μοναδική και ασύγκριτη. Πέθανε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 1843 σε ηλικία 73 ετών από συμφόρηση. Τον έθαψαν στο Α΄ νεκροταφείο της Αθήνας. Τα οστά του σήμερα βρίσκονται στο Ηρώο της Τρίπολης, στο πεδίο του Άρεως.

Πηγές: Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007. Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888 και η ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΑΡΧΕΙΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ.

ΠΗΓΗ

Τζέφρι Έπσταϊν: Στα έγγραφα αποκαλύπτονται οι στενές σχέσεις με ελληνικές επιχειρηματικές και πολιτικές οικογένειες

Στα περισσότερα από 3 εκατομμύρια έγγραφα του νεκρού χρηματιστή Τζέφρι Έπσταϊν αυτό που προκαλεί μεγάλη εντύπωση είναι οι σχέσεις του με πολλές ελληνικές οικογένειες και μάλιστα στα σκοτεινά χρόνια των Μνημονίων.

Μέχρι τώρα έχουν εντοπιστεί 1.500 αναφορές για ελληνικά πρόσωπα και τεκταινόμενα.

Φυσικά δεν μπορεί να κατηγορηθεί κάποιος επειδή κάποτε έκανε παρέα με τον Έπσταϊν, ωστόσο πρόκειται για πτυχές και ζητήματα που πρέπει να διερευνηθούν ενδελεχώς, λόγω της γνώσης των αδικημάτων που διέπραξε ο νεκρός εκατομμυριούχος.

Τα συγκεκριμένα στοιχεία μέχρι στιγμής δεν παρουσιάζουν ποινικό ενδιαφέρον, αλλά η ελληνική Δικαιοσύνη οφείλει να ζητήσει με δικαστική συνδρομή ότι εμπλέκει με τον έναν ή άλλο τρόπο την Ελλάδα και ελληνικά πρόσωπα, προκειμένου να διερευνηθεί κάθε στοιχείο και πληροφορία που αναφέρεται στα αρχεία Έπσταϊν.

Το καλοκαίρι του 2012, η Πέγκι Σίγκαλ, η οποία είχε κατηγορηθεί ότι μεσολαβούσε σε αμερικανικά ΜΜΕ, ώστε να εξωραΐσει την εικόνα του Έπσταϊν, αλλά και να ρίξει λάσπη… στην Βιρτζίνια Τζιουφρέ, που έφερε στο φως της καταγγελίες, ζήτησε από τον Έπσταϊν να χρηματοδοτήσει τις μετακινήσεις της στην Τουρκία και την Ελλάδα.

H Σίγκαλ είχε βρεθεί στο επίκεντρο των αποκαλύψεων, καθώς, σύμφωνα με παλαιότερα αρχεία ο Έπσταϊν, της είχε ζητήσει να μεσολαβήσει στην Αριάνα Χάφινκτον της Huffington Post για να στρέψει την προσοχή των ΜΜΕ από τον ίδιο προς την Τζιουφρέ.

Με λίγα λόγια η Σίγκαλ έπαιζε τον ρόλο του «αγγελιοφόρου».

Ο λόγος για τον οποίο χρησιμοποιείται ένας αγγελιοφόρος είναι πολύ απλός: Τηλέφωνα και υπολογιστές παρακολουθούνται.

Οπότε είναι προτιμότερο να μεταφέρεται ένα μήνυμα προφορικά.

Η Σίγκαλ λοιπόν, πραγματοποιεί ένα ταξίδι στην Τουρκία και την Ελλάδα, προσκεκλημένη, όπως λέει, προσωπικών φίλων.

Στο πρώτο τμήμα του ταξιδιού, η Σίγκαλ είναι προσκεκλημένη της Καλλιόπης Καρέλλα, η οποία φαίνεται να γνωρίζει από παλιά την Γκισλέιν Μάξγουελ, κόρη του πράκτορα της Μοσάντ, Ρόμπερτ Μάξγουελ, η οποία εκτίει ποινή κάθειρξης 20 ετών για τη συμμετοχή της στο δίκτυο του Έπσταϊν.

Ακόμα και το ποιος ακριβώς ήταν ο πατέρας της Μάξγουελ και τι δουλειά έκανε, είναι σοβαρό ζήτημα από μόνο του.

Στο δεύτερο σκέλος του ταξιδιού της, ταξιδεύει στην Πάτμο, προσκεκλημένη του Γιώργου Βότη και της Όλγας Γερουλάνου Βότη.

Κατά την παραμονή της θα συναντήσει έναν «Έλληνα διπλωμάτη» με τον οποίο θα έχουν γεύμα στο σκάφος του Βότη.

Από τη συγκεκριμένη ανταλλαγή μηνυμάτων δεν προκύπτει καμία παράνομη ή έστω ανήθικη πράξη κανενός εμπλεκόμενου, επιβεβαιώνονται όμως οι πολύ στενές σχέσεις της Σίγκαλ με τον Έπσταϊν, τον οποίο καλεί να τις πληρώσει μετακινήσεις αρκετών χιλιάδων ευρώ.

Τα αρχεία περιλαμβάνουν, αρκετές πληροφορίες για προσωπικές και επαγγελματικές σχέσεις του Έπσταϊν με ελληνικές οικογένειες, αλλά και εταιρείες που παρείχαν ιδιωτικά αεροσκάφη και ελικόπτερα για τις μετακινήσεις του ίδιου και καλεσμένων του.

Στο email της Σίγκαλ αναφέρεται ρητά: «Η Όλγα θα βρει το ferry στην Πάτμο στις 16:50;», υποδηλώνοντας ενεργό ρόλο στην υποδοχή ή τη διοργάνωση της άφιξης.

Η αντίφαση είναι κραυγαλέα, καθώς η κ. Γερουλάνου-Βότη, μια γυναίκα με βαρύ βιογραφικό σε σπουδές (Brown, Cambridge, Harvard) και διεθνή καριέρα στη μουσική βιομηχανία, εμφανίζεται να ανταλλάσσει πληροφορίες για τη μετακίνηση ενός καταδικασμένου παιδόφιλου, ενώ η ίδια ηγείτο ενός φορέα που εκπαιδεύει επαγγελματίες για την αντιμετώπιση της παιδικής βίας.

Η Πέγκι Σίγκαλ και η Όλγα Γερουλάνου-Βότη έχουν απαθανατιστεί σε κοσμικές εκδηλώσεις στην Πάτμο, επιβεβαιώνοντας τη στενή κοινωνική τους σχέση.

Η Όλγα Γερουλάνου-Βότη, θυγατέρα του διακεκριμένου γιατρού Στέφανου Γερουλάνου, διατηρεί ισχυρούς δεσμούς με γόνους βασιλικών οίκων. Συμπρόεδρος στο Eliza Center είναι η Αλεξάνδρα Μιρζαγιάντζ, κόρη του Μιχαήλ Ντε Γκρες (Γλίξμπουργκ).

Στην επικοινωνία για το ταξίδι του 2012 περιλαμβάνεται και ο Μίλτος Μουζάκης, ιδρυτής της Magna Group AE, ενώ οι ερωτήσεις της Σίγκαλ για τις πληρωμές και τη μεταφορά των αποσκευών δείχνουν μια καλά οργανωμένη επιχείρηση φιλοξενίας.

Η αποκάλυψη ότι ο Έπστάιν χρησιμοποιούσε την Πάτμο ως ασφαλές καταφύγιο και τόπο κοινωνικής δικτύωσης με την ελληνική ελίτ, ακόμα και μετά τη δημόσια διαπόμπευσή του, εγείρει σοβαρά ερωτήματα για το επίπεδο της «ηθικής θωράκισης» των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων που υποτίθεται ότι προστατεύουν τα παιδιά.

Η Όλγα Γερουλάνου-Βότη είναι, μεταξύ άλλων, Γενική Γραμματέας του Eliza Center στη Νέα Υόρκη, το οποίο συνεργάζεται με το Σωματείο «ΕΛΙΖΑ» για την προστασία των κακοποιημένων παιδιών.

Η Όλγα Γερουλάνου-Βότη είναι πρώτη ξαδέρφη του βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Παύλου Γερουλάνου. 

Συγκεκριμένα, είναι κόρη του Πέτρου Γερουλάνου (θείου του Παύλου Γερουλάνου) και της Μαρίας-Νάντα Παπαδοπούλου. Ο πατέρας της, Πέτρος, και ο πατέρας του Παύλου Γερουλάνου, Μαρίνος Γερουλάνος, ήταν αδέρφια.

ΠΗΓΗ: www.pronews.gr

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Τρεις χιλιάδες Ιταλοί Εθνικιστές στην πορεία για τον Επαναπατρισμό/ Remigrazione

 

Η Επιτροπή Remigrazione e Riconquista παρέλασε χθες το απόγευμα στους κεντρικούς δρόμους της Πιατσέντσα, φέρνοντας στην πλατεία περισσότερους από τρεις χιλιάδες πολίτες. Με την έναρξη, την30η Ιανουαρίου, της συλλογής υπογραφών για την πρόταση νόμου σχετικά με το θέμα της Remigrazione, η ταυτοτική αυτή συμμαχία συνεχίζει το έργο της σε όλη την εθνική επικράτεια.

«Το οφείλουμε στο μέλλον μας», δήλωσε ο Ιβάν Σογκάρι, αντιπρόεδρος της Επιτροπής. «Η αντιφασιστική μαφία δεν θα μας σταματήσει με τα βρώμικα παιχνίδια της, εμείς θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε στο πλευρό του ιταλικού λαού, μέχρι η Remigrazione να γίνει πραγματικότητα».

«Αυτό που φέρνουμε στην πλατεία είναι η μοναδική συγκεκριμένη πρόταση για την υπεράσπιση της Ιταλίας», είπε ο Σαλβατόρε Φεράρα, επίσης αντιπρόεδρος της Επιτροπής. «Περάσαμε και από την Πιατσέντσα, μετά θα είμαστε στην Πράτο και στο Μπολτσάνο. Στις αρχές Φεβρουαρίου θα μας βρείτε σε όλες τις πλατείες της Ιταλίας. Είμαστε πολιτικοί του δρόμου και ξέρουμε τι χρειάζεται για να λυθούν τα προβλήματα του Έθνους. Ο καθένας μας, με την υπογραφή του, μπορεί να γίνει πρωταγωνιστής για την υλοποίηση της Remigrazione. Ο Τάγιανι ανακάλεσε τον Ιταλό πρέσβη για τα γεγονότα στο Crans-Montana, αλλά όταν γίνονται βιασμοί από ξένους, κανένας πολιτικός δεν παρεμβαίνει».

Ο τελευταίος λόγος ανήκε στον πρόεδρο της Επιτροπής, Λούκα Μαρσέλλα: «Δεν πρέπει να φοβόμαστε, φέρνουμε τη φωνή μας στα παλάτια της εξουσίας σε μια εποχή που θα ήθελε να μας φιμώσει. Ο αντιφασισμός ήθελε να μας εμποδίσει να παρελάσουμε σήμερα στην πλατεία, αλλά δεν μας σταμάτησαν. Αυτό το μαφιόζικο σύστημα έχει τις ώρες του μετρημένες, γιατί ορισμένοι Ιταλοί δεν παραδίδονται. Κοιτάξτε την αποτυχημένη διαχείριση της μετανάστευσης, θέλουν να μας στριμώξουν σε μια γωνιά όσους αντιτιθενται σε όλα αυτά. Εδώ υπάρχουν πατεράδες, μητέρες, εργαζόμενοι, φοιτητές και ελαστικά απασχολούμενοι, όλοι άνθρωποι που θέλουν να πάρουν πίσω την Ιταλία. Δεν μας αρέσει το διάταγμα ροών, που τα επόμενα τρία χρόνια θα φέρει άλλους 500.000 μετανάστες, φτάνει πια με αυτή τη ρητορική. Δεν υπάρχουν δουλειές που οι Ιταλοί δεν θέλουν πια να κάνουν, αλλά υπάρχουν μισθοί που οι Ιταλοί δεν μπορούν πια να αποδεχτούν».

«Η Remigrazione είναι ζήτημα ταυτότητας και πρέπει να αντιστρέψουμε την πορεία αλλιώς θα εξαφανιστούμε. Όποιος θέλει να μας απαγορεύσει, την επόμενη Παρασκευή, να μιλήσουμε στη Βουλή, είναι ένας κλόουν», κατέληξε ο Μαρσέλλα.

ΠΗΓΗ: Περιοδικό ΑΝΑΚΤΗΣΗ

WOLFNACHT - Ein Dämonischer Winter verhüllt den Schattenturm

 

Το φαρμάκι του ραγιαδισμού

Η Επανάσταση και ο όχλος των ψηφοφόρων

Παρακολουθώντας την πολιτική ζωή της χώρας, η οποία μοιραία διαμόρφωσε και την πολιτιστική και την οικονομική και την κοινωνική και κάθε τομέα του βίου του Έθνους, γιατί όλα τελικά είναι και πολιτική, παρακολουθώντας λοιπόν μισό αιώνα πλέον τα γεγονότα και τα πρόσωπα, έχω διαπιστώσει πόσο δημοφιλείς είναι οι κάθε είδους αυταπάτες, τις οποίες καλλιεργούν στον όχλο με μεγάλα λόγια και υποσχέσεις επιτήδειοι πολιτικοί απατεώνες. Στον χώρο, στον οποίον εγώ δραστηριοποιήθηκα το πλέον προσφιλές και κατά τούτο δημοφιλές ψεύδος είναι ότι όπου να ‘ναι, ερχόμαστε στην εξουσία!

Ήμουν και είμαι και τώρα εναντίον αυτού του φτηνού λαϊκισμού, ο οποίος αγνοεί ουσιώδη δεδομένα της πραγματικότητας. Πιστεύω στα όνειρα και τους Μύθους και μάλιστα βαθειά. Αυτό, όμως, είναι εντελώς διαφορετικό από το να επενδύεις στην ιδιοτέλεια και το συμφέρον του όχλου, ο οποίος περιστασιακά σε ακολουθεί, πιστεύοντας ότι θα έχει «λαμβάνειν» αγωνιζόμενος στο πλευρό σου και όταν δει ότι αυτό αποτελεί προοπτική μακρινή όχι μόνο σε εγκαταλείπει, αλλά και σε κατηγορεί και σε μισεί ότι δήθεν πρόδωσες τα όνειρά του, που ποτέ δεν ήταν όνειρα, αλλά ένα φτηνό προσωπικό συμφέρον.

Φυσικά και δεν είναι όλοι έτσι και δεν λείπουν αυτοί, οι οποίοι μένουν Πιστοί στα Λάβαρα και την θέση των δειλών, των προδοτών και των λιποτακτών, που άλλοι μας πολεμούν και άλλοι ένοχα σιωπούν, έχουν πάρει νέα παιδιά με Πίστη στην καρδιά και θέληση για Αγώνα. Ο λαός που είναι ανάμεσα σε όλα αυτά; Απών και τώρα, όπως και πάντοτε στην ιστορία. Στα χρόνια μάλιστα που έζησα είδα τον Μιθριδατισμό σε όλο του το μεγαλείο. Έζησα πως θερίζει ψυχές και συνειδήσεις ο φόβος και ο ραγιαδισμός. Από το 1974 μέχρι σήμερα, πενήντα ολόκληρα χρόνια μετά, έχω ακούσει κάθε είδους θεωρία για κάποια «επανάσταση», που ΘΑ ερχόταν. Έχω ακούσει για επαναστάσεις στρατιωτικές για την απελευθέρωση των Αξιωματικών της 21ης Απριλίου, οι οποίες αποδείχθησαν κακόγουστα παραμύθια με δράκους τους ρουφιάνους του Αβέρωφ, που έστηναν όλες αυτές τις εκ των προτέρων προδομένες συνωμοσίες. Μετά είχαμε «επαναστάσεις» για την ανατροπή του ΠΑΣΟΚ και μάλιστα, όπως έλεγαν οι ρουφιάνοι και οι φαντασιόπληκτοι μυθομανείς, αυτό ήταν με την έγκριση και τις ευλογίες των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής! Κάποτε οι «επαναστάσεις», που χρησίμευαν για να φακελώνεται κάθε αντικαθεστωτικό στοιχείο τελείωσαν και άρχισαν οι θεωρίες ότι δήθεν ο λαός οργισμένος θα αντιδράσει από τις υποχωρήσεις στα εθνικά θέματα, την κοινωνική σαπίλα, την οικονομική κρίση κ.λπ. Καμία επανάσταση δεν έγινε γιατί οι λαοί ποτέ δεν κάνουν επαναστάσεις, αλλά μόνο ακολουθούν τους επαναστάτες. Χωρίς τον Κρόμγουελ και τους πουριτανούς δεν θα επιβαλλότανε από τον λαό ο μερκαντιλισμός κατ’ αρχάς και ο ανελέητος καπιταλισμός, τον οποίον ζούμε στις μέρες μας. Χωρίς τον Ουάσιγκτων και τον Φραγκλίνο δεν θα γεννιόταν το πολυεθνικό τέρας, η Νέα Βαβυλώνα της εποχής μας. Χωρίς τον Ροβεσπιέρο, τον Δαντών, τον Μαρά, τον Σαιν Ζυστ, χωρίς τον Λένιν και τον Τρότσκι δεν θα γινόταν ποτέ η Γαλλική και η κομμουνιστική ανταρσία. Έτσι και στην Ελλάδα καμία επανάσταση δεν έγινε και όσους τόλμησαν να σκεφτούν έστω επαναστατικά, οι πρώτοι που τους εγκατέλειψαν ήταν ο περίφημος λαός και για να είμαστε ακριβείς ο όχλος των ψηφοφόρων.

ΠΗΓΗ: xrisiavgi.com

Ο ανθελληνισμός θριαμβεύει

Η Ελλάδα δεν πεθαίνει με κραυγή. Πεθαίνει με διαχείριση

Του Αλκιβιάδη Κεφαλά*

Πριν από το 1821 οι Ρωμιοί αποτελούσαν έναν χώρο «φυλών». Μοραΐτες, Ρουμελιώτες, Μακεδόνες, Βλάχοι, νησιώτες, καπετάνιοι, κλέφτες, αρματολοί, Αρβανίτες, χωρικοί, παπάδες. Κλειστές κοινότητες, με διαφορετικά συμφέροντα, αντιλήψεις και ιεραρχίες.

Πλην Φαναριωτών και κοτζαμπάσηδων, αυτό που τους ένωνε ήταν ο κοινός δυνάστης. Το 1821 οι φυλές συνασπίστηκαν, αποσκοπώντας πρωτίστως στην ατομική και τη συλλογική επιβίωση.

Το ελληνικό κράτος γεννήθηκε στην αντιπαλότητά του με το Ισλάμ. Αυτό το σημείο είναι κρίσιμο και συστηματικά αποσιωπάται. Η «Μεγάλη Ιδέα» και το βασίλειο του Όθωνα ήταν τα αφηγήματα που στόχευσαν στην εθνική συνοχή. Όμως το κράτος προηγήθηκε της κοινωνίας και αυτό το έλλειμμα δεν θεραπεύτηκε ποτέ. Απλώς καλύφθηκε.

Διακόσια χρόνια μετά η Ελλάδα επιστρέφει, όχι μεταφορικά, αλλά δομικά, στην κατάσταση των φυλών του 1821. Μόνο που οι φυλές σήμερα δεν είναι γεωγραφικές ή ένοπλες. Είναι κόμματα, οικογένειες, γραφειοκρατίες, επαγγελματικές συντεχνίες, η ελίτ, οι πολιτικοί, η φυλή των Βρυξελλών, που αντικατέστησε τους Φαναριώτες. Οι φυλές που κατακερματίζονται γύρω από αντικρουόμενες μικρο-στρατηγικές επιβίωσης. Ο ένας απέναντι στον άλλο. Ο δημόσιος απέναντι στον ιδιωτικό, ο «προστατευμένος» απέναντι στον «αναλώσιμο». Και εδώ εμφανίζεται το πραγματικό ιστορικό άλμα προς τα πίσω, επειδή δεν υπάρχει ο κοινός παρονομαστής. Πριν από το 1821 οι φυλές ενώθηκαν απέναντι στον Οθωμανό. Σήμερα δεν υπάρχει εξωτερικός εχθρός που να λειτουργεί συσχετιστικά.

Ο τουρκικός κίνδυνος υποβαθμίζεται, αντί να προβάλλεται (είμαστε σε πόλεμο με την Ουκρανία). Free Palestine, ουρλιάζουν τα κόμματα. Υπάρχει, λοιπόν, μια κυρίαρχη ιδεολογία που λειτουργεί διαλυτικά. Ο συστημικός εσωτερικός ανθελληνισμός. Η δομική αντίληψη ότι ο ίδιος ο ελληνικός λαός είναι το πρόβλημα. Ότι η ιστορική συνέχεια είναι το βάρος. Ότι η έννοια του εντοπίου, του αυτόχθονα, του «εδώ ανήκω» είναι κάτι ύποπτο, οπισθοδρομικό ή επικίνδυνο.

Αυτός ο ανθελληνισμός δεν είναι περιθωριακός. Διατρέχει οριζοντίως και καθέτως την κοινωνία, το πολιτικό, το διοικητικό, το ακαδημαϊκό και το πολιτισμικό οίκημα. Εκφράζεται όταν η κοινωνική αδικία κανονικοποιείται, όταν η εργασία απαξιώνεται και η «πρόσβαση» επιβραβεύεται. Όταν ένας άνθρωπος με σαράντα ή πενήντα χρόνια δουλειάς θεωρείται «βάρος» και συνταξιοδοτείται με 1.000 ευρώ, ενώ η πολιτική τάξη έπειτα από τέσσερα χρόνια στο Κοινοβούλιο αυτοανταμείβεται με 4.950 ευρώ σύνταξη. Εκφράζεται όταν η ίδια η ιδέα της εθνικής ταυτότητας παρουσιάζεται ως κάτι που πρέπει να περιοριστεί, να εξουδετερωθεί, να απονευρωθεί στο όνομα μιας αφηρημένης «προόδου».

Εκφράζεται κυρίως όταν ο ίδιος ο πρωθυπουργός δηλώνει αντινατιβιστής. Το αποτέλεσμα είναι ιστορικά γνωστό και αμείλικτο. Απουσία εθνικής ταυτότητας σημαίνει καθολική αποτυχία. Η Ελλάδα δεν κατέρρευσε. Κάτι χειρότερο, έπαψε να παράγει Ιστορία. Υπάρχει ως χώρος, ως αγορά, ως διοικητική μονάδα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά όχι ως συλλογικό υποκείμενο, επειδή η πολιτική έγινε διαχείριση και η δημοκρατία φορολογία. Και εδώ βρίσκεται το πιο επώδυνο συμπέρασμα. Δεν υπάρχει αναστροφή. Όχι επειδή «τίποτα δεν αλλάζει», αλλά επειδή έχουν χαθεί οι φορείς της αλλαγής. Οι νέοι φεύγουν. Η δημογραφία καταρρέει όχι από φτώχεια, αλλά από απουσία οράματος.

Η σύγκρουση δεν εκφράζεται πολιτικά, αποσύρεται ιδιωτικά λόγω κοινών προνομίων και οικονομικών συμφερόντων. Όταν μια κοινωνία δεν είναι διατεθειμένη να χάσει κάτι για να σωθεί ως σύνολο, τότε έχει ήδη επιλέξει την ιστορική της έξοδο. Η Ελλάδα μοιάζει όλο και περισσότερο με εκείνες τις χώρες που δεν κατέρρευσαν ποτέ θεαματικά, αλλά διαλύθηκαν αθόρυβα. Χώρες που συνέχισαν να υπάρχουν, αφού είχαν τελειώσει ιστορικά. Σαν μια προεπαναστατική επικράτεια χωρίς Οθωμανό, αλλά και χωρίς κοινό σκοπό.

Σαν μια σύγχρονη Λιβύη ή Αφρική χωρίς όπλα, αλλά με την ίδια απουσία συλλογικού «εμείς». Το πιο τραγικό δεν είναι η παρακμή. Είναι η κανονικότητά της. Η Ελλάδα δεν πεθαίνει με κραυγή. Πεθαίνει με διαχείριση. Και αυτό είναι το πιο σιωπηλό, το πιο βαθύ, το πιο οριστικό τέλος.

*Διδάκτωρ Φυσικής του πανεπιστημίου του Μάντσεστερ, UK, τ. διευθυντής Ερευνών του  Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών

ΠΗΓΗ: www.dimokratia.gr

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Έγγραφα Επστάιν: Νέες αποκαλύψεις για την Ελλάδα των Μνημονίων – «Η τέλεια καταστροφή»

«Μετά από 6 χρόνια συνεχιζόμενης ύφεσης, 3 ανακεφαλαιοποιήσεις τραπεζών και 3 κυβερνητικές αλλαγές, βρισκόμαστε ακριβώς στο ίδιο επίπεδο, συν το μεγάλο πρόβλημα των προσφύγων» ­--- «Υπάρχει έγγραφο το οποίο επιβεβαιώνει ότι ο τότε πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς συναντήθηκε με μια οργάνωση "φιλική προς την Ελλάδα και αφοσιωμένη στην καταπολέμηση του αντισημιτισμού"! Γιατί; Προφανώς για να κοπεί η κρατική χρηματοδότηση προς την Χρυσή Αυγή»

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ