Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2026

«Αμετανόητος ο Μιχαλολιάκος»

Σιωπούσα επί 7 χρόνια; ΟΧΙ μόνο δεν σιωπούσα, αλλά επειδή πολεμούσα το Σύστημα παρέμενα στην φυλακή

Ν.Γ.Μ.

ΠΡΟΤΑΣΗ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΣ: «Ο Εισαγγελέας εισηγήθηκε στο δικαστικό συμβούλιο την παραμονή στη φυλακή του Νίκου Μιχαλολιάκου, αποδεχόμενος ότι τυπικά μόνο πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου για να αποφυλακιστεί… Η εισαγγελική πρόταση ήταν απόλυτη στην απόρριψη της αίτησης Μιχαλολιάκου, θεωρώντας πως ο κρατούμενος δεν έχει επιδείξει συμπεριφορές που δηλώνουν μεταμέλεια για όσα του αποδίδονται και επίσης δε δηλώνει τίποτε πως έχει υπάρξει ηθική βελτίωση του αιτούντος. Εμφανίζει μάλιστα σωρεία αρθρογραφίας του Μιχαλολιάκου που ενισχύει, όπως αναφέρει ο εισαγγελικός λειτουργός, την άποψη του, καθώς ο έγκλειστος εμφανίζεται αμετανόητος…»

ΠΗΓΗ: xrisiavgi.com

Πετάμε τα ιερότερα των κειμηλίων, τα οστά των ηρώων

Παναγιώτης Λιάκος

Όλη την ώρα, βίρα μάινα, μιλούν στο παρλαμέντο για την Ιστορία και τον πολιτισμό και καμώνονται ότι τους κόφτει για τα κειμήλια της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Ψεύδονται. Επαναλαμβάνουν πως αγωνίζονται για τα Γλυπτά του Παρθενώνα, για τα χειρόγραφα των μοναστηριών της Μακεδονίας που λεηλάτησαν οι Βούλγαροι.

Δημοκοπούν για αρχαία αγγεία, επιγραφές και λάφυρα παλιών πολέμων. Υποκρίνονται. Η αλήθεια είναι άλλη. Πίσω από την προσχηματική αναζήτηση της ύλης, των μαρμάρων και των μουσειακών εκθεμάτων, το επίσημο κράτος (και οι πολίτες που ψηφίζουν τους ανάξιους του ελληνικού έθνους εκπροσώπους) επιδεικνύει εγκληματική, προκλητική αδιαφορία για τη ζώσα σάρκα, το χυμένο αίμα της φυλής, το θεμέλιο της ίδιας της Ιστορίας: ο λόγος γίνεται για τα οστά εκείνων που σκοτώθηκαν για να υπάρχει σήμερα ελεύθερη Ελλάδα.

Τον Ιούλιο του 1913, στα στενά της Κρέσνας, της Τζουμαγιάς και στο αιματοβαμμένο Ύψωμα 1378, κρίθηκε η τελική έκβαση του Β’ Βαλκανικού Πολέμου. Εκεί, το θρυλικό 1ο Σύνταγμα Ευζώνων και τα ανεξάρτητα αποσπάσματα της 1ης Μεραρχίας έδωσαν έναν τιτάνιο αγώνα, αντιμετωπίζοντας τις λυσσαλέες επιθέσεις των Βουλγάρων σε ένα ορεινό τερέν που μετατράπηκε σε φρικτό πεδίο θανάτου. Μπροστάρηδες σε αυτή τη μάχη ήταν δύο επικές μορφές.

Ο ταγματάρχης Ιωάννης Βελισσαρίου (γεννήθηκε το 1861 στο Πλοέστι της Ρουμανίας), ο θρυλικός «μαύρος καβαλάρης», ο στρατιωτικός ηγέτης που με την παλικαριά και το κοφτερό του μυαλό είχε εξαναγκάσει λίγους μήνες νωρίτερα σε παράδοση των Τούρκων στο Μπιζάνι και στα Ιωάννινα. Δίπλα του, ίσος προς ίσο, μαχόταν ο τελευταίος των Κολοκοτρωναίων, ο ταγματάρχης Γεώργιος Κολοκοτρώνης, πρωτότοκος γιος του Πάνου και εγγονός του Γέρου του Μοριά. Με το σπαθί του κατέστη γνήσιος κληρονόμος της τρομερής οικογενειακής παράδοσης.

Η σχέση του Βελισσαρίου με τον αρχιστράτηγο, τότε διάδοχο και μετέπειτα βασιλιά Κωνσταντίνο Α’ ήταν μια μοναδική φιλία, σφυρηλατημένη μέσα στην παραζάλη του πολέμου. Ο Κωνσταντίνος ήξερε καλά πως ο Βελισσαρίου δεν ήταν ο αξιωματικός του γραφείου που περίμενε διαταγές. Γεννήθηκε πολεμιστής. Ορμούσε πρώτος στη φωτιά. Όταν σε μια φάση των επιχειρήσεων ο Βελισσαρίου προέλαυνε με τέτοια ορμή που ξεπέρασε τις εντολές του Στρατηγείου, αλλά η παρακοή των εντολών οδήγησε στην απελευθέρωση των Ιωαννίνων από τους Τούρκους, ο Κωνσταντίνος, βλέποντας μπροστά του αυτόν τον ατρόμητο αξιωματικό, του είπε την ιστορική κουβέντα: «Βελισσαρίου, είσαι άξιος ραπίσματος αλλά και φιλήματος. Εγώ αρκούμαι εις το φίλημα».

H μάχη στο Υψωμα-1378

Κι ύστερα προέκυψε η μάχη στο Υψωμα 1378. Το τριήμερο μακελειό που διήρκεσε από τις 12 έως τις 15 Ιουλίου 1913, κατά τη διάρκεια του Β’ Βαλκανικού Πολέμου. Στις 12 Ιουλίου 1913 έπεσε μαχόμενος ο Γεώργιος Κολοκοτρώνης (γεννήθηκε το 1866). Την επομένη, 13 Ιουλίου, ο Βελισσαρίου τραυματίστηκε θανάσιμα από εχθρικό βλήμα. Τον βρήκε όρθιο το μοιραίο, την ώρα που μαχόταν με το περίστροφο στο χέρι και εμψύχωνε τα παλικάρια του. Θραύσμα βουλγαρικής οβίδας ήταν το βόλι που του τρύπησε τον πνεύμονα και τον έριξε κάτω ημιθανή. Λίγες ώρες αργότερα, πριν παραδώσει το πνεύμα, ρώτησε: «Πώς πάνε τα παιδιά πάνω;»

Ο γιατρός που πάλευε να τον κρατήσει στη ζωή κι είδε ότι δεν μπορούσε να τον σώσει του απάντησε: «Μείνετε ήσυχος. Θα σας εκδικηθούν εκείνοι». Τα τελευταία λόγια του ημίθεου ήρωα ήταν: «Ω, το πιστεύω, θα νικήσετε, θα φτάσετε στη Σόφια. Τι κρίμα να μην είμαι και εγώ κοντά σας, όπως και στα Γιάννενα! Κι όπως είπαμε, παιδιά μου. Στη Σόφια, στην Πόλη». Μαζί με τον Βελισσαρίου και τον Κολοκοτρώνη έπεσαν δεκάδες άλλοι αξιωματικοί και εκατοντάδες εύζωνοι. Την επομένη της θανής του θάφτηκε δίπλα από τον τάφο του Γεωργίου Κολοκοτρώνη.

Ο Ιωάννης Βελισσαρίου σκοτώθηκε, φέροντας τον βαθμό του ταγματάρχη Πεζικού. Μετά τον θάνατό του προήχθη τιμητικά «επ’ ανδραγαθία» στον βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Οταν τα μαντάτα του θανάτου του Βελισσαρίου έφτασαν στο Γενικό Στρατηγείο, ο διάδοχος Κωνσταντίνος λύγισε. Ξέσπασε σε λυγμούς, αδυνατώντας να πιστέψει πως χάθηκε ο ήρωας φίλος του, ο αγαπημένος του υπαρχηγός.

Συντετριμμένος μονολόγησε: «Τοιούτοι ήρωες δεν ζουν πολύ, δεν είναι δυνατόν να ζήσουν πολύ. Αυτός είναι ο ζηλευτός, ο πλέον ζηλευτός θάνατος. Δεν χρειάζονται συλλυπητήρια. Φέρτε μου χαρτί να συγχαρώ τη γυναίκα του». «Χαιρετίζω τον Ήρωα των Ηρώων. Κωνσταντίνος. Βασιλεύς των Ελλήνων». Επιπλέον, ο Κωνσταντίνος διέταξε να δοθεί το όνομα του Βελισσαρίου στο 1ο Σύνταγμα Ευζώνων.

Τα σώματα του Βελισσαρίου, του Κολοκοτρώνη άλλων νεκρών της μάχης, τελικά, μεταφέρθηκαν και θάφτηκαν όπως όπως στο προαύλιο της εκκλησίας και του ελληνικού σχολείου στο χωριό Γκράντεβο, κοντά στο Σιμιτλή, στη συνοικία Ονγιάρ μαχαλά. Η ανακωχή που ακολούθησε και η Συνθήκη του Βουκουρεστίου άφησαν την περιοχή αυτή εντός της βουλγαρικής επικράτειας. Και εκεί, ακριβώς, ξεκινάει το μεγάλο μας εθνικό κρίμα, το άγος της συλλογικής αδιαφορίας.

Εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα οι άνθρωποι που χάρισαν στην Ελλάδα την Ήπειρο και τη Μακεδονία παραμένουν θαμμένοι σε ξένο έδαφος. Το ελληνικό κράτος, βυθισμένο στο έλος της διαφθοράς, της ξενοκρατίας, στις μικροπολιτικές, στους καβγάδες και στην κάψα των εθνοπατριών και των εθνομητριών για εφήμερη επικαιρότητα, δεν βρήκε ποτέ το τσαγανό, τη διπλωματική επιμονή και το φιλότιμο να απαιτήσει την εκταφή, την ταυτοποίηση και τον επαναπατρισμό των λειψάνων του Βελισσαρίου, του Κολοκοτρώνη και των εκατοντάδων ευζώνων της Κρέσνας.

Στρατιωτικό νεκροταφείο

Στο πέρασμα των χρόνων το αυτοσχέδιο στρατιωτικό νεκροταφείο στο Γκράντεβο εγκαταλείφθηκε στη μοίρα του. Οι σταυροί ρημάχτηκαν, τα σήματα ισοπεδώθηκαν και οι τάφοι των παλικαριών μας χάθηκαν κάτω από τα αγριόχορτα της βουλγαρικής υπαίθρου. Πρόκειται για μια ντροπιαστική κατάσταση που ξεσκεπάζει την υποκρισία της πολιτείας.

Την ώρα που εξαντλούμε την εθνική μας περηφάνια σε πανηγυρικούς λόγους, στεφάνια, παρελάσεις και φτηνές πλακέτες, αρνούμαστε να κάνουμε το πιο απλό, το πιο ιερό χρέος που οφείλει κάθε σοβαρό έθνος στους νεκρούς του: να φέρει τα οστά των προμάχων του πίσω, να αναπαυθούν στο χώμα της πατρίδας για την οποία έχυσαν το αίμα τους.

Τα οστά των ηρώων είναι τα ιερότερα των κειμηλίων. Είναι τα θεμέλια πάνω στα οποία πατούν η ελευθερία, ο πολιτισμός, η αξιοπρέπεια και η ιστορία αυτού του τόπου. Η εγκατάλειψή τους στη Βουλγαρία συνιστά διαρκή προσβολή προς την ιστορική μνήμη και ντροπή για όλους μας και, φυσικά, ύβρις, που ήδη πληρώνουμε ακριβά. Η θεϊκή οργή πάντα στρέφεται εναντίον όσων αγνοούν για την πρέπουσα ταφή στους νεκρούς τους.

Όσο ο Βελισσαρίου, ο Κολοκοτρώνης και οι ανώνυμοι εύζωνοι της Κρέσνας παραμένουν ξεχασμένοι σε βουλγαρικό έδαφος, τα μεγάλα λόγια περί «εθνικής μνήμης» είναι αέρας κοπανιστός. Η εθνική μας αξιοπρέπεια δεν κρίνεται μόνο στα μουσεία με την επιστροφή γλυπτών και χειρογράφων, αλλά στο πεδίο της τιμής: με τον άμεσο, επίσημο επαναπατρισμό των οστών των ηρώων μας, την απότιση φόρου τιμής στη μνήμη τους και την εναπόθεσή τους εκεί που τους πρέπει, στην αγκαλιά της ελληνικής γης.

ΠΗΓΗ: www.dimokratia.gr

Από τους κομισάριους μπολσεβίκους στους πλουτοκράτες της Παγκοσμιοποίησης

Πριν κάποιες δεκαετίες αυτοί που φώναζαν το σύνθημα «κάτω οι πατρίδες» ήταν οι μπολσεβίκοι κομισάριοι, που είχαν μεταμφιεσθεί σε… σοσιαλιστές επαναστάτες. Σήμερα αυτοί που φωνάζουν το ίδιο σύνθημα, είναι οι μεγαλοχρηματιστές του διεθνούς κεφαλαίου,  που πασχίζουν να φέρουν σε ολόκληρη την οικουμένη την περίφημη παγκοσμιοποίηση.

Στο «Βήμα» είχε γραφτεί:

«1. Η παγκοσμιοποίηση είναι η κυρίαρχη ιδεολογία του τέλους του 20ου αιώνα. Κάτι σαν αυτό που ήταν ο κομμουνισμός παλιότερα. Συγκριτικά, οι οπαδοί της δεν είναι τόσο φανατικοί. Ως ιδεολογία όμως είναι πολύ πιο εφηρμοσμένη.

2. Οι αναγκαίοι όροι για την ύπαρξη της είναι τουλάχιστον τρεις: Το πέρασμα από τις βιομηχανικές κοινωνίες σε αυτές της υψηλής τεχνολογίας. Ο πρωταγωνιστικός ρόλος του διεθνούς χρηματιστηριακού κεφαλαίου. Η εξάπλωση της μαζικής ποπ κουλτούρας σε Δύση και Ανατολή».

Ας μην κρυβόμαστε λοιπόν πίσω από το δάκτυλο μας και αγνοούμε αυτήν την πασιφανέστατη αλήθεια, που προκύπτει από αυτήν την ίδια τη ζωή: Η παγκοσμιοποίηση είναι ο θάνατος Έθνους και Πίστης και η πρώτη γραμμή του εχθρού δεν είναι άλλη από το διεθνές κεφάλαιο.

Ο Λυκούργος είχε κατ’ ουσίαν καταργήσει το χρήμα στην Σπάρτη. Το μαντείο των Δελφών είχε προφητεύσει ότι η ΦΙΛΟΧΡΗΜΑΤΙΑ θα καταστρέψει την Πολιτεία. Ένας σύγχρονος Εθνικιστής διανοούμενος είχε εκφράσει αυτήν την αλήθεια ως εξής:

«Ένα έθνος παύει να έχει ψυχή, όταν δεν θέτει πάνω από το χρήμα, από ένστικτο και χωρίς καμμία αμφισβήτηση, ένα σύνολο ιδανικών που τα θεωρεί τα θεμέλια της ύπαρξης του. Ένα έθνος που βάζει πάνω απ’ όλα το χρήμα, παύει να είναι έθνος και γίνεται το όργανο εκείνου του ξένου που κατέχει το χρήμα και στα χέρια του οποίου έχει εγκαταλείψει τη ζωή και το πεπρωμένο του».

ΜΩΡΙΣ ΜΠΑΡΝΤΕΣ

Ουδέποτε στην ιστορία της ανθρωπότητας η φτώχεια, η ανέχεια, η στέρηση δεν οδήγησε έναν λαό σε αφανισμό. Το αντίθετο ακριβώς έχει συμβεί! Ο πλούτος, η λατρεία του χρήματος σαν υπέρτατης αξίας είναι αυτή που καταστρέφει τα έθνη και οδηγεί λαούς με λαμπρή ιστορία αιώνων στο απόλυτο μηδέν. Ό,τι συμβαίνει τον τελευταίο καιρό στην πατρίδα μας είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού ακριβώς που ισχυρίζομαι. Οι πένητες της εποχής των Βαλκανικών Πολέμων, της εποχής της εθνεγερσίας, της περιόδου 1940-41 είχαν ιδανικά και εγνώριζαν να δίνονται ολόψυχα στην υπόθεση της Πατρίδος και του πολιτισμού. Σήμερα οι συμπατριώτες μας οδηγούνται σε έναν τελείως διαφορετικό δρόμο.

ΠΗΓΗ: xrisiavgi.com

Jean-Paul Belmondo, ο μεγαλοπρεπής

Με αφορμή κάποιων αφιερωμάτων για τον μεγάλο αυτό Γάλλο ηθοποιό στη Γαλλία αυτήν την περίοδο, βρίσκω και εγώ την ευκαιρία να σας παραθέσω σε μετάφραση μου το παρακάτω άρθρο, του Nicolas Gauthier ( Γάλλος ακτιβιστής και συγγραφέας. Τη δεκαετία του 2000, ήταν ένας από τους συγγραφείς των λόγων του Jean Marie Lepen). Το άρθρο αυτό μας μεταφέρει σε όμορφες εποχές όπου η Ευρώπη παρήγαγε ακόμη τέχνη και κουλτούρα…Καλή σας ανάγνωση:

Ο Jean-Paul Belmondo δεν είναι ένας ηθοποιός σαν τους άλλους. Και μάλιστα τόσο πολύ, που αφήνει ένα ανεξίτηλο σημάδι, όχι μόνο στον κινηματογράφο αλλά και στη όλη τη γαλλική κοινωνία. Όπως ο Jean Gabin, είναι και αυτός μια ενωτική φιγούρα: όλοι, ή σχεδόν όλοι, αναγνωρίζουν τον εαυτό τους σε αυτόν. Σε αντίθεση με τον Alain Delon, η ομορφιά του δεν έχει τίποτα το υπερφυσικό, κάτι που τον φέρνει πιο κοντά στους απλούς ανθρώπους. Ο ένας είναι απρόσιτος, τον άλλον φαντάζεται κάποιος ότι τον συναντά σε ένα μπαρ. Ο παραλληλισμός μεταξύ των δύο γιγάντων δεν είναι ασύμβατος, θυμίζοντας μια άλλη δυαδικότητα, αυτή του Roger Moore και του Tony Curtis στη σειρά “The Persuaders”: ο κακοποιός και ο αριστοκράτης. Εκτός του ότι σε αυτή την περίπτωση, ο Delon και ο Belmondo έχουν αντικατοπτρισμένους ρόλους. Ο πρώτος είναι απαράμιλλος ως ο γιος της υψηλής κοινωνίας, παρά το γεγονός ότι είναι παιδί του δρόμου. Ο δεύτερος είναι ιδανικός για συνηθισμένους χαρακτήρες, παρά το γεγονός ότι προέρχεται από μια αστική οικογένεια: ο πατέρας του, Paul Belmondo1, είναι διάσημος γλύπτης, συνάδελφος του César, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τα αγαλματίδια που τιμούν ετησίως τα βραβεία του γαλλικού κινηματογράφου. Η μαγεία της έβδομης τέχνης και οι απατηλές εμφανίσεις της…

Αυτό προφανώς δεν εμπόδισε τον μελλοντικό αστέρα να ζήσει μια ζωή γεμάτη με απερισκεψία, με αποτέλεσμα την επαίσχυντη αποβολή του από τα αναγνωρισμένα ιδρύματα, όπως το παριζιάνικο Lycée Louis-le-Grand, το Lycée Montaigne και την École Alsacienne. Στη συνέχεια φοίτησε σε δραματική σχολή. Εδώ έχει μια παρέα πιστών φίλων: τους Jean Rochefort, Bruno Cremer, Pierre Vernier, Jean-Pierre Marielle, Michel Beaune και το μόνο κορίτσι στην παρέα, την όμορφη Françoise Fabian. Ο Belmondo, πρέπει να μπέρδεψε το σεβάσμιο αυτό ίδρυμα, με μια σχολή τσίρκου. Πράγματι, εξακολουθεί να παίζει τον κλόουν. Και πάντα με τα χέρια στις τσέπες, στο τέλος της χρονιάς, ανεβάζει το έργο του Georges Feydeau “Ο Καθηγητής και το Πιάνο”. Ο Marcel Achard, πρόεδρος της κριτικής επιτροπής, τον κάνει να πληρώσει ακριβά για αυτή την αδιαφορία του: του δίνει απρόθυμα έναν μεσαίο βαθμό ως «ικανοποιητικός». Δεν τον νοιάζει όμως: οι φίλοι του τον κουβαλούν θριαμβευτικά και κάνει μια όμορφη χειρονομία ανυπακοής προς τους κριτές. Σε εκείνη την περίπτωση, ο Henri Rollan, ένας από τους καθηγητές, του ψιθυρίζει: «Ο καθηγητής μέσα μου δεν σε εγκρίνει, αλλά ο άντρας μου λέει, «Μπράβο!»». Τότε οι επαναστάτες όχι μόνο ήξεραν πώς να παραμένουν χαρούμενοι, αλλά είχαν και κλάση και στυλ.

Σίγουρα, ο Belmondo δεν έχει τη σωματική διάπλαση ενός νεαρού πρωταγωνιστή, αλλά έχει ένα ξεχωριστό πρόσωπο, ήδη κάπως ταλαιπωρημένο από την εντατική προπόνηση της πυγμαχίας. Μάλιστα, ένας πρώην δάσκαλος τον διαβεβαίωσε, ότι με αυτό το πρόσωπο, τα όμορφα κορίτσια θα τον ήθελαν. Χρόνια αργότερα, στα Ηλύσια Πεδία, κρατώντας την Ursula Andress από το χέρι, ο Belmondo έπεσε πάνω σε αυτόν τον καθηγητή και του απευθύνθηκε με το πιο όμορφο χαμόγελο: «Σου μοιάζει αυτή με χιμπατζή;» Ο καθηγητής απομακρύνθηκε κοιτάζοντας τις μύτες των παπουτσιών του. Αλλά ο άνθρωπος που όλος ο κύκλος του θεωρεί τρελό, μπορεί τελικά να μην είναι και τόσο τρελός.

Ξεκίνησε την καριέρα του στη σκηνή, εμφανιζόμενος σε περίπου τριάντα θεατρικά έργα από το 1950 έως το 1959, συχνά σε δευτερεύοντες ρόλους. Ταυτόχρονα, δοκίμασε τις δυνάμεις του στη μεγάλη οθόνη. Μία από τις πρώτες αξιοσημείωτες εμφανίσεις του ήταν στην ταινία του Marcel Carné “Οι ζαβολιάρηδες” (1958), ένα ανελέητο πορτρέτο των λεγόμενων «μαύρων μπουφάν» της εποχής, των τεντυμποιδων. Στη συνέχεια ήρθε η έκρηξη της ταινίας του Jean-Luc Godard, “Με κομμένη την ανάσα” (1960). Πράγματι, πριν γίνει σταρ ο Belmondo, ήταν πρωταγωνιστής της Nouvelle Vague2. Το πρώτο μέρος της μακράς καριέρας του, επομένως, έλαβε χώρα υπό την αιγίδα ενός «διανοούμενου» κινηματογράφου. Αυτό δεν τον εμπόδισε, στην ταινία “Cartouche” (1962) του Philippe de Broca , δίπλα στην Claudia Cardinale, να ενσαρκώσει έναν πιο ζωντανό χαρακτήρα. Με λίγα λόγια, ο Belmondo ένας ηθοποιός μιας εξειδικευμένης φύσης.

Μόλις στις αρχές της δεκαετίας του 1970 εμφανίστηκε μια άλλη μορφή ήρωα για τον Belmondo. Αυτή η δεκαετία ήταν ευοίωνη για αυτόν. Οι δημόσιες επιτυχίες αφθονούσαν, παρόλο που μερικές φορές μοιάζουν μεταξύ τους, όπως από το “Τρόμος πάνω απ’ την πόλη” (1975) του Henri Verneuil, με τους Lea Massari και Adalberto Maria Merli, μέχρι το “Το Μπάτσος ή αλήτης” (1979) του Georges Lautner, με τους Venantino Venatini και Tony Kendall. Με εξαίρεση όμως την ταινία “Το πτώμα του εχθρού μου”, επίσης του Verneuil (1976), βασισμένο στο μυθιστόρημα του Félicien Marceau, όπου είχε έναν από τους πρώτους δραματικούς του ρόλους μετά από πολύ καιρό. Και μάλιστα καθόλου αυτάρεσκος, όπως του έχει συμβεί κατά καιρούς. Αλλά τι σημασία έχει, αφού ο Belmondo ενώνει πλέον τους Γάλλους σαν ένα εθνικό μνημείο. Παραδόξως η επόμενη δεκαετία, ενώ τον έφερε στο απόγειό του, τον οδήγησε και στην παρακμή του. Θα χρειαστεί όλο το ταλέντο του Claude Lelouch για να τον επαναφέρει στην κορυφή. Στο “Itinéraire d’un enfant gâté” (1988), βρίσκει τον Belmondo κρυμμένο πίσω από τον χαρακτήρα του Bebel. Αυτό επιβεβαιώνεται ακόμη περισσότερο, επτά χρόνια αργότερα, με τους “Άθλιους”, μια από τις καλύτερες διασκευές του αριστουργήματος του Βίκτωρος Ουγκώ, αν και διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής 1940-1944. Είναι η τελευταία του μεγάλη επιτυχία.

Στη συνέχεια, αν και η δημοτικότητά του παρέμεινε άθικτη, ο Belmondo δεν έπαιξε πλέον πολύ και αγωνίστηκε να ανακτήσει την εύνοια του κοινού. Το 1998, ο Patrice Leconte προσπάθησε να αναβιώσει το δίδυμο με τον Alain Delon, ο οποίος είχε κάνει την επιτυχία της ταινίας “Borsalino” (1970) του Jacques Deray, με την ταινια “Une chance sur deux”. Αλλά η ποιότητα του και το σθένος δεν υπάρχει πια εκεί, δεν έπαιξε με την καρδιά και η ταινία ήταν σχεδόν αποτυχημένη, σαν οι δύο συνάδελφοι να ήταν απλά συνταξιούχοι. Ωστόσο, χρόνια μετά, ο θάνατος του Belmondo έγινε ένα πρωτοσέλιδο σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Μια τελετή προς τιμή του πραγματοποιήθηκε στο “Μέγαρο των Απομάχων” στις 9 Σεπτεμβρίου 2021. Η στρατιωτική ορχήστρα έπαιξε τη «Μασσαλιώτισα» του Ennio Morricone και το «Chi mai», την εμβληματική μελωδία από το έργο «Joss the Professional» (1981) του Georges Lautner, σε παραγωγή του René Chateau. Τουλάχιστον σε αυτή την περίπτωση, ο Emmanuel Macron βρίσκει τις κατάλληλες λέξεις: «Θα παραμείνει για πάντα ο Μεγαλοπρεπής. Ο Jean-Paul Belmondo ήταν ένας εθνικός θησαυρός, γεμάτος πνεύμα και γέλιο, με δυνατή φωνή και ευκίνητο σώμα, ένας υπέροχος ήρωας και μια οικεία φιγούρα, ένας ακούραστος τολμηρός και ένας δεξιοτέχνης των λέξεων. Όλοι αναγνωρίζαμε τον εαυτό μας σε αυτόν». Δηλαδή, όταν οι Γάλλοι αγαπούσαν ακόμα λίγο ο ένας τον άλλον, πριν από την προεδρία του Macron, κατά μία έννοια.

1.( ΣτΜ).Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν μέλος του Groupe Collaboration, το οποίο υποστήριζε τη συνεργασία με τις ναζιστικές αρχές. Διετέλεσε αντιπρόεδρος του τμήματος τεχνών (1941–1945). Το 1941 συμμετείχε σε μια «εκπαιδευτική περιοδεία» που οργάνωσε ο Γκέμπελς στη Γερμανία, στην οποία Γάλλοι ζωγράφοι και γλύπτες επισκέφθηκαν γερμανικούς πολιτιστικούς χώρους και εργαστήρια τέχνης. Ωστόσο, ο Μπελμοντό δεν «ανησυχούσε» μετά την Απελευθέρωση, καθώς πολλοί άλλοι γνωστοί καλλιτέχνες είχαν επίσης συμμετάσχει.

2. (ΣτΜ,) Είδος του Γαλλικού κινηματογράφου. Εναντιώθηκε στην εμπορευματοποίηση του κλασικού κινηματογράφου και ανέδειξε τη «θεωρία των δημιουργών» (auteur), όπου ο σκηνοθέτης έχει τον απόλυτο έλεγχο.

ΠΗΓΗ

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026

Δεν είμαστε και δεν θα γίνουμε ποτέ το ίδιο

  

Είναι γεγονός ότι υπάρχει σύγχυση άλλοτε σκόπιμα, τις περισσότερες φορές, και άλλοτε λόγω ελλιπούς πληροφορήσεως. Έτσι πάρα πολλοί, η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών, πίστεψε το 2023 ότι το κόμμα των "Σπαρτιατών" είναι «η συνέχεια της Χρυσής Αυγής». Μία συμμορία έκλεψε ακόμη και καταλόγους τηλεφώνων του κόμματος και έδιδαν το μήνυμα ότι η Χρυσή Αυγή ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ και στη θέση της είναι άλλο κόμμα. Με πρωτοπόρο έναν πρώην βουλευτή μας, που ακόμη και σήμερα ισχυρίζεται ψευδώς και παραληρηματικά ότι αυτός ήταν τα πάντα, ότι για αυτόν γίνανε οι διώξεις, ότι μόνο αυτός πήγε φυλακή και όχι πενήντα σχεδόν άτομα. Γνωρίζει μόνο το ΕΓΩ και ποτέ δεν λέει εμείς… Σε αυτή την προσπάθεια του Συστήματος να σβήσει την Χρυσή Αυγή, εκτός από αυτόν και τους ακολούθους του, συμβάλλουν αποφασιστικά τα ΜΜΕ, τα οποία αναπαράγουν και προβάλλουν το αφήγημά τους.

Παρουσιάζονται ξεδιάντροπα ως συνέχεια του υπέροχου Αγώνα της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ, αλλά για να τα έχουν καλά με το κατεστημένο προβαίνουν σε δηλώσεις αποκηρύξεως των Ιδεών και των θέσεων της Χρυσής Αυγής. Σοφή η επιλογή τους, αφού δεν μπορείς να είσαι με την Χρυσή Αυγή και ταυτόχρονα υπέρ της λεγόμενης “ελεύθερης” οικονομίας, του Αμερικανικού ιμπεριαλισμού και μίας συμμαχίας με το Ισραήλ. Όπως και εάν έχουν τα πράγματα από όλη αυτήν την ιστορία προκύπτουν και θετικά. Ξεχωρίζει η ήρα από το στάρι,  οι Πιστοί από τους άπιστους, οι Ιδεολόγοι από τους καιροσκόπους … Ο των πάντων δικαστής χρόνος θα δείξει τα πάντα.

ΠΗΓΗ: xrisiavgi,com