Σε μια απόφαση που αναμένεται να πυροδοτήσει έντονες πολιτικές και θεσμικές αντιδράσεις προχωρά ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνος Τζαβέλλας, ο οποίος έκρινε ότι δεν συντρέχουν λόγοι για την ανάσυρση από το αρχείο της υπόθεσης των υποκλοπών, απορρίπτοντας ουσιαστικά κάθε ενδεχόμενο επανεξέτασης μιας υπόθεσης που έχει απασχολήσει έντονα την πολιτική και δικαστική ζωή της χώρας.
Η απόφαση έρχεται σε μια περίοδο όπου το ζήτημα των υποκλοπών εξακολουθεί να βαραίνει το πολιτικό κλίμα, κι ενώ είχαν δημιουργηθεί προσδοκίες -έστω και περιορισμένες- ότι η υπόθεση θα μπορούσε να ανοίξει ξανά μετά τη σχετική κρίση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το δικαστήριο είχε διαβιβάσει την υπόθεση στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, θέτοντας ζήτημα πιθανών περαιτέρω ενεργειών βάσει του άρθρου 43 παράγραφος 6 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Εντούτοις, η διαδρομή αυτή κατέληξε τελικά στον Άρειο Πάγο, όπου και μπήκε οριστική τελεία. Με την από 27 Απριλίου 2026 πράξη του, ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την επανενεργοποίηση της δικογραφίας, υιοθετώντας μια αυστηρή ερμηνεία ως προς το τι συνιστά «νέο στοιχείο».
Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, τα δεδομένα που επικαλέστηκε το Μονομελές Πλημμελειοδικείο δεν πληρούν το κριτήριο των «νέων στοιχείων» που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την ανάσυρση της υπόθεσης από το αρχείο. Με αυτόν τον τρόπο, αποκλείεται η ενεργοποίηση της διάταξης που θα επέτρεπε την εκ νέου διερεύνηση, κλείνοντας στην πράξη κάθε θεσμική δίοδο επανεξέτασης.
Στο αρχείο παραμένει η υπόθεση
Η συνέπεια είναι σαφής: η δικογραφία παραμένει στο αρχείο, όπως είχε διαμορφωθεί με βάση το πόρισμα του πρώην αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση, χωρίς καμία απολύτως ανατροπή των συμπερασμάτων του και χωρίς να ανοίγει οποιοδήποτε νέο πεδίο διερεύνησης.
Αναμφίβολα, το βάρος της απόφασης δεν περιορίζεται στο νομικό της περιεχόμενο. Αντίθετα, ενσωματώνει και μια σαφή πολιτική διάσταση, καθώς έρχεται να «σφραγίσει» μια υπόθεση που έχει αποτελέσει σημείο αιχμής στην αντιπαράθεση για τη λειτουργία των θεσμών και τη διαφάνεια στη δημόσια ζωή.
Μέσω της επίκλησης της έλλειψης «νέων στοιχείων» απορρίπτεται κάθε προοπτική περαιτέρω διερεύνησης. Ωστόσο, για ένα σημαντικό μέρος της κοινής γνώμης και της αντιπολίτευσης, το ερώτημα δεν είναι μόνο νομικό, αλλά βαθιά πολιτικό: αν και κατά πόσο δηλαδή μια υπόθεση τέτοιας βαρύτητας μπορεί να κλείνει χωρίς να εξαντλούνται όλα τα περιθώρια ελέγχου.
ΠΗΓΗ: www.dimokratia.gr


