Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2026

Καρλ Σμιτ: Η Κρίση της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας

«Η Κρίση της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας» («Die geistesgeschichtliche Lage des heutigen Parlamentarismus», 1923) είναι το κλασικό επιδραστικό πολιτικό και φιλοσοφικό έργο του Γερμανού Εθνικοσοσιαλιστή νομικού και πολιτικού επιστήμονα Καρλ Σμιτ (Carl Schmitt, 1888-1985) [1], ενός από τους σπουδαιότερους  πολιτειολόγους του 20ου αιώνα. Το βιβλίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Ζήτρος (2026) σε μετάφραση και σχόλια του Διονύση Ασημιάδη και έρχεται να προστεθεί στα άλλα σημαντικά έργα του Σμιτ που έχουν εκδοθεί στη χώρα μας [2].

Αν και έχει περάσει ένας περίπου αιώνας από τότε που πρωτοκυκλοφόρησε, το έργο του μεγάλου Γερμανού στοχαστή - ένα από τα σημαντικότερα έργα της πολιτικής θεωρίας του 20ού αιώνα - παραμένει πάντα επίκαιρο.

Το έργο γράφτηκε μέσα στο εύθραυστο πολιτικό τοπίο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης στη Γερμανία, προμηνύοντας τα δομικά αδιέξοδα που οδήγησαν στην κατάρρευση του κοινοβουλευτικού συστήματος. Ο Σμιτ υποστηρίζει ότι ο κοινοβουλευτισμός βρίσκεται σε βαθιά κρίση επειδή οι πολιτικές έννοιες έχουν χάσει το αρχικό τους περιεχόμενο, και οι θεσμοί λειτουργούν ως κενά σχήματα, χωρίς να υπηρετούν τις ιδέες που τους γέννησαν.

Ο Σμιτ δεν περιορίζεται στην κριτική της λειτουργίας του κοινοβουλευτικού συστήματος. Αμφισβητεί τις ίδιες τις θεωρητικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίζεται ο κοινοβουλευτισμός, ιδιαίτερα την πεποίθηση ότι η δημόσια συζήτηση, η αντιπαράθεση επιχειρημάτων και η κοινοβουλευτική διαβούλευση μπορούν να οδηγήσουν σε ορθολογικές πολιτικές αποφάσεις. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι πραγματικές αποφάσεις λαμβάνονται παρασκηνιακά από κομματικούς και οικονομικούς μηχανισμούς.

Ο Σμιτ διαχωρίζει τη δημοκρατία (ως έκφραση της πολιτικής βούλησης του λαού) από τον κοινοβουλευτισμό (ως σύστημα αντιπροσώπευσης), καθώς. υποστηρίζει ότι η δημοκρατία μπορεί να υπάρξει και χωρίς τα παραδοσιακά κοινοβουλευτικά μέσα. Για τον Σμιτ, οι δύο έννοιες δεν ταυτίζονται. Η δημοκρατία αφορά την ταυτότητα ανάμεσα στη βούληση του λαού και στη βούληση εκείνων που κυβερνούν. Ο κοινοβουλευτισμός, αντίθετα, αποτελεί έναν συγκεκριμένο τρόπο οργάνωσης της πολιτικής εξουσίας, που βασίζεται κυρίως στην αντιπροσώπευση, τη συζήτηση και τη διαπραγμάτευση.

Ο κοινοβουλευτισμός δικαιολογείται, κατά την κλασική φιλελεύθερη αντίληψη, επειδή οι εκπρόσωποι συζητούν δημόσια, ανταλλάσσουν επιχειρήματα και μπορούν να αναθεωρήσουν τις θέσεις τους.

Στην πραγματικότητα, όμως, οι κοινοβουλευτικές αποφάσεις μπορεί να προκύπτουν από κομματικές συναλλαγές, διαπραγματεύσεις συμφερόντων και υπόγειες συμφωνίες, αντί από μια ειλικρινή αναζήτηση της αλήθειας μέσω του διαλόγου.

Αν οι πολίτες και οι πολιτικοί δεν πιστεύουν πλέον ότι η δημόσια συζήτηση και η αντιπαράθεση επιχειρημάτων έχουν ουσιαστική αξία, τότε, κατά τον Σμιτ, το κοινοβουλευτικό σύστημα χάνει την αρχή που δικαιολογεί την ύπαρξή του.

Ως εκ τούτου, σύμφωνα με  τον Σμιτ, ο κοινοβουλευτισμός δεν μπορεί να διατηρήσει τη νομιμοποίησή του όταν η δημόσια συζήτηση παύει να αποτελεί πραγματική αρχή της πολιτικής ζωής και μετατρέπεται σε ανταγωνισμό κομματικών συμφερόντων.

[1] Περισσότερα για τη ζωή και το έργο του Καρλ Σμιτ βλ. METAPEDIA καθώς και στο βιβλίο του Ν. Γ. Μιχαλολιάκου «Εγκληματίας Σκέψης – “Better dead than dying” C. Schmitt, 1948» (2021).

[2] Έργα του Καρλ Σμιτ που κυκλοφορούν στα ελληνικά: «Η έννοια του Πολιτικού» (Κριτική), «Πολιτική Θεολογία» (Εκδόσεις Λεβιάθαν), «Η Κρίση της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας» (Ζήτρος), «Πολιτικός Ρομαντισμός» (Ζήτρος), «Ο Λεβιάθαν στην πολιτειολογία του Τόμας Χομπς» (Σαββάλας), «Η Θεωρία του Αντάρτη» (Εκδόσεις Πλέθρον), «Στεριά και Θάλασσα. Μια κοσμοϊστορική θεώρηση» (Σμίλη), «Ο Καρλ Σμιτ στο δικαστήριο της Νυρεμβέργης» (Εκδόσεις Συγχρονικότητα), «Σχετικά με τα τρία είδη της νομικής σκέψης» (Παπαζήσης). «Ποιος είναι ο Φύλακας του Συντάγματος» (Παπαζήσης), «Άμλετ ή Εκάβη» (Εκδόσεις Κουκκίδα).

Π.Χ.Γ.

Βουδαπέστη 1956: Η εξέγερση που αψήφησε τη Μόσχα και πνίγηκε στα τανκς

Η φοιτητική διαδήλωση της 23ης Οκτωβρίου έγινε επανάσταση και η ελπίδα για ελευθερία αιματηρή σύγκρουση

Στις 23 Οκτωβρίου 1956, οι δρόμοι της Βουδαπέστης γέμισαν από φοιτητές που ζητούσαν πολιτικές ελευθερίες και αλλαγή πορείας για την Ουγγαρία. Μέσα σε λίγες ώρες, η διαδήλωση μετατράπηκε σε μαζική εξέγερση κατά του κομμουνιστικού καθεστώτος και της σοβιετικής κυριαρχίας.

Εργάτες, διανοούμενοι και απλοί πολίτες ενώθηκαν σε ένα κίνημα με διαφορετικές αφετηρίες, αλλά κοινό αίτημα να αποφασίζει η χώρα για το μέλλον της. Δεκατρείς ημέρες αργότερα, μια μεγάλης κλίμακας σοβιετική στρατιωτική επιχείρηση θα έδινε βίαιο τέλος στις προσδοκίες τους.

Η ουγγρική επανάσταση υπήρξε μία από τις σοβαρότερες κρίσεις στο ανατολικό μπλοκ κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Αποκάλυψε το βάθος της κοινωνικής δυσαρέσκειας στα κράτη που βρίσκονταν υπό την επιρροή της Μόσχας και έδειξε τα όρια της αποσταλινοποίησης.

Παράλληλα, ανέδειξε την απόσταση ανάμεσα στις δυτικές διακηρύξεις υπέρ της ελευθερίας και στην προθυμία ανάληψης στρατιωτικής δράσης απέναντι στη Σοβιετική Ένωση. Για τους Ούγγρους, εξελίχθηκε σε μια τραγωδία με χιλιάδες νεκρούς, διώξεις και μαζική φυγή στο εξωτερικό.

Η δυσαρέσκεια πίσω από τη φαινομενική σταθερότητα

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ουγγαρία εντάχθηκε σταδιακά στη σοβιετική σφαίρα επιρροής. Υπό τον Ματίας Ράκοσι, εγκαθιδρύθηκε ένα αυταρχικό καθεστώς που στηριζόταν στον μονοκομματισμό, στην πολιτική αστυνομία και στην καταστολή της αντιπολίτευσης.

Συλλήψεις, δίκες πολιτικών αντιπάλων και περιορισμοί στην καθημερινή ζωή συνόδευσαν την εφαρμογή του σταλινικού προτύπου. Η οικονομική πολιτική, με έμφαση στη βαριά βιομηχανία και στην κολεκτιβοποίηση, επιβάρυνε επιπλέον σημαντικά τμήματα του πληθυσμού.

Ο θάνατος του Στάλιν το 1953 δημιούργησε προσδοκίες χαλάρωσης. Ο Ίμρε Νάγκι, που ανέλαβε τότε την πρωθυπουργία, επιχείρησε να περιορίσει ορισμένες από τις κατασταλτικές πρακτικές και να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσης.

Η απομάκρυνσή του το 1955 δεν εξαφάνισε την απήχηση των μεταρρυθμιστικών ιδεών. Αντίθετα, η επιστροφή στην αυστηρότερη γραμμή ενίσχυσε την απογοήτευση όσων περίμεναν ουσιαστικές αλλαγές.

Το 1956, η καταγγελία των εγκλημάτων του Στάλιν από τον Νικίτα Χρουστσόφ ενίσχυσε τις συζητήσεις για το μέλλον των κομμουνιστικών καθεστώτων. Στην Ουγγαρία, οι αντιπαραθέσεις στους κύκλους των διανοουμένων και των φοιτητών έγιναν εντονότερες.

Οι εξελίξεις στην Πολωνία, όπου η πολιτική κρίση του Οκτωβρίου οδήγησε σε ανακατατάξεις στην ηγεσία, πρόσφεραν ένα επιπλέον παράδειγμα διεκδίκησης μεγαλύτερης αυτονομίας. Μέσα σε αυτό το κλίμα οργανώθηκε η διαδήλωση της 23ης Οκτωβρίου.

Η ημέρα που η διαδήλωση έγινε επανάσταση

Οι φοιτητές διατύπωσαν αιτήματα που περιλάμβαναν την αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων, την επιστροφή του Νάγκι στην κυβέρνηση, ελεύθερες εκλογές και ελευθερία του Τύπου.

Η κινητοποίηση ξεκίνησε ως εκδήλωση αλληλεγγύης προς την Πολωνία, αλλά γρήγορα απέκτησε καθαρά ουγγρικό πολιτικό περιεχόμενο. Το πλήθος αυξανόταν διαρκώς και κατευθύνθηκε προς το Κοινοβούλιο. Η παρουσία εργαζομένων και οικογενειών έδειχνε ότι η διαμαρτυρία είχε ξεπεράσει τα όρια των πανεπιστημίων.

Ένα από τα ισχυρότερα σύμβολα εκείνης της ημέρας ήταν η ανατροπή του μεγάλου αγάλματος του Στάλιν.

Οι διαδηλωτές γκρέμισαν το μνημείο, αφήνοντας τις μπότες του πάνω στο βάθρο. Σε άλλα σημεία της πόλης, πολίτες αφαιρούσαν το κομμουνιστικό έμβλημα από την ουγγρική σημαία.

Η σημαία με την τρύπα στο κέντρο έγινε έκτοτε αναγνωρίσιμο σύμβολο της επανάστασης και της απαίτησης για εθνική ανεξαρτησία.

Η κατάσταση κλιμακώθηκε γύρω από το κτίριο της κρατικής ραδιοφωνίας, όπου διαδηλωτές ζητούσαν να μεταδοθούν τα αιτήματά τους. Οι πυροβολισμοί και οι συγκρούσεις με τις δυνάμεις ασφαλείας μετέτρεψαν την πολιτική κινητοποίηση σε ένοπλη αναμέτρηση.

Όπλα πέρασαν στα χέρια εξεγερμένων, ενώ τμήματα των ουγγρικών ενόπλων δυνάμεων συντάχθηκαν μαζί τους ή δεν επιχείρησαν να τους σταματήσουν. Τη νύχτα, σοβιετικά στρατεύματα άρχισαν να εισέρχονται στη Βουδαπέστη.

Οι ημέρες της αντίστασης και της ελπίδας

Οι επόμενες ημέρες σημαδεύτηκαν από οδομαχίες, θύματα και διαρκείς πολιτικές ανατροπές. Μικρές ομάδες εξεγερμένων αντιστάθηκαν στα τεθωρακισμένα, αξιοποιώντας τη γνώση των δρόμων και πρόχειρα μέσα.

Παράλληλα, η εξέγερση εξαπλώθηκε έξω από την πρωτεύουσα, ενώ σχηματίστηκαν επαναστατικές επιτροπές και εργατικά συμβούλια. Δεν υπήρχε ενιαία ιδεολογική κατεύθυνση: άλλοι ζητούσαν έναν δημοκρατικό σοσιαλισμό και άλλοι συνολική απομάκρυνση από το κομμουνιστικό σύστημα.

Ο Νάγκι επέστρεψε στην πρωθυπουργία και αρχικά προσπάθησε να διαχειριστεί την κρίση μέσα στα όρια του υπάρχοντος καθεστώτος. Σταδιακά, όμως, υιοθέτησε σημαντικό μέρος των αιτημάτων της επανάστασης.

Στις 28 Οκτωβρίου ανακοίνωσε κατάπαυση του πυρός και αναγνώρισε τον χαρακτήρα του κινήματος ως εθνικής δημοκρατικής εξέγερσης. Ακολούθησαν εξαγγελίες για διάλυση της πολιτικής αστυνομίας και επαναφορά του πολυκομματισμού, δημιουργώντας την εντύπωση ότι είχε επιτευχθεί μια αποφασιστική νίκη.

Η προσωρινή αποκλιμάκωση δεν σήμαινε ότι είχε αποκατασταθεί η ομαλότητα. Η κρατική εξουσία είχε αποδιοργανωθεί και σε ορισμένες περιπτώσεις σημειώθηκαν πράξεις αντεκδίκησης και λιντσαρίσματα στελεχών του καθεστώτος.

Την ίδια στιγμή, η σοβιετική ηγεσία επανεξέταζε τη στάση της απέναντι στις εξελίξεις. Η πιθανότητα απώλειας του ελέγχου μιας χώρας του ανατολικού μπλοκ αντιμετωπιζόταν στη Μόσχα ως σοβαρό στρατηγικό και πολιτικό πλήγμα.

Την 1η Νοεμβρίου, ο Νάγκι ανακοίνωσε την ουδετερότητα της Ουγγαρίας και την αποχώρησή της από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, ζητώντας διεθνή υποστήριξη. Η απόφαση εξέφραζε την επιδίωξη πλήρους ανεξαρτησίας, αλλά δεν συνοδευόταν από πρακτικές εγγυήσεις προστασίας.

Η σοβιετική απόφαση για νέα επέμβαση είχε ήδη ληφθεί. Πρόσθετες στρατιωτικές δυνάμεις αναπτύσσονταν στη χώρα, ενώ οι διαπραγματεύσεις δεν απέτρεψαν την επικείμενη επίθεση.

Η επιστροφή των τανκς και το τέλος

Τα ξημερώματα της 4ης Νοεμβρίου, οι σοβιετικές δυνάμεις εξαπέλυσαν τη μεγάλη επιχείρηση καταστολής. Τεθωρακισμένα και πυροβολικό χτύπησαν σημεία αντίστασης στη Βουδαπέστη, ενώ στρατιωτικές επιχειρήσεις πραγματοποιήθηκαν και στην υπόλοιπη χώρα.

Ο Νάγκι απηύθυνε ραδιοφωνικό μήνυμα αναγγέλλοντας την επίθεση. Παρά τη μεγάλη διαφορά ισχύος, ένοπλες ομάδες συνέχισαν να πολεμούν για ημέρες, ενώ οι απεργίες και η δράση των εργατικών συμβουλίων παρατάθηκαν περισσότερο.

Οι δυτικές χώρες καταδίκασαν την επέμβαση, αλλά δεν παρενέβησαν στρατιωτικά. Ο κίνδυνος άμεσης σύγκρουσης με τη Σοβιετική Ένωση περιόριζε δραστικά τις επιλογές τους, ενώ η παράλληλη κρίση του Σουέζ επιβάρυνε τη διεθνή κατάσταση.

Η ουγγρική αντίσταση έμεινε χωρίς την εξωτερική βοήθεια που αρκετοί προσδοκούσαν. Στην εξουσία εγκαταστάθηκε κυβέρνηση υπό τον Γιάνος Κάνταρ, με τη στήριξη της Μόσχας.

Περίπου 2.500 Ούγγροι και περισσότεροι από 700 Σοβιετικοί στρατιωτικοί σκοτώθηκαν, ενώ περίπου 200.000 άνθρωποι εγκατέλειψαν τη χώρα. Ακολούθησαν συλλήψεις, φυλακίσεις και εκτελέσεις.

Ο Νάγκι εκτελέστηκε το 1958, έπειτα από μυστική δίκη. Η δημόσια αποκατάσταση και η επαναταφή του το 1989 συνδέθηκαν με την κατάρρευση του καθεστώτος.

Η 23η Οκτωβρίου παραμένει εθνική επέτειος, υπενθυμίζοντας μια εξέγερση που ηττήθηκε στρατιωτικά, αλλά διατήρησε ζωντανό το αίτημα της ελευθερίας.

ΠΗΓΗ: www.pronews.gr

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2026

Οι οργανώσεις των διαδηλώσεων στη Γαλλία που χρηματοδοτούνται από το δίκτυο ΟSF του Σόρος

Σύμφωνα με ρεπορτάζ από ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης  («La Gaceta», «Brussels Signal» κ.λπ.) τουλάχιστον επτά ακτιβιστικές οργανώσεις, που εμπλέκονται στις πρόσφατες ταραχές που συγκλονίζουν τη Γαλλία, διατηρούν τεκμηριωμένους οικονομικούς και συνεργατικούς δεσμούς με το δίκτυο OSF (Open Society Foundation)  του Τζορτζ  Σόρος.

Κάποιες από τις οργανώσεις αυτές είναι οι ακόλουθες:

Ligue des droits de l’Homme (LDH) - Ένωση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: Η LDH έχει λάβει χρηματοδοτήσεις από το ίδρυμα Open Society στο παρελθόν. Συγκεκριμένα, όπως  επιβεβαιώθηκε σε έκθεση του 2021 από το γαλλικό Ελεγκτικό Συνέδριο (Cour des comptes) καταγράφονται δωρεές το 2016 και το 2017 για δράσεις κατά των αστυνομικών πρακτικών και των διακρίσεων. Η LDH συμμετείχε σε κάλεσμα στη Ναντη για την κινητοποίηση της 17ης Οκτωβρίου και υπέγραψε κοινό ανακοινωθέν στις 9 Οκτωβρίου.

Human Rights Watch (HRW) - Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων: Το 2010 το OSF ανακοίνωσε δεκαετή χορηγία 100 εκατ. δολαρίων. Στις 14 Οκτωβρίου η HRW άσκησε έντονη κριτική για τη βίαιη καταστολή από τις γαλλικές αρχές.

Fédération internationale pour les droits humains (FIDH) - Διεθνής Ομοσπονδία Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων: Συμπεριλαμβάνει ανοιχτά το ίδρυμα Open Society στους επίσημους ιδιώτες χρηματοδότες της.

Organisation mondiale contre la torture (OMCT) - Παγκόσμιος Οργανισμός κατά των βασανιστηρίων: Στους λογαριασμούς του 2024 εμφανίζονται περίπου 620.616 ελβετικά φράγκα από το OSF για πρόγραμμα SOS-Torture. Συμμετείχε στο ανακοινωθέν της 9ης Οκτωβρίου μαζί με τις LDH και FIDH, ζητώντας διερεύνηση καταγγελιών και αναθεώρηση της αστυνομικής πρακτικής.

Amnesty International (Διεθνής Αμνηστία): Οι λογαριασμοί του 2024 αποδίδουν αύξηση εσόδων από επιχορηγήσεις κυρίως σε συνεισφορά του OSF το οποίο έχει χορηγήσει σημαντικά ποσά γενικής στήριξης,  (π.χ. εκατομμύρια δολάρια το 2024).

Syndicat de la Magistrature (SM): Η «Γαλλική συνδικαλιστική ένωση δικαστών» έχει συνεργαστεί σε κοινές πρωτοβουλίες ή έχει λάβει υποστήριξη για νομικές μελέτες σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Action Droits des Musulmans (ADM) - Δράση για τα Δικαιώματα των Μουσουλμάνων: Η ADM έχει υποστηριχθεί στο παρελθόν από το δίκτυο OSF για προγράμματα προστασίας των ατομικών και θρησκευτικών ελευθεριών των  Μουσουλμάνων στη Γαλλία.

350.org (διεθνής οργανισμός που δραστηριοποιείται για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής): Στην ετήσια έκθεση του 2021 αναφέρεται το OSF ως υποστηρικτής. Το γαλλικό της παράρτημα συμμετείχε σε δίκτυα που παρουσίασαν την 17η Οκτωβρίου ως ημέρα σύγκλισης.

Attac France: Το 2017 συν-επιμελήθηκε έκθεση της οποίας η γαλλική έκδοση χρηματοδοτήθηκε εν μέρει από το Open Society Initiative for Europe. Συμμετείχε στις διαδηλώσεις της17ης Οκτωβρίου.

Να σημειωθεί, επίσης, η συμμετοχή του κατευθυνόμενου «προϊόντος» των νεοταξικών ελίτ, Γκρέτα Τούνμπεργκ. Η 23χρονη Σουηδή ακτιβίστρια για το περιβάλλον, πριν λίγε μέρες, αναμείχθηκε με τους διαδηλωτές μπροστά από ένα λύκειο του λαϊκού προαστίου Σεν Ντενί στο Παρίσι.