«Ο
κόσμος της άκρας αριστεράς είναι ανίκανος να ανατρέψει τον καπιταλισμό,
όπως ο κόσμος της ακροδεξιάς είναι ανίκανος να ανατρέψει τη δημοκρατία,
γιατί οι δύο μεσαίοι κόσμοι της αριστεράς και της δεξιάς, ενώνουν τα
χέρια»
Κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στα ελληνικά
από τις εκδόσεις «Λόγχη», το πολιτικό δοκίμιο του μεγάλου Γάλλου
συγγραφέα Piere Drieu La Rochelle. Η κριτική της φιλελεύθερης
δημοκρατίας, η ιδέα μιας ομοσπονδιακής Ευρώπης, η απογοήτευση από την
αντίθεση της Γερμανίας στους λίγους Γάλλους φασίστες, η περιφρόνηση για
το καθεστώς του Βισύ, που θεωρείται το προπύργιο της συντηρητικής και
αντιδραστικής δεξιάς, ο στοχασμός της ευρωπαϊκής παρακμής, η στοχαστική
και επώδυνη μετάβαση από τον φασισμό στον κομμουνισμό, αποτελούν τους
ακρογωνιαίους λίθους του πολιτικού στοχασμού του Pierre Drieu La
Rochelle. Ένας συγγραφέας ο οποίος δεν «ταλαντεύεται» – όπως νόμιζαν
ορισμένοι – μεταξύ των δύο μεγάλων ιδεολογιών, αλλά απλώς πιστεύει ότι
μεταξύ τους βλέπει ένα βαθύ χαρακτηριστικό μιας ένωσης, λαμβάνοντας
υπόψη τις πιο ριζοσπαστικές συνέπειες αυτών που προσδιορίζει ως τις
κοινές τους «εγελιανές και σοσιαλιστικές προϋποθέσεις».
Καταρχάς λίγα λόγια για τον Drieu.
Γεννήθηκε το 1893, συγγραφέας, δοκιμιογράφος και διανοούμενος από τους
πιο εκλεπτυσμένους του εικοστού αιώνα, έζησε στην πρώτη γραμμή της
ιστορίας. Εθελοντής στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, συμμετείχε στη Μάχη του
Verdun (1916). Τη δεκαετία του 1920 συνέλεξε μια σειρά από γραπτά, που
αποκαλύπτουν την απογοήτευση κάποιου – του ιδίου – που είχε θυσιαστεί
πιστεύοντας στη χώρα του και ένιωθε προδομένος. Τον γοήτευσε ο
εθνικισμός του Charles Maurras, ηγέτη της «Action Française» (ένα
ακροδεξιό, μοναρχικό και εθνικιστικό κίνημα). Τη δεκαετία του 1930
εντάχθηκε στο «Γαλλικό Λαϊκό Κόμμα» του πρώην κομουνιστή Jacques Doriot.
Πήγε στην στη Νυρεμβέργη, όπου και παρακολούθησε μια συγκέντρωση του
ναζιστικού κόμματος. Διακήρυξε τον εαυτό του έναν ένθερμο φασίστα. Όταν,
τον Μάρτιο του 1945, οι εφημερίδες ανακοίνωσαν κλήτευσή του σε δίκη με
την κατηγορία της συνεργασίας, ο Drieu επέλεξε την αυτοκτονία.,
αηδιασμένος από την συνολική παρακμή. Από το 2012 είναι ένας από τους
μεγάλους συγγραφείς, που περιλαμβάνονται στην περίφημη «Bibliothèque de
la Pléiade», που εκδίδεται από τον οίκο Gallimard.
«Ο σοσιαλισμός μου δεν βασίστηκε ποτέ στον φθόνο»,
έγραφε την δεκαετία του 1930. Ένας από τους στόχους του βιβλίου του
αυτού, είναι να ξεσκεπάσει όσους καλύπτουν τον πιο ποταπό εγωισμό και
την «υποκρισία των δημαγωγών», με κάποιες ιδεαλιστικές διαμαρτυρίες. Εξ
ου και η οργή όλων, ειδικά της ακροδεξιάς. Και όλα αυτά φυσικά, προς μια
μεγαλύτερη δόξα του συγγραφέα μας. Ο Drieu πιστεύει ότι βρήκε στον
φασισμό, εκείνο το είδος της πολιτικής δράσης που ήταν ικανό για μια
ευγένεια του πνεύματος. Ο φασισμός του όμως είναι κάτι περισσότερο από
μια πολιτική διακήρυξη. Είναι μια ηθική στάση που «συνίσταται στην
νιτσεϊκή επιθυμία για μια διαρκή αυτοβελτίωση, στην περιφρόνηση για κάθε
στασιμότητα, για όλες τις μορφές της ακινησίας, για όλες τις ειρηνικές
απολαύσεις των οποίων η δημοκρατία φαίνεται να είναι το σύμβολο».
Στη μέγγενη ενός ηθικού πάθους, ο Drieu είναι απαλλαγμένος από εκείνο το
πολύ χαμηλό πράγμα που ονομάζεται πολιτικό αίσθημα. Σημειώνει με μεγάλη
ακρίβεια ότι στη Γαλλία, η Δεξιά και η Αριστερά είναι δυνάμεις που
προορίζονται να αντιτίθενται αιώνια η μία στην άλλη, χωρίς όμως η μία,
να μπορεί να καταστρέψει την άλλη.
Η πολιτική θα του δείξει, ότι αυτή η ισορροπία είναι ακριβώς το «θαύμα» αυτής της χώρας. Ο Drieu όμως επαναστατεί. «Πρέπει να σπάσουμε (με τον φασισμό) αυτόν τον φρικτό συμβιβασμό, αυτή τη σχετική απαλότητα».
Μια αισθητική απάντηση και με έναν δυναμισμό. Ένα σημαντικό «αξιοθέατο»
στο βιβλίο του, είναι η περιφρόνησή του για εκείνες τις εξωφρενικές
απλουστεύσεις που είναι τόσο δημοφιλείς. Μέσα από μια ανάλυση που μου
φαίνεται ολοκληρωμένη και την οποία οι μαρξιστές αναμφίβολα θα
αγνοήσουν, εκθέτει την ωμότητα των εννοιών του Μαρξ για την τάξη, το
κόμμα και την πολιτική εξουσία. Στο βιβλίο του αυτό, ο Pierre Drieu La
Rochelle σημείωσε: «Ο φασισμός χρησιμοποιεί τον εθνικισμό
για να επιβληθεί στον καπιταλισμό. Στη συνέχεια, διαταράσσει και
αλλοιώνει το καπιταλιστικό σύστημα στο βαθμό που οι ανάγκες του
εθνικισμού τον αναγκάζουν να δημιουργήσει σοσιαλισμό – λιγότερο ίσως από
ότι αρχικά υπόσχεται, αλλά σύντομα περισσότερο από ότι θα ήθελε. Έτσι,
αυτό που αρχικά ενώνει τον καπιταλισμό και τον φασισμό, δηλαδή ο
εθνικισμός, αργότερα τους χωρίζει δημιουργώντας ένα σοσιαλισμό».
Είναι δύσκολο να αποτυπωθεί με πιο εύστοχα
λόγια η πραγματική ιστορική δυναμική του φασισμού στην εξουσία εκείνα
τα χρόνια. Μια δυναμική που ώθησε επίσης τον Nicola Bombacci, συνιδρυτή
του PCI ( του Ιταλικού Κομουνιστικού κόμματος) το 1921 μαζί με τον
Gramsci και τον Bordiga , να ασπαστεί τον «φασιστικό σοσιαλισμό». Θα
έλεγα ότι πρώτα, το έκανε αθόρυβα, εκδίδοντας κατά τη διάρκεια του
καθεστώτος, με την έγκριση του παλιού του φίλου Benito Mussolini, ένα
περιοδικό, που βοήθησε στην ενίσχυση των διπλωματικών και εμπορικών
επαφών μεταξύ Ρώμης και Μόσχας. Στην συνέχεια πιο ανοιχτά, με την
Ιταλική Κοινωνική Δημοκρατία, για να «επιτύχει τον σοσιαλισμό», όπως
είπε στον φίλο του, τότε σε δυσμένεια, δικαιολογώντας την επιλογή του να
ασπαστεί τον δημοκρατικό φασισμό. Ο Drieu κατανόησε τις σοσιαλιστικές ρίζες του φασισμού και τόνιζε τις ρίζες του μέσα στην ίδια τη σοσιαλιστική παράδοση.
Κατανοούσε επίσης ότι ο εθνικισμός που καλλιεργούσε ο φασισμός, από την
ίδια του τη φύση, δεν μπορούσε να επιτρέψει μια φιλελεύθερη και
διεθνιστική αντίληψη της οικονομίας. Για αυτόν τον λόγο δεν δίστασε να
χαρακτηρίσει τον αναπόφευκτο σοσιαλισμό του εθνικισμού, ως φασιστικό. Εξ
ου και η «πολιτική νομιμότητα» μιας έκφρασης όπως ο «φασιστικός
σοσιαλισμός».
Ένα ιστορικά σημαντικό στοιχείο που
προκύπτει σαφώς από τον “Φασιστικό Σοσιαλισμό” του Drieu, είναι η
κινητικότητα μιας πολιτικής σκέψης που ανακατεύει όλα τα κόμματα της
εποχής, από την άκρα δεξιά ως την άκρα αριστερά. Και αυτό το στοιχείο
ήταν μέσα στα αιματηρά γεγονότα του Φεβρουαρίου του 1934: Ο τραπεζίτης
Stavisky είχε στήσει ένα γιγαντιαίο πολιτικό σχέδιο, που είχε ως
αποτέλεσμα ένα μεγάλο οικονομικό σκάνδαλο, με τη συνεργασία ορισμένων
υπουργών της Ριζοσπαστικής κυβέρνησης (δηλαδή, της κεντροαριστεράς).
Αυτό προφανώς προκάλεσε μια οικονομική κρίση. Η εβραϊκή καταγωγή του
Stavisky έπαιξε επίσης ένα μεγάλο ρόλο στο χάος. Έγινε και μια
προσπάθεια δημιουργίας ενός τραπεζικού κέντρου και που μόλις κατέρρευσε,
πολλοί κατηγόρησαν τους Rothschild για την αποτυχία. Υπήρξε μια
τεράστια εξέγερση και όχι μόνο στο Παρίσι. Η ακροδεξιά και η
ακροαριστερά βγήκαν στους δρόμους. Στην πρωτεύουσα, η κυβέρνηση, υπό
πίεση, άνοιξε πυρ εναντίον των διαδηλωτών. Ακολούθησε μια περίοδος κατά
την οποία όλα φαίνονταν πιθανά. Μια επανάσταση τόσο κόκκινη, όσο και
μαύρη, έλεγαν όλοι τότε. Oι κομμουνιστές δίπλα με τους ακροδεξιούς, τους
μοναρχικούς, τους φασίστες και τους εθνικιστές, όλοι πίσω από το ίδιο
οδόφραγμα. Είδε ο συγγραφέας μας αυτό το θαύμα μόνο μία φορά, στις 6
Φεβρουαρίου του 1934. Ήταν αυτό το νέο και απροσδόκητο γεγονός που τον
έκανε να καταλάβει πού να αναζητήσει μια διέξοδο… από το αδιέξοδο. Τα
περιγράφει όλα αυτά με ενθουσιασμό, στο άλλο περίφημο έργο του, το
“Gille”, με πολλές λεπτομέρειες, αλλά ακόμη μα φορά, όλα ήταν μια απλή
ψευδαίσθηση…
Ο φασισμός είναι η απαγορευμένη λέξη
σήμερα. Όταν μιλάμε γι’ αυτόν, πρέπει να καταφύγουμε σε υποκριτικές
παραφράσεις, όπως η «Δεξιά», η «ακροδεξιά», ο «συντηρητισμός», η
«ταυτότητα». Αλλά είναι δυνατόν να μιλάμε για «δημοκρατικό φασισμό», ενώ
γνωρίζουμε όλους τους περιορισμούς της σημερινής δημοκρατίας; Δεν
πρόκειται για επιλογή μεταξύ δημοκρατίας και δικτατορίας, αλλά για το
αν είναι απαραίτητο να «αναθεωρήσουμε» τη δημοκρατία, προς μια
«δημοκρατία που βασίζεται στις αποφάσεις». Σε αυτή την
περίπτωση, θα μπορούσαμε να επιστρέψουμε στο να μιλάμε – αν και ο χρόνος
φαίνεται ακόμα λίγο μακρινός- για έναν «νέο» φασισμό, που δεν έρχεται
σε αντίθεση με την ιδέα της δημοκρατίας και ως εκ τούτου, μια λέξη και
ένα πολιτικό και πολιτιστικό εγχείρημα, που δεν είναι πλέον ταμπού. Αυτό
είναι το όνειρό μας. Το βιβλίο του Drieu La Rochelle, ο «Φασιστικός
Σοσιαλισμός», είναι ένα απαραίτητο ανάγνωσμα για όποιον καλλιεργεί αυτό
το όνειρο. Και μερικές φορές, τα όνειρα γίνονται πραγματικότητα.
«Η
Αγγλία και η Γαλλία αποφασίζουν, δυστυχώς, ότι δεν θα ζήσουν ούτε πιο
γρήγορα ούτε πιο έντονα. Σήμερα το να ζει κάποιος πιο γρήγορα και πιο
έντονα, σημαίνει να είναι φασίστας. Πριν από εκατό χρόνια σήμαινε να
είναι φιλελεύθερος και πριν από πενήντα χρόνια σοσιαλιστής. Δεν έχει
σημασία ποιος εφηύρε τον φασισμό. Η Γαλλία έκανε το καθήκον της: η
Γαλλία του Sorel, του Péguy, του Barrès, του Maurras, η Γαλλία του
Proudhon και του επαναστατικού συνδικαλισμού.»
ΠΗΓΗ