Υπέρ της συμφωνίας ΕΕ-Mercosur τάχθηκε η Ελλάδα, την ώρα που οι διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης Μητσοτάκη με τους αγρότες βρίσκονται σε κρίσιμο σημείο. Η μη υπογραφή της συμφωνίας είναι βασικό αίτημα των αγωνιζόμενων αγροτών και η ολοκλήρωση της συμφωνίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο δημιουργεί τετελεσμένα ενόψει της συνάντησης της Τρίτης μεταξύ Μητσοτάκη και αντιπροσώπων των μπλόκων.
Η κυβέρνηση, μέσω του υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης Κώστα Τσιάρα, προσπάθησε να καθησυχάσει τους αγρότες υποστηρίζοντας ότι 21 ελληνικά προϊόντα ΠΟΠ θα προστατεύονται από απομιμήσεις, μεταξύ αυτών η φέτα, το ελαιόλαδο, ο κρόκος Κοζάνης και η Μαστίχα Χίου.
Η συμφωνία φαίνεται ότι προσφέρει τη δυνατότητα προστασίας ΠΟΠ προϊόντων, όπως για παράδειγμα η φέτα, από απομιμήσεις σε διάφορες τοπικές αγορές. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι δίνεται μια περίοδος εφαρμογής της τάξης των εφτά ετών, κάτι που δημιουργεί προβληματισμό.
Τα 21 ελληνικά ΠΟΠ προϊόντα είναι:
- Ελιά Καλαμάτας
- Καλαμάτα ελαιόλαδο
- Κεφαλογραβιέρα
- Κολυμβάρι Χανίων
- Κρήτης ελαιόλαδο
- Κονσερβολιά Αμφίσσης
- Κορινθιακή Σταφίδα Βοστίτσα
- Κρόκος Κοζάνης
- Λυγουριό Ασκληπιείου Ελαιόλαδο
- Μανούρι
- Μαστίχα Χίου
- Σητεία Λασιθίου Κρήτης ελαιόλαδο
- Φέτα Αμύνταιο
- Κρασί Μαντινεία
- Κρασί Νάουσα
- Κρασί Νεμέα
- Κρασί Ρετσίνα Αττικής
- Σάμος κρασί
- Σαντορίνη κρασί
- Τσίπουρο
Όσον αφορά στη «ρήτρα αμοιβαιότητας» για την αλλαγή του τρόπου αγροτικής παραγωγής στις χώρες της Mercosur και τη συμμόρφωση προς τα ευρωπαϊκά πρότυπα, αυτή, αποτελεί απλώς ευχολόγιο, αφού «δεν πρόκειται να αλλάξει το δεδομένο ότι μόνο στην Αργεντινή και στη Βραζιλία καλλιεργούνται γενετικώς τροποποιημένα φυτά σε έκταση 900.000.000 στρεμμάτων -30 φορές η συνολική γεωργική έκταση της Ελλάδας- ή ότι θα υπάρχουν αυξημένες επιμολύνσεις στα αγροτικά τους προϊόντα με αφλατοξίνες, καρκινογόνες ορμόνες και απαγορευμένα φυτοφάρμακα, χωρίς να υπάρχει επαρκές σύστημα ιχνηλασιμότητας, ώστε οι δειγματοληπτικοί έλεγχοι στην Ευρώπη να έχουν κάποιο αποτέλεσμα, όταν και αν γίνονται».
Επιπλέον, τίθεται το ζήτημα των μεγαλύτερων εξαγωγών για βασικά ελληνικά προϊόντα, όπως το ελαιόλαδο, το οποίο αυτή τη στιγμή υπόκειται σε πολύ υψηλούς δασμούς, κάτι που δημιουργεί εκ νέου ερωτήματα.
Οι εξαγωγές των Ελληνικών αγροτικών προϊόντων δεν αναμένεται να αυξηθούν σημαντικά με την προβλεπόμενη μείωση των δασμών γιατί αφενός «προνομιακή θέση σε αυτές τις χώρες έχουν η Ισπανία και η Πορτογαλία με παρόμοια προϊόντα, αφετέρου, αφετέρου οι καταναλωτές της Mercosur έχουν χαμηλό βιοτικό επίπεδο και τα ελληνικά προϊόντα είναι ποιοτικά και ακριβά για αυτούς».
Σημαντική ευκαιρία ίσως έχει η ελληνική κονσερβοποιία, καθώς, «υπήρχαν υψηλοί δασμοί της τάξης του 55%».
Τα άμεσα αποτελέσματα της εφαρμογής της συμφωνίας και η καίρια πληγή που θα προκληθεί από τις μεγάλες «πιέσεις» στην τιμή του παραγωγού στην Ελλάδα σε τομείς όπως αυτοί του μελιού, του ρυζιού, του αραβοσίτου, του κρέατος πουλερικών και βοοειδών, του κρασιού, του επιτραπέζιου σταφυλιού, των λεμονιών, αβοκάντο και άλλων προϊόντων. Υπάρχει ακόμη ο κίνδυνος ελληνοποιήσεων, αλλά και μονοπωλιακών εμπορικών πρακτικών μετά την εκτόπιση – εξόντωση των Ελληνικών επιχειρήσεων».
Οι Αρνητικές Επιπτώσεις για την Ελλάδα
Ανταγωνισμός με χαμηλότερο κόστος παραγωγής καθώς οι χώρες του Mercosur εξάγουν μεγάλες ποσότητες κρέατος, σόγιας ρυζιού ζάχαρης κ.α. με χαμηλότερο κόστος παραγωγής, και φθηνότερη εργασία σε σύγκριση με την Ευρώπη. Αυτό σημαίνει ότι τιμές γεωργικών προϊόντων από αυτές τις χώρες μπορεί να είναι σημαντικά χαμηλότερες από αυτές που μπορούν να προσφέρουν οι Έλληνες παραγωγοί
Αστάθεια τιμών: Εισροή μεγάλων ποσοτήτων φτηνών προϊόντων θα επιφέρει πιέσεις στις τοπικές τιμές κάνοντας δύσκολη την επιβίωση αγροτικών επιχειρήσεων που στηρίζονται σε τιμές παραγωγού υψηλότερες από αυτές των εισαγόμενων προϊόντων. Έτσι οδηγούμαστε σε μείωση της παραγωγής, εγκατάλειψη αγροτικών εκτάσεων και αύξηση της εξάρτησης από εισαγόμενα τρόφιμα.
Διαφορές στα πρότυπα παραγωγής: Τα πρότυπα για χρήση φυτοφαρμάκων, ορμονών, αντιβιοτικών και άλλων ουσιών, στις Mercosur χώρες είναι σε πολλές περιπτώσεις λιγότερα αυστηρά από εκείνα της ΕΕ. Αυτό εγείρει φόβους ότι προϊόντα που δεν θα μπορούσαν να παραχθούν σε χώρες της ΕΕ θα εισάγονται με λιγότερο απαιτητικούς κανόνες ασφάλειας και ιχνηλασιμότητας υπονομεύοντας τις ελληνικές και ευρωπαϊκές ρυθμίσεις ασφάλειας τροφίμων.
Ανεργία και αποδημία από την ύπαιθρο: Εάν η αγροτική παραγωγή μειωθεί δραστικά, λόγω αθέμιτου ανταγωνισμού, είναι πιθανό πολλοί Έλληνες αγρότες να χάσουν τα εισοδήματά τους, οδηγώντας σε περαιτέρω αποψίλωση αγροτικών περιοχών, αύξηση της ανεργίας, και μετανάστευση στην όλη ή στο εξωτερικό.
Ζήτημα ασφάλειας: Η κτηνοτροφία (τομέα που μαζί με τα δημητριακά, και ορισμένα προϊόντα χαμηλής μεταποίησης επηρεάζονται άμεσα) στην Ελλάδα όπου αντιμετωπίζει ήδη αυξημένο κόστος, η αύξηση εισαγωγών φθηνού κρέατος από την λατινική Αμερική θα επιταχύνει την εγκατάλειψη του επαγγέλματος καθώς βγαίνουν από τη μέση οι μικρομεσαίοι παραγωγοί που δεν έχουν πρόσβαση σε οικονομίες κλίματος ή μεγάλα δίκτυα διανομής. Αυτοί που ευνοούνται είναι οι μεγάλες εμπορικές αλυσίδες και οι εισαγωγείς που θα μπορούν να διαθέτουν φθηνότερα προϊόντα χωρίς εγγυήσεις για την προέλευση και την ποιότητά τους. Πρέπει να επισημανθεί ότι η μείωση της ελληνικής παραγωγής δεν φέρνει μόνο απώλειες εισοδήματος αλλά και αυξημένη εξάρτηση από Τρίτες χώρες για βασικά είδη διατροφής, κάτι που εγείρει σοβαρά ζητήματα επισιτιστικής ασφάλειας σε περιόδους διεθνούς κρίσης.
ΠΗΓΗ: karditsastakra.com




