Μέρος 1
«Η έρευνα
των Ινδοευρωπαϊκών ριζών του πολιτισμού της Ευρώπης δεν έχει απλώς μιαν
ιστορική ή αρχαιοδιφική αξία. Είναι η έρευνα τού τι σχετίζεται με εμάς και τι
μας είναι ξένο, τού τι πρέπει να γίνει παραδεκτό και τι πρέπει να απορριφθεί.
Είναι ο καθορισμός των κριτηρίων εν σχέσει προς τα οποία όλα τα πολιτιστικά
ρεύματα δεν δύνανται να καταστούν αποδεκτά αδιακρίτως, αλλά χρήζουν μιας
επιλογής εχούσης κατά νουν την πνευματική μορφή της Ευρωπαϊκής ανθρωπότητος.
Αυτό είναι το καθήκον του οποίου η εκπλήρωσις απαιτείται από εμάς λόγω της
σημερινής ανάγκης με σκοπό να παρασχεθεί ένας μοναδικός μύθος για τον Ευρωπαϊκό
εθνικισμό του αύριο και πέραν των ορίων της Ευρώπης για ολόκληρο την λευκή
φυλή. Είναι το σημείο απ’ όπου διανοίγονται οι ορίζοντες μιας νέας ευρωπαϊκής
παραδόσεως, μιας παραδόσεως εντός της οποίας έχει θέση μία νέα ευρωπαϊκή
θρησκευτική προοπτική με Βόρειες ρίζες, μία «ευλάβεια βορείου είδους». Από το μεταθανατίως εκδοθέν
βιβλίο του Αντριάνο Ρομουάλντι «Οι Ινδοευρωπαίοι. Καταβολές και
μεταναστεύσεις.» Πάδοβα, 1978, εκδόσεις Ar.
ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ
Με την
αρχομένη δια του παρόντος κειμένου σειράν άρθρων θα αποπειραθούμε, όσον είναι
δυνατόν, να συνεισφέρουμε κατά τι στην διάλυση των ποικίλων συγκεχυμένων, εν
μέρει αλληλοεπικαλυπτομένων και εν μέρει αντιθετικών, αστηρίκτων εν πολλοίς
απόψεων περί το φυλετικό ζήτημα. Επί σαράντα περίπου έτη ο εθνικιστικός χώρος
και οι εγγύς προς αυτόν ποικίλης ιδεολογικοπολιτικής υφής ομάδες κατέστησαν δέκτες
ή και κοινωνοί σωρείας συναφών υπερβολών, αστηρίκτων ανοησιών, εγωπαθών
μεγαλοστομιών, εκλεκτικώς κλεψιτύπων γνωστικών δανείων με αντικείμενο το
φυλετικόν ζήτημα στο σύνολόν του αλλά και ιδιαιτέρως το μέρος του το
κατατριβόμενο με τον Ελληνισμό. Ένα φάσμα ψευδοδιανοουμένων ή και
παρανοούντων διανοουμένων υπερέβησαν πλειστάκις εαυτούς με ιησουιτικό ζήλο ώστε
να πείσουν τους αποδέκτες τους, ότι δήθεν είναι φορείς της αποκαλυφθείσης
φυλογνωσικής αληθείας. Ιδιαιτέρως δε ενέχει σημαντική βαρύτητα η από
τεσσάρων περίπου δεκαετιών αυξομειουμένη αντιπαράθεση μεταξύ των διαβοήτων
αυτοχθονιστών με τους «αντιπάλους» ή και μάλλον εχθρούς τους ινδοευρωπαϊστές
και απολογητές της «από βορά καθόδου» (ενίοτε εξικνουμένους έως τα ακρόρια μιας
Γκυντεριανής νορδικής καθαρολογίας).
Κατά το πρόσφατο
παρελθόν σε μία σειρά άρθρων στην εβδομαδιαία εθνικιστική εφημερίδα «Εμπρός»,
έγινε προσπάθεια συγκεντρώσεως μερικών απαραιτήτων περιληπτικών στοιχείων
τα οποία αφεώρουν το κρίσιμο «Ινδο- Ευρωπαϊκό ζήτημα». Εν προκειμένω,
επανερχόμεθα ομοίως απαισιόδοξοι όσον αφορά στην δεκτικότητα και στο ενδιαφέρον
του κοινού, ευελπιστούμε όμως ότι η σύναψη του θέματος με το δυσθεώρητο κύρος
του διδασκάλου Έβολα δύναται να λειτουργήσει επιρρωτικώς προς την κατεύθυνση
της αναζητήσεως αυτής. Αυτό καθεαυτό το «Ινδοευρωπαϊκό ζήτημα», όπως και όλες
εν γένει οι συμπαρομαρτούσες πτυχές της Φυλογνωσίας και της Φυσικής
Ανθρωπολογίας γενικότερον, αποτελούν ισχυρά θεμέλια άρα και απολύτως
απαραίτητα εφόδια μίας αρτίας εθνικιστικής κοσμοθεωρήσεως.
Περί του Ινδοευρωπαϊκού και του φυλετικού ζητήματος
Γιά την
αρτιοτέρα δυνατή κατανόηση του φυλογνωσικού έργου του Ιουλίου Έβολα
επισημαίνεται ότι τα έτη μεταξύ 1933 και 1943 υπήρξαν για αυτόν μία περίοδος
κυριολεκτικώς αποκαλυπτικής δραστηριότητος. Επιπλέον ήσαν τα έτη των εκδόσεων της
«Εξεγέρσεως ενάντια στον Σύγχρονο Κόσμο» (1934), του «Μυστηρίου του Γκράαλ και
της γιβελινικής παραδόσεως της Αυτοκρατορίας» (1937), του «Δόγματος της
Αφυπνήσεως» (1943), καθώς και των δοκιμίων περί τα φυλετικά ζητήματα («Τρεις
όψεις του εβραϊκού προβλήματος»-1936, «Ο μύθος του αίματος»-1937 και 1942,
«Σύνθεσις του δόγματος της φυλής»-1941 και γερμανική έκδοση 1943, καθώς και
«Κατευθύνσεις για μια φυλετική εκπαίδευση»-1941).
Αυτά τα έτη
ήσαν επίσης χαρακτηριστικά μιας σειράς συνεργασιών του βαρόνου Έβολα με
πολυάριθμα περιοδικά και εφημερίδες, όπως οι διασημότερες «Κοριέρε Παγκάνο»,
«Ιλ Ρετζίμε Φασίστα», και «Λα Στάμπα». Τα μηνιαία έντυπα «Το Κράτος»,
«Φασιστική βιβλιογραφία» και «Ιταλική ζωή» αλλά και τα δεκαπενθήμερα ιδεολογικά
περιοδικά «Αυγουστέα» και «Άμυνα της φυλής». Στα ανωτέρω πρέπει να προστεθούν
βεβαίως πάμπολλα άρθρα του και σε γερμανόφωνα περιοδικά.
Σε εκείνα τα
έτη ο μέγας παραδοσιοκράτης φιλόσοφος ανέπτυξε και συνεπλήρωσε οργανικώς μία
δέσμη θέσεων περί των καταβολών και της αναπτύξεως των πολιτισμών
ινδοευρωπαϊκής προελεύσεως. Οι μελέτες και οι ποικίλες συνεισφορές που
επηρέασαν την σκέψη του ποικίλουν κατά πολύ : Ανθρωπολογία, γλωσσολογία,
αρχαιολογία, κρανιομετρία και σπουδή των ομάδων αίματος κοκ όπως και
ποικίλα δεδομένα παρασχεθέντα από τους μύθους, τις τελετουργίες και διάφορα
παραδοσιακά ιδρύματα. Το πολυσύνθετο και πολύμορφο σύνολο αυτών των
προαναφερθέντων δεδομένων είχε μείζονα επίδραση στην ενοποίηση και εδραίωση της
δέσμης αυτών των θέσεων. Η υιοθετηθείσα κατά την έρευνά του μέθοδος υπήρξε αυτή
την οποία εξέθεσε σαφέστατα από την πρώτη έκδοση της «Εξεγέρσεως εναντίον στον
σύγχρονο κόσμο» συνισταμένη πρωτίστως στο χαρακτηριστικό ότι «οτιδήποτε
χρησιμοποιείται ως επιστημονική απόδειξη, εδώ είναι χρήσιμο μόνον ως μια βεβαία
και θαμβή ένδειξη των τρόπων των περιστασιακών αιτίων, δυνάμεθα δε να είπωμεν
ένδειξη μέσω της οποίας δύναται να εκδηλωθούν οι παραδοσιακές πραγματικότητες.»
Αποτέλεσμα
αυτής της προσεγγίσεως στην οποίαν οδηγεί η «διακριτική» (μέσω επαλλήλων
διακρίσεων) προσέγγιση του Έβολα συγκλίνουν και πολλές άλλες μελέτες περί του
κλασικού κόσμου από σπουδαίους, εν πολλοίς αγνώστους στην πατρίδα μας (αλλά και
στην σύγχρονο Ευρώπη), στοχαστές : Φραντς Αλτχάιμ, Αντρέ Πιγκανιόλ, Βάλτερ
Φρήντριχ Γκούσταφ Χέρμαν Ότο, Καρλ Κερένυι και Γιόχαν Γιάκομπ Μπαχόφεν. Επίσης
οι πρώιμες θέσεις του Χέρμαν Βιρτ («Η εκκίνηση της ανθρωπότητος»), οι
ανακαλύψεις του Ζωρζ Ντυμεζίλ στην πρώιμο νεότητά του (του οποίου την
διδακτορική διατριβή αναφέρει ο Έβολα στην πρώτη έκδοση της «Εξεγέρσεως
εναντίον στον σύγχρονο κόσμο») αλλά και οι ανακαλύψεις του μεγάλου συγκριτικού
θρησκειολόγου Μιρτσέα Ελιάντε. Βεβαίως στην αυτή κατεύθυνση συγκλίνουν επίσης
οι μελέτες περί των φυλών, των μεταναστεύσεών τους και των αμοιβαίων
διαδραστικών τους επιρροών, μελέτες μάλιστα οι οποίες εξεπήγασαν από
διαφορετικά θεωρητικά πεδία και διενηργήθησαν από ερευνητές όπως ο Κόμης Αρτύρ
Γκομπινώ, ο Καρλ Πένκα, ο Τέοντορ Φρήντριχ Βίλχελμ Πέσε, ο Ζωρζ Βασέ ντε λα
Πουζ, ο Χιούστον Στιούαρτ Τσάμπερλεϊν, ο Γιοχάννες Χέρτελ, ο Λούντβιχ Φέρντιναντ
Κλάους, ο Λούντβιχ Βίλζερ, ο Χανς Γκύντερ, και ο δύστηνος «εγκληματίας γνώμης»
Ρόζενμπεργκ. Ανάλογο τροχιά προς την προαναφερθείσα συγκλίνουσα συνισταμένη
εμφανίζει η παραδοσιοκρατία του Γκενόν και μέσω αυτής οι υπαινικτικές ιδέες του
βραχμάνου Μπαλ Γκανγκάνταρ Τίλακ.
Βεβαίως στην
απαρτίωση του Εβολιανού ερευνητικού έργου συνέτειναν πλειστάκις και κλασικές
πηγές από διαφόρους πολιτισμούς, από τους ινδοευρωπαϊκούς έως τον αιγυπτιακό,
περουβιανό και χαλδαϊκό πολιτισμό. Αυτό το πολυσύνθετο και πολυεπίπεδο
σύνολο των συστατικών της Εβολιανής ερεύνης εσχηματοποίησε την έκφραση ενός
πλουσίου, πολυέδρου, περιτέχνου και πολυσυνθέτου δόγματος περί των καταβολών,
εξόχως επικαίρου κατά την εποχή που εγεννήθη καθώς και ιδιαιτέρως πρωτοπόρου
εις ό,τι αφορά τον πελώριο πλούτο των συνεισφορών.