Όλα
ξεκίνησαν εκείνον τον Ιούλιο του 1974, αυτό το οποίο διαδραματίζεται επί 52
ολόκληρα χρόνια με τα σκάνδαλα, την χρεωκοπία και τις προδοσίες στα εθνικά
θέματα εκεί έχει την αφετηρία του, στην περίφημη Μεταπολίτευση. Δεν είναι
τυχαίο ότι το μοναδικό
κόμμα, του οποίου βουλευτές οδηγήθηκαν στην φυλακή, είναι η
Χρυσή Αυγή, όντας και το μοναδικό κόμμα, το οποίο αντιτάχθηκε με μέσα πολιτικά
στο καθεστώς του Ιουλίου του 1974. Έχω την τιμή να είμαι ο μοναδικός αρχηγός
κόμματος με εκλεγμένους βουλευτές, ο οποίος δεν παρέστη ΠΟΤΕ στην γνωστή εορτή
της “δημοκρατίας” (Ναι, με εισαγωγικά!) της 24ης Ιουλίου.
Ο ιδρυτής
της εφημερίδος “Ελεύθερη Ώρα” ως γνωστόν έχει συγγράψει και ολόκληρο βιβλίο για
τους μετά την χούντα “αντιστασιακούς”. Πλην αυτών υπήρξαν και οι μετά την
χούντα “χουντικοί”, έντιμοι άνθρωποι πατριώτες, οι οποίοι από νωρίς είδαν την
μεγάλη απάτη και με περισσή τόλμη είπαν την Αλήθεια για το τι συνέβη εκείνον
τον Ιούλιο του 1974.
Αλήθεια, η
οποία βεβαίως δεν μπορεί να απαντήσει στο απλό ερώτημα γιατί, αφού όλοι οι
Έλληνες (έτσι λένε και γράφουν) ήταν εναντίον της 21ης Απριλίου αυτή έπεσε
τελικά όχι από την αντίδραση του λαού, αλλά από όσα έγιναν τον Νοέμβριο του
1973 σε πρώτο χρόνο και εν τέλει με το πραξικόπημα στρατηγών και ναυάρχων το
1974; Με τα γεγονότα αυτά ασχολείται το νέο βιβλίο του κ. Παπαχελά “ΕΝΑ
ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΔΩΜΑΤΙΟ 1967-1974”.
Ο
“ΠΡΟΦΗΤΗΣ” ΚΙΣΙΝΓΚΕΡ
Δεν υπάρχει
αμφιβολία ότι η εργασία του κ. Παπαχελά είναι μία φιλότιμη προσπάθεια και γνώμη
μου είναι και έντιμη, αφού σε αυτήν παρέχονται στοιχεία και πληροφορίες βάσει
των οποίων, ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει έστω και αχνά την άλλη όψη της
αλήθειας, η οποία δεν είναι ποτέ άσπρη ή μαύρη, αλλά πάντοτε γκρίζα, την όψη η
οποία ευθέως αμφισβητεί το κυρίαρχο αφήγημα της Μεταπολιτεύσεως. Μέσα σε αυτήν,
λοιπόν, την “άλλη όψη” περιέχονται και παρουσιάζονται δεδομένα, τα οποία έχουν
πλήρως αποσιωπηθεί από την ποδηγετούμενη από την Αριστερά προπαγάνδα για τα
έργα και τις ημέρες του Στρατιωτικού καθεστώτος. Επιγραμματικά αναφέρω:
α) Το μέχρι…
παρεξηγήσεως ενδιαφέρον των ΗΠΑ για τον δικό τους άνθρωπο, όπως λένε, Ανδρέα
Παπανδρέου.
β) Το
γεγονός ότι η 21η Απριλίου μερίμνησε για τον εξοπλισμό της χώρας με τα πλέον
προηγμένα οπλικά συστήματα της εποχής εκείνης όπως τα πολεμικά αεροσκάφη
Φάντομ, τα Γερμανικά υποβρύχια, τα τεθωρακισμένα ΑΜΧ-30, τις πυραυλακάτους κ.α.
γ) Ότι επί
21ης Απριλίου έλαβε χώρα η
πρώτη (και τελευταία!) προσπάθεια εκμεταλλεύσεως των κοιτασμάτων
υδρογονανθράκων της χώρας και εξήχθη το πρώτο βαρέλι Ελληνικού πετρελαίου.
Επίσης σύμφωνα με επίσημα πληροφοριακά δελτία της CIA και του State Department
η Ελλάδα της 21ης Απριλίου είχε την πρόθεση να προχωρήσει σε επέκταση των
χωρικών υδάτων της χώρας μας στα 12 μίλια και αυτό στα 1973 και 1974 κάτι που
δεν τόλμησε και δεν τολμά η “δημοκρατία” 52 ολόκληρα χρόνια.
δ) Παρέχεται
επίσης με στοιχεία η πληροφόρηση ότι δεν ήταν καθόλου δεδομένη η υποταγή της
Αθήνας στην πολιτική των ΗΠΑ και αυτό περισσότερο από ποτέ φάνηκε στον
Άραβο-Ισραηλινό πόλεμο του 1973 όταν αρνήθηκαν να παρέξουν επιπλέον πέραν των
συμβατικών υποχρεώσεων διευκολύνσεις στις ΗΠΑ προς ενίσχυση του Ισραήλ. Και αυτό ήταν που πλήρωσε σκληρά ο
Γεώργιος Παπαδόπουλος.
ΟΛΑ αυτά
προκύπτουν από το βιβλίο του κ. Παπαχελά και όμως όλα αυτά δεν είναι το πλέον
σημαντικό. Όσα γράφει στις περισσότερες από 600 σελίδες του έργου του ΕΥΘΕΩΣ
αμφισβητούνται ή μάλλον τίθενται εν αμφιβολία από ένα μικρό απόσπασμα της
σελίδας 26.
Σε αυτήν την
σελίδα αναφέρεται ο κ. Παπαχελάς σε μία σύσκεψη στο State Department “λίγες
ημέρες πριν την τουρκική εισβολή”, στην οποία σύσκεψη ο ίδιος ο Κίσινγκερ,
απαντώντας σε πρόταση για ανατροπή του Ιωαννίδη, λέει τα παρακάτω λόγια, τα
οποία θέτει μάλιστα ο συγγραφεύς ΕΝΤΟΣ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΩΝ, που σημαίνει ότι είναι τα
αυτούσια ακριβώς λόγια του Κίσινγκερ. Διαβάζουμε, λοιπόν, τι είπε ο
Κίσινγκερ “λίγες ημέρες
πριν την τουρκική εισβολή”:
“Θα
έλθει ο Καραμανλής, θα υπάρξει ένα βίαιο αριστερό κίνημα στην Ελλάδα, θα
νομιμοποιήσει την Αριστερά και σε δέκα χρόνια θα έλθει ο Ανδρέας Παπανδρέου
στην εξουσία. Αλλά θα τον αντιμετωπίσουμε και αυτόν…”.
Πως
χαρακτηρίζει ο συγγραφεύς του βιβλίου αυτά τα ανατριχιαστικά λόγια του
Κίσινγκερ; Γράφει ότι τα λέει με… “προφητικό ρεαλισμό”! Ώστε ΠΡΟΦΗΤΗΣ ήταν ο
Κίσινγκερ, που ήξερε πριν ακόμη την τουρκική εισβολή ότι θα έλθει ο Καραμανλής,
θα νομιμοποιηθεί το ΚΚΕ, ότι θα έχουμε μία “βίαια αριστερά” (βλέπε κόκκινη
τρομοκρατία) και ότι μετά από λίγα χρόνια θα κυβερνήσει την χώρα ο Ανδρέας
Παπανδρέου; Προφήτης ήταν ή ο αρχιτέκτονας της Ξενοκρατίας, που υπάρχει στην
Πατρίδα μας εδώ και πολλά χρόνια;
Ενάντια
σε αυτήν την Ξενοκρατία και τις “προφητείες” του κάθε Κίσινγκερ πολέμησε και
πολεμά η Χρυσή Αυγή με ακριβό ως γνωστόν τίμημα.
Σύμφωνα με την έκθεση «Mapping
the World’s Prices 2026» της Deutsche Bank, οι καθαρές μηνιαίες απολαβές στην
Αθήνα αντιστοιχούν μόλις στο 24% των αμερικανικών
Όλο και πιο
δυσβάσταχτη γίνεται η ζωή στην ελληνική πρωτεύουσα, όπου τα τελευταία χρόνια
συγκεντρώνεται το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Η διαβίωση στην Αθήνα έχει
γίνει πανάκριβη, χωρίς οι μισθοί να ακολουθούν την ίδια πορεία. Τα ενοίκια
έχουν ξεφύγει, η αγορά κατοικίας απομακρύνεται από τα μεσαία εισοδήματα, η
βενζίνη κοστίζει περισσότερο από τη Νέα Υόρκη και βασικά έξοδα της
καθημερινότητας πιέζουν ένα εισόδημα που παραμένει χαμηλό σε σχέση με τις
μεγάλες διεθνείς μητροπόλεις.
Το πρόβλημα
δεν είναι απλώς ότι οι Αθηναίοι αμείβονται χαμηλά. Είναι ότι καλούνται να
ζήσουν σε μια πόλη όπου οι τιμές έχουν ξεφύγει πολύ περισσότερο από τους
μισθούς. Σύμφωνα με την έκθεση «Mapping the World’s Prices 2026» της Deutsche
Bank, οι καθαρές μηνιαίες απολαβές στην Αθήνα αντιστοιχούν μόλις στο 24% των
αμερικανικών, όμως το κόστος ζωής έχει φτάσει στο 62,4% του επιπέδου των
Ηνωμένων Πολιτειών.
Η έκθεση
καταγράφει την αντίφαση ότι η ελληνική πρωτεύουσα δεν πληρώνει τους
εργαζομένους σαν διεθνής μητρόπολη, αλλά τους υποχρεώνει να ζουν με κόστος που
πλησιάζει όλο και περισσότερο τις ακριβές οικονομίες. Καθόλου τυχαίο επομένως
ότι η Αθήνα βρίσκεται στην τελευταία θέση της κατάταξης ποιότητας ζωής μεταξύ
των 50 πόλεων που περιλαμβάνονται στον σχετικό πίνακα..
Η
αύξηση των μισθών «φαγώθηκε» από τα ενοίκια
Ο μέσος
καθαρός μηνιαίος μισθός στην Αθήνα διαμορφώνεται στα 1.321 δολάρια, δηλαδή
περίπου 1.156 ευρώ, ποσό αυξημένο κατά 61,3% σε σχέση με το 2016. Όμως αυτή η
άνοδος αποδεικνύεται ανεπαρκής μπροστά στην έκρηξη της στέγασης.
Η μίσθωση
ενός διαμερίσματος τριών υπνοδωματίων στο κέντρο της Αθήνας φτάνει πλέον τα
1.330 δολάρια, δηλαδή περίπου 1.163 ευρώ, έχοντας αυξηθεί κατά 144,2% μέσα σε
δέκα χρόνια. Δηλαδή, το ενοίκιο ενός τέτοιου διαμερίσματος ξεπερνά σχεδόν μόνο
του τον μέσο καθαρό μισθό ενός εργαζομένου. Η σύγκριση είναι αποκαλυπτική για
το πώς η στεγαστική κρίση ακυρώνει στην πράξη κάθε βελτίωση στους μισθούς.
Για δύο
εργαζομένους που νοικιάζουν ένα τέτοιο ακίνητο, το διαθέσιμο εισόδημα μετά την
πληρωμή του ενοικίου διαμορφώνεται στα 1.312 δολάρια, δηλαδή περίπου 1.148
ευρώ. Η αύξηση στη δεκαετία είναι μόλις 20%, παρά την ονομαστική άνοδο των
μισθών. Αυτό σημαίνει ότι μεγάλο μέρος της μισθολογικής βελτίωσης κατευθύνθηκε
απευθείας στους ιδιοκτήτες ακινήτων και όχι στην πραγματική κατανάλωση ή
αποταμίευση των νοικοκυριών.
Ακόμα πιο
έντονη είναι η πίεση στην αγορά κατοικίας. Το κόστος αγοράς ανά τετραγωνικό
μέτρο στο κέντρο της Αθήνας αυξήθηκε κατά 150% μέσα σε δέκα χρόνια, φτάνοντας
τα 4.016 δολάρια, δηλαδή περίπου 3.513 ευρώ/τ.μ., αυξημένο κατά περίπου 149% σε
σχέση με το 2016. Η ιδιοκατοίκηση, που για δεκαετίες αποτελούσε βασικό πυλώνα
οικονομικής ασφάλειας για τα ελληνικά νοικοκυριά, γίνεται πλέον όλο και πιο
δύσκολη για τους νέους εργαζόμενους και τα μεσαία εισοδήματα.
Η σύγκριση
με τη Νέα Υόρκη φωτίζει το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος. Ο Αθηναίος δεν
πληρώνεται σαν κάτοικος διεθνούς μητρόπολης, αλλά αγοράζει όλο και περισσότερο
σαν να ζει σε μία. Οι μισθοί βρίσκονται μόλις στο 24% των αμερικανικών, όμως οι
τιμές αγαθών και υπηρεσιών έχουν φτάσει στο 62,4% των επιπέδων των ΗΠΑ.
Αυτό το
χάσμα είναι η καρδιά της κρίσης αγοραστικής δύναμης. Δεν αρκεί να αυξάνονται οι
μισθοί στα χαρτιά, όταν τα ενοίκια, τα καύσιμα, τα τρόφιμα και οι υπηρεσίες
αυξάνονται ταχύτερα. Η καθημερινότητα των πολιτών δεν κρίνεται από το ποσοστό
αύξησης του μισθού, αλλά από το τι μένει στο πορτοφόλι στο τέλος του μήνα.
Στον δείκτη
αγοραστικής δύναμης, η Ελλάδα κατατάσσεται ως η 24η ακριβότερη χώρα παγκοσμίως
σε σχέση με την αμερικανική αγορά. Η θέση αυτή είναι ιδιαίτερα προβληματική,
καθώς δεν συνοδεύεται από αντίστοιχα υψηλές αποδοχές. Αντίθετα, επιβεβαιώνει
ότι η χώρα έχει εγκλωβιστεί σε ένα μοντέλο όπου οι τιμές συγκλίνουν προς τις
ακριβές οικονομίες, αλλά οι μισθοί παραμένουν πίσω.
Βενζίνη,
ρούχα και καφές σε τιμές που πιέζουν τα νοικοκυριά
Η ακρίβεια
φαίνεται καθαρά στα καθημερινά έξοδα των Ελλήνων πολιτών. Η βενζίνη στην Αθήνα
είναι κατά 209% ακριβότερη σε σχέση με τη Νέα Υόρκη, κατατάσσοντας την ελληνική
πρωτεύουσα στην ένατη ακριβότερη πόλη στον κόσμο για το συγκεκριμένο έξοδο.
Φυσικά, σημειώνεται πως οι ΗΠΑ ως πετρελαιοπαραγωγός χώρα διαθέτει χαμηλές
τιμές καυσίμων, παρά την εκρηκτική άνοδο που έχουν καταγράψει τους τελευταίους
μήνες λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Δηλαδή, ακόμα και όταν η αμόλυβδη στις
ΗΠΑ ξεπέρασε τα 4 δολάρια το γαλόνι, αυτό μεταφραζόταν σε περίπου 0,92 ευρώ το
λίτρο.
Αντίστοιχη
εικόνα εμφανίζεται και σε άλλα προϊόντα. Ένα τζιν Levi’s 501 αντιστοιχεί στην
Ελλάδα στο 138% της αμερικανικής τιμής, ενώ στο γρήγορο φαγητό το κόστος φτάνει
το 85%, στα αναψυκτικά το 76%, στον καπουτσίνο το 70% και στην εγχώρια μπίρα το
64% των τιμών της Νέας Υόρκης.
Το σούπερ
μάρκετ βρίσκεται στο 55% των τιμών της Νέας Υόρκης, όμως έχει αυξηθεί κατά
20,5% μέσα στη δεκαετία. Για τα ελληνικά εισοδήματα, ακόμη και αυτό το ποσοστό
είναι βαρύ, καθώς οι μισθοί δεν έχουν την ίδια αγοραστική βάση με τις ΗΠΑ.
Το μόνο
έντονα φθηνό κριτήριο είναι οι δημόσιες συγκοινωνίες. Η μηνιαία κάρτα στην
Αθήνα κοστίζει μόλις το 22% της αντίστοιχης αμερικανικής. Ωστόσο, αυτό δεν
αρκεί για να αντισταθμίσει τη συνολική πίεση που δέχεται το διαθέσιμο εισόδημα
από στέγαση, καύσιμα, τρόφιμα και υπηρεσίες.
Ξαφνικά
αυτός ο δρόμος έβγαλε στον κόλπο της Αίγινας. Μπροστά στους ταξιδιώτες ήταν
τώρα η θάλασσα, αλλά πιο πέρα και πάλι η στεριά – τα νησιά, η Πελοπόννησος.
Στην Ελλάδα, η στεριά μισανοίγεται συνεχώς στο νερό, το νερό είναι πάντα
ζωσμένο από την στεριά: το κάθε στοιχείο βρίσκεται εκεί για να οριοθετεί το
άλλο, για να το περιδένει. Ο Μπούτρος, δίχως να πάψει να πλοηγεί ανάμεσα στις
γούβες, δεν μπόρεσε να μην θαυμάσει αυτή την αιφνίδια εκτύλιξη, αυτή την σοφή
κλιμάκωση με τ’ αγκαλιασμένα επίπεδα: πεδιάδα, θάλασσα, βουνό, ουρανός.
Λεπτοκεντημένος πάνω στις κορυφογραμμές, ο ουρανός δεν κυριαρχεί στο σύνολο.
Είναι εκεί δεμένος και κρατάει την θέση του μέσα στην διάταξη των άλλων
γοήτρων. Ανάμεσα στις ανοδικές προοπτικές που συνθέτουν τα βουνά, το νερό και ο
αέρας, ακίνητα και διάφανα, σχηματίζουν μαγεμένες λίμνες, ψηλοκρεμαστές, μέσα
σ’ ένα ζωντανό όνειρο που τρέφει έντονες παρουσίες. Σε λίγο, για το μάτι που
είναι προσηλωμένο σ’ ένα όλο και πιο περίτεχνο θέαμα, δεν υπάρχει ούτε θάλασσα
ούτε ουρανός, αλλά ένα φως, μια αιθέρια ουσία που διατρέχει έναν απόλυτα
χειροπιαστό παράδεισο. […]
Νιώθετε την
ομορφιά του Παρθενώνα, αλλά οι άνθρωποι που έχτισαν τον Παρθενώνα δεν
νοιάζονταν για την ομορφιά του, έχτιζαν μονάχα το σπίτι που χρειάζονταν για να
στεγάσουν ό,τι πιο πολύτιμο είχαν, τη θεά τους και τους θησαυρούς τους, την
ιδέα που τους επέτρεπε να εξηγούν τη ζωή και άρα να ζουν, καθώς και τα μέσα που
διέθεταν για να ζήσουν. Ο Παρθενώνας μπορεί να μου διδάξει ένα μόνο πράγμα: να
του στρέψω τα νώτα μου για να προσπαθήσω να κάνω κάτι εξίσου δυνατό. […]
Σιγά–σιγά τα
βουνά είχαν συσσωρευτεί στα αριστερά τους, προς τα δυτικά είχαν επιτέλους πάρει
τέλος οι κάμποι. Μπήκαν στον ορεινό όγκο του Παρνασσού, αφού περιστράφηκαν για
ώρα γύρω του… Μια νέα πραγματικότητα ερχόταν να προβληθεί, ήταν κι αυτό η
Ελλάδα. Το βουνό καταμεσής στα πέλαγα, μια ψηλοκρεμαστή μάζα που μαστιγώνουν τα
κύματα. Να η καρδιά, να η αστείρευτη πηγή της ζωής. Εδώ ξεχνώ την ανθρωπότητα
και τις ταπεινωτικές της διακυμάνσεις, ξαναβρίσκω τη φύση στον ανέγγιχτο,
απρόσβλητο μυχό της. Ω, αγαθά αιώνια μόρια! Να η κλωστή με την οποία υφαίνεται
μια νέα ανθρώπινη όψη. Μέσα σε αυτά τα απρόσιτα φαράγγια κυλάει η πηγή της
ζωής. Σ’ αυτή την πηγή ξανάρχεται πάντα να πιει η ανθρωπότητα και, όταν τούτη η
πηγή θα στερέψει για εκείνη, η ζωή παρ’ όλα αυτά θα συνεχιστεί. Και όταν τούτες
οι πλαγιές και οι γκρεμοί θα καταρρεύσουν μαζί με τον ίδιο τον πλανήτη, η ύλη
θα παραμείνει ακόμα. Και όταν λέω η ύλη, είναι σαν να λέω το Πνεύμα. Εν τω
μεταξύ ας πιστέψουμε με την φλόγα της άνοιξης και της νιότης στην αιωνιότητα
του ανθρώπου και της γης.
Τι με
νοιάζει αν δεν είδα τον Παρθενώνα; Είναι το αριστούργημα ενός Χρυσού Αιώνα. Ο
5ος αιώνας προ Χριστού είναι όπως ο 17ος. Ο Παρθενώνας είναι οι Βερσαλλίες.
Ποιο είναι το δίδαγμα σήμερα που μπορούμε να αντλήσουμε από τις Βερσαλλίες;
Ξαναγινόμαστε βάρβαροι, μας λείπουν οι νέες και άγνωστες μορφές, έτσι αυτό που
μας τραβάει στην Ιστορία είναι τα πρώτα άλματα… Αλλά ενώ είμαστε έτοιμοι να
ξαναπέσουμε στην σκοτεινή χοάνη, σκυμμένοι πάνω από την επόμενη άβυσσο,
ονειρευόμαστε τ’ αυριανά βλαστήματα μέσα από τις καταρρεύσεις και τις σήψεις
που μας συμπαρασύρουν. Είμαστε ξέπνοοι, δεν θα γεννήσουμε πια τίποτα με την
μορφή που γνωρίζουμε, η δύναμη της δημιουργίας θα επιστρέψει μετά από τρομερές
αποσυνθέσεις. Ενώ όμως το ποτάμι του πολιτισμού μας ετοιμάζεται να χυθεί στην
θάλασσα όπου τα πάντα πνίγονται, σχίζοντας μεμιάς τον επαναλαμβανόμενο κύκλο
των εξατμίσεων, των νεφών και των βροχών, η φαντασία μας ξαναβουτάει στις πηγές
απ’ όπου θα βγει το καινούργιο ποτάμι. Πλανιέμαι γύρω από τις αβύσσους γιατί
ξέρω πως μέσα εκεί ξαναπέφτω και πως εκεί θα ξαναβγώ. Είμαι το Πνεύμα το αεί
ζων.
Από τούτα
ακριβώς τα βουνά κατέβηκαν κοσμογονίες και εποποιίες. Μέσα από τούτα τα διάσελα
ανάμεσα σε τούτες τις βουνοκορφές, οδεύω προς το άντρο της πρωταρχικής
έμπνευσης. Εν αρχή ην η ποίησις. Εγώ, ο φτωχός, ταλαίπωρος πολιτισμένος, κάνω
την θλιβερή ευχή να ξυπνήσω την ηχώ της βροντής που κατακεραύνωσε τους
προδρόμους, τους πρωταρχικούς μάντεις. Ω καρδιά μου, ανήμπορη πια να πλάσεις
θρύλους, δεν θα ριγήσεις, άραγε, μέσα στην σκιά όπου πάλλονταν οι μεγάλοι
μύθοι, οι γεμάτοι χυμό; Ας ήταν να μπορούσα να διακρίνω από μακριά, τα τοτέμ,
τα εμβλήματα της ζωτικής συμμαχίας του ανθρώπου με τα ζώα και τα φυτά.
Από το
βιβλίο «Μια γυναίκα στο παράθυρο της», κεφάλαιο «Ταξίδι στην Ελλάδα».
Στα 1945
στην Ρώμη γίνεται μία μεγάλη πολιτική συγκέντρωση, η πρώτη συγκέντρωση του
Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος. Στο βήμα ομιλητής ο πρώτος πρωθυπουργός της
μεταφασιστικής Ιταλίας, δημοκράτης πράγματι, ο οποίος είχε διωχθεί από το
καθεστώς Μουσολίνι. Βλέποντας το απέραντο πλήθος, που παραληρούσε για την
δημοκρατία, απευθυνόμενος σε αυτό λέει:
“Ήξερα
ότι επί φασισμού υπήρχαν στην Ιταλία 45 εκατομμύρια φασίστες. Σήμερα υπάρχουν
45 εκατομμύρια αντιφασίστες. Αυξήθηκε ο πληθυσμός της χώρας ή μήπως ζουν στην
Ιταλία 45 εκατομμύρια παλιάτσοι;”
Κάτι ανάλογο
συνέβη και στην Ελλάδα του Ιουλίου του 1974. Τα εκατομμύρια των Ελλήνων
κοιμήθηκαν χουντικοί και ξύπνησαν… αντιστασιακοί! Δεν υπήρχαν αντιστασιακοί;
Υπήρχαν, αλλά ήταν απελπιστικά λίγοι σε έναν λαό 10 εκατομμυρίων. Οι
περισσότεροι είτε χειροκροτούσαν, είτε σιωπούσαν. Αυτή είναι η αλήθεια, την
οποία βάναυσα διαστρεβλώνουν μισό αιώνα με μία ατέλειωτη προπαγάνδα.
Στο παρακάτω άρθρο, σας παραθέτω ένα
κομμάτι από το βιβλίο του Evola, με τίτλο «Ο Εργάτης μέσα στην σκέψη του
Ernst Jünger» του 1960. Μέσα σε αυτό το έργο του, ο Ιταλός φιλόσοφος,
αναλύει το τεράστιο δημιούργημα του Γερμανού στοχαστή, «Ο Εργάτης», που
εκδόθηκε το 1930 και αποτέλεσε ένα από τα κυριότερα φιλοσοφικά κείμενα
του 20ου αιώνα. Δυστυχώς δεν έγινε αντιληπτό από εκείνους που έπρεπε.
Καλή σας ανάγνωση:
«Ο Εργάτης και ο Υπεράνθρωπος» του Julius Evola
Η επιρροή που άσκησε η σκέψη του
Nietzsche πάνω στον Jünger , είναι αρκετά ορατή. Πράγματι, ακόμη και στο
ιστορικό πλαίσιο, για τον συγγραφέα μας η νέα εποχή θα προετοιμαζόταν
από δύο διαδικασίες, που συγκλίνουν παρά την φαινομενική τους αντίφαση,
δηλαδή «τόσο από τις ακραίες ενδυναμώσεις του ατόμου που είχαν ήδη
προβλεφθεί στον υπεράνθρωπο του Nietzsche , όσο και από εκείνες τις
κοινωνίες που ζουν σαν μυρμηγκοφωλιές υπό το σύμβολο της εργασίας, στο
πλαίσιο των οποίων η διεκδίκηση μιας δικής τους μορφής, εμφανίζεται ως
μια παράνομη έκφραση της ιδιωτικής ζωής». Θα ήταν επομένως σκόπιμο,
να αναφερθούμε στις πραγματικές σχέσεις που έχει η συνολική αντίληψη
του Jünger, με αυτήν του Nietzsche. Το κοινό χαρακτηριστικό του
«υπεράνθρωπου» και του «Εργάτη», είναι ότι και οι δύο έχουν πίσω τους
«το μηδενικό σημείο των αξιών» (εννοώντας τις αστικές αξίες). Ωστόσο, ο
υπεράνθρωπος βρίσκεται σε αδιέξοδο.
Ο Jünger αναγνωρίζει ότι η αντίστοιχη
νιτσεϊκή διδασκαλία της θέλησης για δύναμη, έχει αποτελέσει ένα
αποφασιστικό σημείο καμπής στον πολιτισμό μας. Ωστόσο στην πράξη, «η
ζωή δεν θα μπορούσε να παραμείνει για περισσότερο από μια στιγμή σε
αυτή την ισχυρότερη και αγνότερη, αλλά και θνητή, ατμόσφαιρα ενός
«παναρχικού»* χώρου, αν δεν είχε αμέσως μετά ριχτεί στην πιο ασυγκράτητη
παλίρροια, ως ο εκφραστής μιας συγκεκριμένης θέλησης για δύναμη, που
έχει τους δικούς της σκοπούς». Τότε προκύπτει το πρόβλημα της
αιτιολόγησης, μιας ειδικής, μη αυθαίρετης απαραίτητης σχέσης μεταξύ
ανθρώπου και εξουσίας, η οποία μπορεί επίσης να οριστεί ως ένα έργο.
Αυτή η αιτιολόγηση είναι που κάνει ένα ον να μην εμφανίζεται πλέον ως
μια μια «στοιχειώδη δύναμη, αλλά ως μια ιστορική δύναμη». Για τον Jünger, «μια αφηρημένη δύναμη υπάρχει τόσο λίγο, όσο υπάρχει μια αφηρημένη ελευθερία».
Ο βαθμός της αιτιολόγησης είναι επίσης
αυτός της «κυριαρχίας» (Herrschaft) που επιτυγχάνεται μέσω της θέλησης
για δύναμη. Με τον όρο κυριαρχία ο Jünger εννοεί «μια κατάσταση στην
οποία ο απεριόριστος χώρος εξουσίας αναφέρεται σε ένα σημείο, σε
συνάρτηση με το οποίο εμφανίζεται ως ο χώρος του δικαίου. Από την άλλη
πλευρά, η καθαρή θέληση για δύναμη δικαιολογείται τόσο λίγο, όσο η απλή
θέληση για πίστη. Δεν είναι ένα αίσθημα πληρότητας, αλλά μιας στέρησης,
που εκφράζεται σε αυτές τις δύο στάσεις στις οποίες διαιρείται ο
Ρομαντισμός». Μπορεί να ειπωθεί ότι στον τύπο του Εργάτη, ο
υπεράνθρωπος και η θέληση για εξουσία, χάνουν τις αναρχικές,
μηδενιστικές και ατομικιστικές τους διαστάσεις. Είναι πράγματι
διατηρημένη η αντίστοιχη «στοιχειώδης» διάσταση, αλλά μέσα στο πλαίσιο
των ακριβών, απρόσωπων, αντικειμενικών μορφών έκφρασης. Το τελικό σημείο
αναφοράς για τον Jünger, θα είναι στην πραγματικότητα ένας κόσμος της
τάξης και της ύπαρξης, όχι εκείνος της άμορφης δύναμης. Ο Jünger
αναγνώρισε ότι ο προσανατολισμός του υπεράνθρωπου, δεν εξαντλείται στο
επεισόδιο που συγκροτεί η νιτσεϊκή φιλοσοφία. Τον ξαναβρίσκει «στην
ιστορία των γεωγραφικών και κοσμογραφικών ανακαλύψεων, σε εκείνες τις
εφευρέσεις των οποίων το κρυφό νόημα είναι η επιθυμία για παντοδυναμία,
της πανταχού παρουσίας και της παντογνωσίας, τον πιο τολμηρό από τους
eritis sicut Deus». Τον ξαναβρίσκει επίσης στις ίδιες τις θεωρίες της προόδου, αν αγνοήσουμε τις φωτισμένες και υλιστικές πτυχές τους.
Υπάρχει, στον προοδευτισμό,
ένα «κρυφό θεμέλιο», «μια μέθη γνώσης, της οποίας η προέλευση είναι κάτι
περισσότερο από λογική, μια υπερηφάνεια για την τεχνική εφεύρεση, για
την πρόσβαση στην απεριόριστη κυριαρχία του χώρου, η οποία περιέχει το
προαίσθημα μιας βαθύτερης θέλησης για δύναμη, σε σύγκριση με την οποία
όλα αυτά είναι μόνο μια φυσική συνέπεια ανυποψίαστων αγώνων και
εξεγέρσεων». Και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, αυτή είναι
τόσο πολύτιμη και άξια μιας περισσότερης στοργικής φροντίδας, από ότι
έχει δείξει ποτέ ένας οποιοσδήποτε πολεμιστής στα όπλα του. Αλλά εδώ
ανακύπτει ξανά το πρόβλημα της αιτιολόγησης ή, όπως το αποκαλεί ο
Jünger, της νομιμοποίησης. Η νομιμότητα του νέου τύπου θα καταδειχθεί
από την πραγματική του ικανότητα να ελέγχει αυτόν τον κόσμο, δεδομένου
ότι «το πνεύμα, ας πούμε, έχει ξεπεράσει τον εαυτό του συσσωρεύοντας ένα υλικό που ακόμα περιμένει μια δύναμη να το διατάξει». Έτσι γεννήθηκε ένα «χάος γεγονότων, οργάνων εξουσίας και δυνατοτήτων κίνησης» και η τρέχουσα προβληματική κατάσταση θα εξαρτιόταν από το γεγονός «ότι
αυτή η κυριαρχία δεν έχει ακόμη επιτευχθεί και ότι, ως εκ τούτου, ζούμε
σε μια εποχή στην οποία τα μέσα φαίνονται πιο σημαντικά από τον
άνθρωπο».
Η άλλη διαφορά μεταξύ της θεωρίας του
Εργάτη και της θεωρίας του Nietzsche, έγκειται στην υποταγή της
εξουσίας σε ένα «ον», η οποία φαίνεται να είναι μια φυσιολογική συνέπεια
της απόρριψης της αφηρημένης και αναρχικής αντίληψης της θέλησης για
εξουσία. Ο Jünger αξιώνει «την άρρηκτη σύνδεση της δύναμης – με μια
σταθερή και σαφώς καθορισμένη ενότητα ζωής – με μια αναμφισβήτητη
ύπαρξη. Η έκφραση μιας τέτοιας ύπαρξης, είναι ακριβώς αυτό που
εκδηλώνεται ως δύναμη και χωρίς αυτήν, η μεταφορά εμβλημάτων είναι άνευ
νοήματος». Επομένως, «η διαφορετική φύση του εργάτη, αυτή η
ιδιαίτερη ύπαρξή του που ονομάσαμε μορφή του, είναι πολύ πιο σημαντική
από τις μορφές μιας επιθυμητής δύναμης. Αυτό το ον είναι η δύναμη, με
μια εντελώς διαφορετική έννοια: είναι ένα αρχικό κεφάλαιο που επενδύει
τόσο το κράτος όσο και ο κόσμος και που δημιουργεί τις δικές του έννοιες
και οργανισμούς».
Η εξάλειψη της ατομικιστικής ροπής επιβεβαιώνεται στη συνέχεια από αυτό το απόσπασμα: «Κάθε
στάση που έχει μια αποτελεσματική σχέση με την εξουσία, είναι επίσης
αναγνωρίσιμη από την αντίληψή της για τον άνθρωπο, όχι ως σκοπός, αλλά
ως μέσο, ως φορέας τόσο της εξουσίας όσο και της ελευθερίας. Ο
άνθρωπος αφυπνίζεται στη μεγαλύτερη δύναμή του όταν βρίσκεται σε
υπηρεσία. Το μυστικό της αληθινής γλώσσας της διαταγής, δεν είναι να
υπόσχεσαι, αλλά να απαιτείς. Ο άνθρωπος βρίσκει τη βαθύτερη ευτυχία του
στην αυτοθυσία και η υπέρτατη τέχνη της ηγεσίας, συνίσταται στην
επισήμανση των στόχων εκείνων, που να είναι άξιοι της θυσίας του».
Είναι αρκετά ορατή η σχέση μεταξύ αυτού του σαπισμένου Νιτσεϊσμού και
της κατεύθυνσης που υποδεικνύεται για την πραγματική αντικατάσταση της
αστικής έννοιας της ελευθερίας: Στον κόσμο του εργάτη«το
δικαίωμα στην ελευθερία εκδηλώνεται ως δικαίωμα στην εργασία (η εργασία,
που πρέπει να νοείται πάντα όχι με την τρέχουσα, οικονομική έννοια, ως
μέσο απλής συντήρησης, αλλά με εκείνη τη Γιουγκεριανή έννοια). Τίποτα
δεν είναι πιο προφανές από το γεγονός, ότι σε έναν κόσμο όπου το όνομα
του εργάτη υποδηλώνει μια αξιοπρέπεια, η εργασία γίνεται αισθητή ως μια
βαθιά αναγκαιότητα και η ελευθερία εκδηλώνεται ως το δικαίωμα στην
εργασία. Μόνο όταν στο σημείο που το δικαίωμα στην ελευθερία παρουσιάσει
αυτή τη μορφή, μπορούμε να μιλήσουμε για μια κυριαρχία και μια εποχή
του Εργάτη.»
Έτσι, αν θέλουμε να προχωρήσουμε σε ένα πιο εξαρτημένο κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο,«το
σημαντικό δεν θα είναι να έρθει στην εξουσία μια νέα τάξη, αλλά ότι μια
νέα ανθρωπότητα – στο ίδιο επίπεδο με όλες τις άλλες «μορφές» της
ιστορίας – να γεμίσει σύμφωνα με μια σημασία τον χώρο της εξουσίας.
Για αυτόν τον λόγο, έχουμε αρνηθεί να δούμε τον εργάτη ως τον εκφραστή
μιας νέας κοινωνίας και μιας νέας οικονομίας. Ο Εργάτης είναι ένα τίποτα
ή κάτι περισσότερο από όλα αυτά: είναι ο εκπρόσωπος μιας συγκεκριμένης
μορφής που ενεργεί σύμφωνα με τους δικούς της νόμους, ακολουθεί το δικό
της κάλεσμα, συμμετέχει σε μια ιδιόμορφη ελευθερία…Είτε η ζωή του εργάτη
θα είναι αυτόνομη, μια άμεση έκφραση της ύπαρξής του και επομένως
κυρίαρχη, είτε δεν θα είναι τίποτα άλλο από την προσπάθεια να
εξασφαλιστεί μια θέση στο πεδίο των παλιών δικαιωμάτων και των άνοστων
απολαύσεων μιας εξαντλημένης εποχής.»
Αξίζει να σημειωθεί εδώ, η ενδιαφέρουσα
μεταφορά του σχεδίου που υπόκειται μια τόσο κοινότοπη φόρμουλα της
σύγχρονης κοινωνικής ιδεολογίας, όπως αυτή του δικαιώματος στην εργασία.
Επιπλέον, τα θετικά σημεία που καθιερώνει ο Jünger, είναι τα όρια της
έννοιας της θέλησης για δύναμη, η υπαγωγή της δύναμης στην έννοια του
είναι και της μορφής, η μετάβαση στην αρχή της υπηρεσίας, μέσω της
οποίας ο εργαζόμενος παρουσιάζεται ως ο μόνος πιθανός κληρονόμος της
πρωσικής ηθικής του καθήκοντος, η οποία νοείται ως μια ηθική στην οποία
το στοιχειώδες** τιθασεύεται. Μπορεί να ειπωθεί ότι
στον Eργάτη παραμένει η πρώτη ύλη του νιτσεϊκού υπερανθρώπου, τείνοντας
ωστόσο να μετακινηθεί από το επίπεδο της πληροφορίας, σε εκείνο της
μορφής, πέρα από τη μεγάλη κρίση των αξιών.
*Ο Παναρχισμός (panarchism)
είναι μια πολιτική φιλοσοφία και θεωρία που υποστηρίζει την ελευθερία
των ατόμων να επιλέγουν οποιαδήποτε μορφή διακυβέρνησης επιθυμούν,
ανεξάρτητα από τον γεωγραφικό τους τόπο, χωρίς να αναγκάζονται να
μετακομίσου.
**
Για τον Ernst Jünger, το «στοιχειώδες» (das Elementare) αντιπροσωπεύει
τις αρχέγονες, άγριες και ανεξέλεγκτες δυνάμεις της φύσης και της
ύπαρξης που ξεφεύγουν από τη λογική του νου και των μαθηματικών
υπολογισμών. Είναι η υποκείμενη τελλουρική ενέργεια, που συνδέεται με
τον κίνδυνο, τον πόνο, τον θάνατο και την κοσμική έκσταση, η οποία
λειτουργεί ως η βαθιά κινητήρια δύναμη της ιστορικής εξέλιξης. Βλέπε
περισσότερα στο βιβλίο από τις εκδόσεις Λόγχη: “ο ηρωικός ρεαλισμός του
Ernst Jünger”. Έτσι μπορούμε ακόμη και να μιλήσουμε για «μια πιο γαλήνια
αναρχία, πανομοιότυπη με την πιο αυστηρή τάξη, ένα θέαμα που ήδη
προαναγγέλλεται στις μεγάλες μάχες και τις γιγάντιες πόλεις των οποίων
τις εικόνες βλέπουμε στις αρχές του αιώνα μας. Έχοντας περάσει από τη
σχολή της αναρχίας, της καταστροφής των αρχαίων κληρονομιών, (ο Εργάτης)
πρέπει να πραγματοποιήσει το δικαίωμά του στην ελευθερία σε μια νέα
εποχή, σε έναν νέο χώρο και μέσω μιας νέας αριστοκρατίας».