του Σταμάτη Μαμούτου
Πριν κάποια χρόνια, κάπου στα 2015, όταν τα επί δεκαετίες κακομαθημένα παρτάλια της τότε κυβέρνησης Τσίπρα έπεφταν από τα ροζ σύννεφα της ευρωπαϊκής Αριστεράς και βυθιζόταν στην ιδεολογική χρεωκοπία, αντιλαμβανόμενα (τα περισσότερα τουλάχιστον) ότι εθνική ανεξαρτησία και κατάργηση των μνημονίων, με ταυτόχρονη παραμονή της χώρας μας στο ευρώ, δεν ήταν κάτι πολιτικά εφικτό (ακόμη και αν κάποιοι αμερικανικοί κύκλοι τα τάιζαν με το κουτόχορτο της επιδίωξης ενός μερικού «κουρέματος χρέους» εντός του ευρώ, ως πολιτικού στόχου), ακούστηκε κάπου ότι σε μια συζήτησή της με τον πλέον ανεπίδεκτο πολιτικής μάθησης του αριστερού τσίρκου Γιάννη Βαρουφάκη, η Κριστίν Λαγκάρντ είχε παραδεχτεί πώς τα μνημόνια ήταν απαράδεκτα ως λύσεις αλλά έπρεπε να εφαρμοστούν γιατί, πέρα από το οικονομικό, είχε δαπανηθεί και πολύ μεγάλο πολιτικό κεφάλαιο για αυτά. Στην ουσία η Λαγκάρντ φαίνεται να είπε ότι οι μνημονιακές ρυθμίσεις μπορεί να ισοπέδωναν τον οικονομικό και κοινωνικό ιστό της Ελλάδας για αρκετά χρόνια, τουλάχιστον όμως θα αποτελούσαν μια ευκαιρία για τις δυτικές ελίτ προκειμένου να επιβάλλουν, μέσω των μνημονίων, πολιτικούς μετασχηματισμούς ικανούς να εγκαθιδρύσουν όσο περισσότερα φιλελεύθερα γνωρίσματα στο ελληνικό στερέωμα τα οποία θα έφερναν την Ελλάδα εγγύτερα στα ηθικά, πολιτιστικά, κοινωνικά και, κατά συνέπεια, πολιτικά δυτικά πρότυπα.
Σήμερα, δέκα και πλέον χρόνια μετά, μπορούμε να έχουμε μια σχετικά καλή εικόνα για το τι σήμαινε εκείνη η φράση της Λαγκάρντ και για το ποιες είναι οι συνέπειες της εφαρμογής του μνημονιακού σχεδιασμού για τον οποίο είχε δαπανηθεί μεγάλο πολιτικό κεφάλαιο. Μια Ελλάδα χωρίς κοινωνικό κίνημα. Μια ναρκωμένη κοινωνία που αποδέχεται μαζοχιστικά κάθε αντιλαϊκή (και θα αποδεχόταν κάθε αντεθνική, αν δεν υπήρχε γεωπολιτικό συμφέρον του Ισραήλ προς την αντίθετη κατεύθυνση) απόφαση αρκεί να παρουσιάζεται με δυτικό και φιλελεύθερο λούστρο. Ένας μέσος Αθηναίος που τρώει ξύλο και ληστεύεται στον δρόμο από πολυεθνικές συμμορίες έφηβων καθαρμάτων αλλά δεν βγάζει άχνα γιατί «έτσι συμβαίνει και στην Ευρώπη ή τις Η.Π.Α.». Ένας μέσος Έλληνας της επαρχίας που αποδέχεται αδιαμαρτύρητα ότι δεν μπορεί να εκφραστεί στην τοπική αυτοδιοίκηση γιατί, προκειμένου να συγκροτηθεί ψηφοδέλτιο στους διευρυμένους Δήμους των πολλών χιλιάδων κατοίκων, απαιτείται χρηματοδότηση από βιομήχανους. Κυβερνήσεις που παρακολουθούν τους πολιτικούς τους αντιπάλους μέσω πρακτόρων του ισραηλινού κράτους, σκοτώνουν εκατοντάδες ανθρώπους στα τρένα, ληστεύουν το εισόδημα των εργαζομένων με την ακρίβεια αλλά επιβραβεύονται στις κάλπες γιατί τα ΜΜΕ λένε ότι δεν υπάρχει άλλη λύση πέρα απ’ αυτές. Μια νεολαία που δεν αξίζει ούτε το φτύσιμο, παραδομένη στους κανόνες του διαδικτυκαού life style και ανακατεμένη με κάθε παρείσακτη κοινότητα λαθρομεταναστών μπουκαδόρων. Αυτά πέτυχε το πολιτικό κεφάλαιο που δαπάνησαν δυτικοί και Ισραηλινοί «εταίροι» του ελλαδικού κράτους -και πολλά άλλα ακόμη.
Τις τελευταίες μέρες παρατήρησα ότι το «πολιτικό κεφάλαιο» του διεθνούς εξουσιαστικού φιλελευθερισμού επενδύει στην μαζική κουλτούρα με έναν τρόπο που είναι πράγματι προκλητικά προοδευτικός. Κάποτε, υπήρχαν τα μικρά τοπικά (αθηναϊκά κυρίως) τηλεοπτικά κανάλια, στα οποία φιλοξενούνταν οι λεγόμενες εκπομπές του trash TV. «Ερωτοδικεία», «Παιδιά της νύχτας» και άλλες σχετικές εκπομπές αποτελούσαν καταφύγια των «Ομονοιάκηδων», των ανθρώπων ενός γραφικού περιθωρίου που εμπλέκονταν με την «επαγγελματική πορνεία» ή ακόμη και ανθρώπων που απλώς τους άρεσε να συχνάζουν σε κακόφημα στέκια και σε μέρη όπου ανθούσε μια πορνογραφική και ημιπαραβατική κοινωνική πραγματικότητα. Οι θεατές, δε, αυτών των εκπομπών ήταν είτε παρομοίων γνωρισμάτων άτομα είτε πιτσιρικάδες που έσπαγαν πλάκα, μέσω της εφηβικής τους ορμητικής σκληρότητας, με το παρακμιακό περιεχόμενο των συνειδήσεων και των συμπεριφορών που προβάλλονταν από τους συντελεστές και τους καλεσμένους εκείνων των εκπομπών.
Το όλο σκεπτικό πίσω από τέτοιου περιεχομένου εκπομπές ήταν να προσφέρουν διασκέδαση με έναν χοντροκομμένο, ενίοτε απάνθρωπο αλλά και, ταυτόχρονα, ακατέργαστα decadent και αυθεντικά ρεαλιστικό τρόπο. Το περιθώριο της τότε ζωής ερχόταν ορμητικά στο τηλεοπτικό γυαλί με όλη την παρωδία, την σκληρότητα και την αλλοκοτιά που το συνόδευε. Ακόμη και όταν ο εσμός εκείνων των παρουσιαστών και των καλεσμένων τους πέρασε και στην μεσημεριανή -πέρα από την μεταμεσονύκτια- ζώνη, λίγα χρόνια αργότερα κατά την δεκαετία του 2000, η πορνογραφική διάσταση των εκπομπών δεν έγινε ποτέ και σε καμία περίπτωση «κοινωνικό υπόδειγμα».
Όσοι ζήσαμε εκείνα τα χρόνια όντας νεαροί δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι ακόμη και οι τύποι που απατούσαν συζύγους ή που κατέφευγαν σε υπηρεσίες του αγοραίου έρωτα, είχαν ως υπόδειγμα ερωτικής συμπεριφοράς τις περσόνες των τότε decadent media. Μπορεί σε αυτό το σημείο να εισέρχονταν ως επιρροές, σε κάποιο βαθμό, τα life style έντυπα του Κωστόπουλου και των άλλων τέτοιου ύφους εκδοτών εκείνης της περιόδου. Ωστόσο, στις life style φυλλάδες του Κωστόπουλου και των υπολοίπων εκδοτών αυτής της κατηγορίας εμφανίζονταν δημοφιλή πρόσωπα που έλεγαν τις ανοησίες τους αλλά με κάποιο μέτρο, λόγω της δημόσιας εικόνας τους. Κάπου, κάπως, υπήρχε ένα όριο γελοιότητας. Το βαθύ και απροκάλυπτο ημιπορνογραφικό τηλεοπτικό decadent των «Ερωτοδικείων» και το κρυφοπορνογραφικό life style δεν γινόταν σε καμία περίπτωση πρότυπα ανοιχτά αποδεκτής δημόσιας συμπεριφοράς.
Αν κάποιοι ήθελαν να καταφύγουν στην πορνογραφία για να εμπνευστούν τρόπους ερωτικών συνευρέσεων με συντρόφους, το έκαναν εστιάζοντας στην κανονική πορνοταινία ή στα τότε πορνοπεριοδικά. Ήταν μια πρακτική που τους στοχοποιούσε, γιατί έπρεπε να δανειστούν τις ταινίες από το video club της γειτονιάς τους ή να αγοράσουν τα περιοδικά από τα περίπτερα. Όμως, όλη αυτή η συμπεριφορά και η πρακτική τέτοιων ατόμων αφορούσε πεδία της ιδιωτικής τους ζωής. Δεν είχε να κάνει σε τίποτα με τα αποδεκτά δεδομένα του δημόσιου λόγου. Ποτέ και πουθενά, ακόμη και στις καπιταλιστικά άθλιες συνθήκες των ετών που προηγήθηκαν των μνημονίων, η πορνογραφική αντίληψη των πραγμάτων δεν βρήκε χώρο ως αποδεκτή κανονικότητα του δημόσιου λόγου και της οικογενειακής μαζικής κουλτούρας.
Σήμερα, ακόμη κι αυτό έχει αλλάξει. Το «πολιτικό κεφάλαιο» του εξουσιαστικού φιλελευθερισμού που δαπανήθηκε ήταν σαφώς μεγαλύτερο από το οικονομικό κεφάλαιο των μνημονίων που, ως ανόητοι, πληρώνουμε από τις τσέπες μας. Συνέπεια αυτής της ολικής δηλητηρίασης του κοινωνικού ιστού της Ελλάδας με τις αντιανθρώπινες ιδέες του φιλελευθερισμού είναι και η πρόκριση της πορνογραφίας ως προοδευτικής κανονικότητας της ζωής και του δημόσιου λόγου. Ακούστε την παρακάτω εκπομπή του ραδιοφωνικού σταθμού της εφημερίδας Lifo. Μιας εφημερίδας που αποτελεί προμετωπίδα της μεταμοντέρνας λίμπεραλ ιδεολογικής και υφολογικής αντίληψης των καιρών μας, αρεστή σε προοδευτικούς δεξιούς και αριστερούς ακαδημαϊκούς κύκλους.
Πλέον δεν είναι οι «μίστερ Μπούτιες» και οι «εθνικοί σταρ» που αφηγούνται παλαιότερες ερωτικές περιπτύξεις. Είναι κανονικοί, επιτυχημένοι προσωρινά, βιοπαλαιστές νεολαίοι, κεφάτοι και ανέμελα χαρούμενοι που ρουφούν την (μνημονιακή) ζωή και απολαμβάνουν τα τυχερά της. Είναι ο τύπος και η τύπισσα της διπλανής πόρτας και του εργασιακού σου περιβάλλοντος, που παραβλέπουν τις δύσκολες συνθήκες της καθημερινότητας και ζουν στον αστερισμό του Μητσοτάκη και του Άδωνι. Αυτοί πλέον είναι που συζητούν με την γλ΄ψσσα του κρεβατιού -όχι βέβαια στις decadent «λαϊκιστικές» εκπομπές του παρελθόντος μα στο κραταιό μέσο της Lifo- πώς ερωτοτρόπησαν με πολλούς διαφορετικούς συντρόφους σε λίγες ώρες, ποιες ερωτικές στάσεις επέλεξαν, πόσες φορές εκσπερμάτισαν, ποιο σχήμα είχαν τα ανατομικά γνωρίσματα των συντρόφων τους και άλλα σχετικά. Αυτοί πλέον είναι που αποσπούν την πορνογραφία από το παλιό κινηματογραφικό της περιβάλλον και από τους «αστέρες» της και την κανονικοποιούν ως τυπική καθημερινότητα της φιλελεύθερης συνθήκης. Αυτοί γίνονται το όχημα μέσω του οποίου το εξουσιαστικό κτήνος του φιλελεύθερου καπιταλισμού αδειάζει από περιεχόμενα ήθους και κουλτούρας τον μέσο Έλληνα, μετατρέποντάς τον σε ένα εν ζωή αντικείμενο των αγορών του διεθνούς εβραϊκού κεφαλαίου. Σε ένα αντικείμενο διπλής χρήσης. Εργασίας από την μια και κατανάλωσης από την άλλη.
Η αλλαγή, ασφαλώς, έχει και συμπεριληπτικό περιεχόμενο. Οι άνθρωποι που μπλέκονταν παλιά στα δίκτυα της αγοραίας πορνείας ή της πορνογραφίας, εμφανίζονταν ως εξόχως ιδιαίτερα παραδείγματα της ζωής. Περιθωριακοί ή και ιδιότυποι «αστέρες» αυτού του κινηματογραφικού περιβάλλοντος. Είχαν πάντοτε κάτι το διαφορετικό από τον μέσο Έλληνα. Δύσκολη παιδική ζωή, μια εφιαλτική καταπίεση από οργανωμένα δίκτυα παραβατικών της νύχτας (κυρίως οι γυναίκες του αγοραίου έρωτα), μια αξιοπρόσεκτη οικονομική άνεση, δίκτυα δημοσίων σχέσεων με ισχυρούς, επικίνδυνους ή και δημοφιλείς ανθρώπους του star system. Σε κάθε περίπτωση δεν ήταν οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας ή τα παιδιά μιας γνωστής σου οικογένειας. Σήμερα, ο εξουσιαστικός φιλελευθερισμός των καιρών μας, πιστός στο μίσος προς το αληθινά διαφορετικό, ενσωματώνει τα πάντα στην χαοτική χοάνη του. Η πορνοστάρ και η εκδιδόμενη δεν έχει καμία σχέση με την τραγική decadent φιγούρα του παρελθόντος. Είναι απλά μια επαγγελματίας κοπελίτσα με τυπική παιδική και εφηβική ηλικία, χωρίς να έχει καταστραφεί οικονομικά. Το να εκπορνεύεται είναι απλή επαγγελματική επιλογή που για να την πραγματοποιήσει οφείλει απλά να είναι προοδευτική και «ακομπλεξάριστη» σύμφωνα με την φιλελεύθερη αφήγηση των social media.
Τώρα αν με ρωτήσετε πώς γίνεται και αυτά τα κανάλια, αυτά τα social media, βρίσκουν χορηγούς, παίρνουν διαφημίσεις και βλέπουν τα περιεχόμενά τους να ταξιδεύουν σε κάθε οθόνη της Ελλάδας, μπορεί να φανώ καχύποπτος αλλά θα σας απαντήσω ότι «ήταν μεγάλο το πολιτικό κεφάλαιο» που δαπάνησαν οι Εβραίοι και οι δυτικοί για να κάνουν την πατρίδα μας ζώνη καπιταλιστικού φιλελευθερισμού όπως εκείνες της δυτικής και της κεντρικής Ευρώπης.
Εικόνα: Harry Clarke-The travelling companion
ΠΗΓΗ: Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ.

