Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

Το σχολείο που χάσαμε

Ο σεβασμός προς τον εκπαιδευτικό δεν θεωρείται πλέον αυτονόητος, η πειθαρχία αντιμετωπίζεται συχνά ως αυταρχισμός και η υπενθύμιση των ευθυνών των μαθητών ως περιορισμός της ελευθερίας τους

Γιάννης Κουριαννίδης*

Το γεγονός του θανάτου της καθηγήτριας στη Θεσσαλονίκη δεν πρέπει να ξεπεραστεί ως ακόμη μία τραγική είδηση, αφού αντανακλά μια βαθύτερη κρίση του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Μια κρίση που δεν αφορά μόνο τα προγράμματα σπουδών και το εξεταστικό σύστημα, αλλά πρωτίστως στην ίδια την ηθική και θεσμική ισορροπία μέσα στο σχολείο.

Χωρίς να επιθυμούμε να εστιάσουμε στο συγκεκριμένο γεγονός, η ελληνική εκπαίδευση γενικότερα δείχνει να κινείται σε μία επικίνδυνη μονομέρεια, που έχει να κάνει με την ολοένα αυξανόμενη έμφαση στα λεγόμενα «δικαιώματα των παιδιών», χωρίς αντίστοιχη έμφαση και στις υποχρεώσεις τους. Η παιδαγωγική ισορροπία, που αποτελούσε κάποτε τον πυρήνα της εκπαιδευτικής διαδικασίας, έχει διαταραχθεί, αφού συχνά ο εκπαιδευτικός, πέραν της δοκιμασίας των ορίων του από τη συμπεριφορά μαθητών, αντιμετωπίζει και γονείς που του συμπεριφέρονται όχι ως συνεργάτη, αλλά αντίπαλο στην αγωγή των παιδιών τους.

Έτσι, ο σχολικός εκφοβισμός από άρρωστο φαινόμενο μεταξύ μαθητών ασκείται πλέον και σε βάρος των εκπαιδευτικών! Και ο δάσκαλος από πυλώνας της σχολικής κοινότητας καταλήγει να είναι ένας επαγγελματίας που λειτουργεί χωρίς καμιά θεσμική στήριξη. Η ευθύνη δεν βαρύνει απλώς συγκεκριμένα πρόσωπα. Τα τελευταία χρόνια όποια συζήτηση περί της εκπαίδευσης περιορίζεται σε τεχνοκρατικές έννοιες και προσεγγίσεις, χωρίς να αγγίζει τον ουσιαστικό ρόλο του σχολείου ως χώρο διαμόρφωσης χαρακτήρων και αξιών.

Για δεκαετίες, η ελληνική παιδεία στηριζόταν σε ένα αξιακό υπόβαθρο, με σαφή τα μηνύματα για σεβασμό προς τον δάσκαλο, αγάπη προς την πατρίδα, σύνδεση με τη θρησκεία και την παράδοση, την οικογένεια και την πνευματική μας κληρονομιά. Όχι ως μηχανισμός επιβολής, αλλά ως ένα πλαίσιο ηθικής συγκρότησης. Σήμερα αυτά έχουν ανατραπεί. Ο σεβασμός προς τον εκπαιδευτικό δεν θεωρείται πλέον αυτονόητος, η πειθαρχία αντιμετωπίζεται συχνά ως αυταρχισμός και η υπενθύμιση των ευθυνών των μαθητών ως περιορισμός της ελευθερίας τους. Έτσι, συχνά οι μαθητές λειτουργούν χωρίς σαφή όρια, οι γονείς παρεμβαίνουν συγκρουσιακά και οι εκπαιδευτικοί βρίσκονται στη μέση αυτής της έντασης.

Αν θέλουμε να τιμήσουμε πραγματικά τη μνήμη μιας εκπαιδευτικού που υπηρέτησε το δημόσιο σχολείο, δεν αρκεί η συγκίνηση των πρώτων ημερών. Απαιτείται μία ειλικρινής και θαρραλέα επανεξέταση του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την εκπαιδευτική διαδικασία. Χρειαζόμαστε ένα σχολείο που να προστατεύει τους μαθητές, αλλά και τους δασκάλους. Που να διδάσκει δικαιώματα αλλά και ευθύνες. Που να ενθαρρύνει τον διάλογο αλλά να μην ανέχεται την προσβολή και την απαξίωση.

Κυρίως, όμως, χρειαζόμαστε την επαναφορά της έννοιας του σεβασμού ως θεμελιώδους αρχής της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Σεβασμού προς τον άνθρωπο που μέσα στην τάξη μεταδίδει γνώση, εμπειρίες και αξίες. Διότι, όταν το σχολείο παύει να προστατεύει τους δασκάλους του, τότε δεν κινδυνεύει απλώς το λειτούργημα του εκπαιδευτικού, καταντώντας ταυτόχρονα ένα απλό επάγγελμα. Κινδυνεύει και απαξιώνεται η ίδια η ποιότητα της παιδείας και, τελικά, το μέλλον της κοινωνίας μας.

Η τραγική απώλεια της εκπαιδευτικού Σοφίας Χρηστίδου δεν πρέπει να χαθεί μέσα στον θόρυβο της καθημερινότητας, αλλά να γίνει αφορμή για μία σοβαρή συζήτηση περί του ποιου σχολείου θέλουμε, αλλά και ποιων αξιών επιθυμούμε να μεταδώσουμε στις επόμενες γενιές. Γιατί η παιδεία δεν είναι ένας απλός θεσμός, αλλά το εργαλείο διαμόρφωσης μιας κοινωνίας στην οποία επιθυμούμε να είμαστε μέλη της. Εμείς και τα παιδιά μας…

* Διευθυντής περιοδικού «Ενδοχώρα»

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

Η ζούγκλα του μαυροπίνακα σε νέα μορφή

Εκφοβισμός δασκάλων

ΠΗΓΗ: www.dimokratia.gr

Σύνταξη μετά τα 70; Είναι ο νεοφιλελευθερισμός ηλίθιε!

Η συζήτηση για τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης επιστρέφει ξανά στο προσκήνιο, με αφορμή τις προθέσεις της κυβέρνησης Μητσοτάκη να ανοίξει –άμεσα ή έμμεσα– το ζήτημα μιας νέας αύξησης των ηλικιακών ορίων συνταξιοδότησης.

Παρά τις προεκλογικές διαβεβαιώσεις περί σταθερότητας στο ασφαλιστικό, τα μηνύματα που εκπέμπονται το τελευταίο διάστημα από κυβερνητικά στελέχη, οικονομικούς κύκλους και μητσοτακικά φερέφωνα, μόνο καθησυχαστικά δεν είναι για τους εργαζόμενους.

Η επίσημη γραμμή της κυβέρνησης επιμένει ότι η Ελλάδα οφείλει να «προσαρμοστεί στις δημογραφικές εξελίξεις» και στις πιέσεις που ασκεί η γήρανση του πληθυσμού στο ασφαλιστικό σύστημα. Πίσω όμως από αυτή τη φαινομενικά τεχνοκρατική διατύπωση κρύβεται μια σκληρή πραγματικότητα: η προοπτική οι εργαζόμενοι να παραμείνουν στην αγορά εργασίας ακόμη περισσότερα χρόνια, σε μια χώρα όπου η εργασιακή ανασφάλεια, οι χαμηλοί μισθοί και η ανεργία των νέων παραμένουν διαχρονικά προβλήματα.

Επί της ουσίας έχουμε να κάνουμε με μια προβλέψιμη συνέχεια μιας απάνθρωπης νεοφιλελεύθερης πολιτικής που μεταφέρει σταθερά το βάρος της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος στους ίδιους τους εργαζόμενους.

Αντί να ανοίξει μια ουσιαστική συζήτηση για την ενίσχυση των εισφορών μέσω καλύτερων μισθών, για την αντιμετώπιση της εισφοροδιαφυγής ή για ένα διαφορετικό μοντέλο χρηματοδότησης της κοινωνικής ασφάλισης, η εύκολη λύση φαίνεται να είναι μία: δουλέψτε μέχρι να πεθάνετε.

Το παράδοξο γίνεται ακόμη πιο έντονο αν αναλογιστεί κανείς την καθημερινότητα μεγάλου μέρους των εργαζομένων. Σε κλάδους όπως η οικοδομή, ο τουρισμός, η εστίαση ή η βιομηχανία, η εργασία συχνά είναι εξαντλητική ήδη από τη μέση ηλικία. Η προοπτική να εργάζεται κάποιος μέχρι τα βαθιά γεράματα δεν μοιάζει με «μεταρρύθμιση», αλλά με εργασιακό γκουλάγκ με δεσμοφύλακες τους «αρίστους» του επιτελικού κράτους.

Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει την πιθανή αύξηση των ορίων ηλικίας ως αναγκαία προσαρμογή στις ευρωπαϊκές τάσεις. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι ότι η σύγκριση είναι επιλεκτική: σε πολλές χώρες της Ευρώπης οι μισθοί, οι συνθήκες εργασίας και οι κοινωνικές παροχές είναι πολύ διαφορετικές από την ελληνική πραγματικότητα και σαφώς ανώτερες. Η μεταφορά μόνο των πιο σκληρών μέτρων χωρίς τις αντίστοιχες κοινωνικές εγγυήσεις μοιάζει περισσότερο με πολιτική επιλογή παρά με αναπόφευκτη ανάγκη.

Την ίδια στιγμή, το ζήτημα έχει έντονη πολιτική διάσταση. Για πολλούς εργαζόμενους και συνταξιούχους, κάθε συζήτηση περί αύξησης των ορίων ηλικίας λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι οι αιματηρές θυσίες της δεκαετίας των μνημονίων όχι μόνο δεν έκλεισαν οριστικά το ασφαλιστικό κεφάλαιο, αλλά τουναντίον άνοιξαν ακόμη περισσότερο την όρεξη του αδηφάγου καπιταλιστικού συστήματος εις βάρος των δικαιωμάτων και της ζωής των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων.

Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι απλό αλλά κρίσιμο: μέχρι πότε θα μετατίθεται το δικαίωμα στη σύνταξη στο μέλλον; Για μια κοινωνία που ήδη δοκιμάζεται από οικονομική ασφυξία και δημογραφική συρρίκνωση, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν είναι απλώς τεχνική. Είναι βαθιά πολιτική: Οι τσέπες των ανεπάγγελτων «αρίστων» γεμίζουν από τον ιδρώτα των εργαζομένων! Μέχρι αυτοί να πεθάνουν. Αυτός είναι ο νεοφιλελευθερισμός της αστικής τάξης και του μητσοτακικού «επιτελικού κράτους».

Γιώργος Παπάζογλου

ΠΗΓΗ: elkosmos.gr

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

Σ. Λυγερός - Βαφτίζει νίκη την αποτυχία ο Τραμπ! (video)

 

Η Κόκκινη Χούντα στα Κρατικά ΜΜΕ

Το κανάλι της βουλής κοστίζει στον Ελληνικό λαό εκατομμύρια ευρώ και υποτίθεται πως υπάρχει για να προβάλει τις συνεδριάσεις και τις απόψεις όλων των πολιτικών. Ε, λοιπόν, ήμασταν 7 χρόνια βουλευτές και 5 χρόνια το 3ο ισχυρότερο κόμμα της χώρας και το κανάλι της βουλής δεν κάλεσε ούτε έναν βουλευτή της Χρυσής Αυγής, για ούτε ένα λεπτό επί 7 χρόνια! Σε αυτήν την… δημοκρατία πιστεύουν οι δημοκράτες του λεγόμενου «συνταγματικού τόξου».

Το κανάλι αυτό, λοιπόν, όπου κάποιοι εκλεκτοί των κομμάτων βγάζουν «με ιδρώτα» το παντεσπάνι τους, (είναι ζήτημα να δουλεύουν 2-3 ώρες την ημέρα) πρόβαλε προ καιρού την Γαλλική ταινία “ΤΟ ΜΙΣΟΣ” ενός Γάλλου(;) με το καθόλου γαλλικό όνομα Κάσοβιτς. Η ταινία αυτή είναι η αγαπημένη των αναρχικών και περιγράφει το Παρίσι των προαστίων, όπου ζουν στο περιθώριο κακοποιοί και κάθε φυλής ταραξίας, σε μια περιοχή η οποία αποτελεί το πρόπλασμα της «επανάστασης», που έρχεται, μία εξέγερση μέσα στην ίδια την καρδιά της Ευρώπης. Ο λόγος φυσικά περί μιας ανταρσίας πολυφυλετικής χωρίς ταυτότητα, την οποία φαντασιώνεται ότι θα φέρει την “ανοικτή κοινωνία” (open society) του Carl Popper και εργάζεται συνεχίζοντας το έργο του ο Τζωρτζ Σόρος, μαθητής και συμπατριώτης του Popper. Μία κοινωνία τόσο «ανοιχτή» ώστε να χωρέσει την πολυαγαπημένη και πολυαναμενόμενη παγκοσμιοποίηση.

Θα τους αφήσει, όμως, να κάνουν το όνειρο αυτό πραγματικότητα ο Κινέζος, που θα είναι σε λίγα χρόνια ο άρχων του δολαρίου, και ο Ρώσος, που θα παραμείνει ο απρόβλεπτος παράγοντας ενός πυρηνικού ολέθρου; Και τέλος, θα τους αφήσουν οι Εθνικιστές της Ευρώπης, που δίνουν την μάχη μιας “Revolt against the Modern World”, την μάχη ενάντια στην νεωτερικότητα; Μία «νεωτερικότητα» που έχει πάρει πλέον την μορφή μίας αποκρουστικά απάνθρωπης σιωπής.

Αυτά στο κανάλι της Βουλής… Σε άλλο κρατικό κανάλι, στην ΕΤ-1, το μεγάλο κανάλι, μία σειρά με προσανατολισμό ξεκάθαρα αριστερό, που διαστρεβλώνει πρόσωπα και γεγονότα. Αριστερή προπαγάνδα στον καιρό που υποτίθεται ότι κυβερνά η δεξιά. Να την χαίρεστε «εθνικόφρονες»… Και το γεγονός αυτό δεν είναι μεμονωμένο, είναι κανόνας!

Είναι η Ελλάδα, λοιπόν, το τελευταίο Σοβιέτ της Ευρώπης και για να είμαστε ακριβείς όχι η Ελλάδα, το ψευτορωμαίικο, γιατί αυτή στην πραγματικότητα είναι αυτό, το οποίο σήμερα πιστεύουνε ότι είναι Ελλάδα.

ΠΗΓΗ: xrisiavgi.cpm

Έτοιμοι για 10ετή πόλεμο οι «Φρουροί της Επανάστασης» – Σημαντικά πλήγματα από την Χεζμπολάχ

Οι Φρουροί της Επανάστασης διαμηνύουν τώρα ότι μπορούν να αντέξουν ακόμη και σε πόλεμο 10 ετών,  χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να αντέξει μια πολεμική εμπλοκή ούτε το Ισραήλ, ούτε οι ΗΠΑ.

Το Ιράν προειδοποιεί τις ΗΠΑ ότι οι άγριες πυραυλικές επιθέσεις κατά της Τεχεράνης άνοιξαν τον Ασκό του Αιόλου, απειλώντας τόσο την Ουάσινγτον, όσο και το Τελ Αβίβ με έναν αδυσώπητο πόλεμο φθοράς που ενδέχεται να διαρκέσει ως και μία δεκαετία, όταν δηλαδή, ούτε ο Trump, ούτε ο Netanyahu θα υπάρχουν σε αυτόν τον κόσμο…

Συγκεκριμένα, ο ταξίαρχος Ibrahim Jabbari, σύμβουλος των Φρουρών της Επανάστασης του Ιράν, δήλωσε: «Ως άνθρωπος καλά ενημερωμένος επί του θέματος, θα πω το εξής: είμαστε έτοιμοι για έναν πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τουλάχιστον για δέκα χρόνια», ενώ ο αναπληρωτής ΥΠΕΞ Saeed Khatibzadeh, προειδοποίησε ότι οι ένοπλες δυνάμεις είναι διατεθειμένες να πολεμήσουν «μέχρι τον τελευταίο στρατιώτη», καθώς η χώρα δεν έχει άλλη επιλογή. Στο ίδιο πνεύμα, και ο Γραμματέας του Ανώτατου Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας της Δημοκρατίας, AliLarijani, δήλωσε ότι το Ιράν είναι έτοιμο να διεξαγάγει έναν μακροχρόνιο πόλεμο.

Εντωμεταξύ, μπαίνοντας στη 10η ημέρα του πολέμου, ο ιρανικός στρατός και οι σύμμαχοί του συνεχίζουν να πλήττουν στρατηγικές υποδομές του Ισραήλ, με τη Hezbollah να τυφλώνει κόμβο δορυφορικής επικοινωνίας της SES. Η ιρανική τηλεόραση επίθεση σε εγκατάσταση στρατηγικής σημασίας στο Ισραήλ (τα ιρανικά μέσα αναφέρονται στο Ισραήλ ως «κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη»). Ισχυρίζονται ότι το πλήγμα στην ισραηλινή εγκατάσταση πραγματοποιήθηκε από τη Χεζμπολάχ και ότι ο στόχος ήταν ένα συγκρότημα δορυφορικών επικοινωνιών και πλοήγησης που διαχειρίζεται η SES.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα:

«Οι δυνατότητες αυτού του συγκροτήματος χρησιμοποιούνταν, μεταξύ άλλων, για την καθοδήγηση drones και πυραύλων [του ισραηλινού στρατού]». Ένα τέτοιο χτύπημα σημαίνει ότι οι ισραηλινές δυνάμεις ενδέχεται να αντιμετωπίσουν σημαντικά προβλήματα στη στόχευση των όπλων τους.

Την ίδια ώρα το Ισραήλ επιστρατεύει την πάγια τακτική της απόκρυψης απωλειών, αποφεύγοντας να σχολιάσει, μέχρι στιγμής, αυτές τις ιρανικές δηλώσεις. Πρόκειται για μια συνήθης πρακτική μεταξύ της στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας του Ισραήλ, καθώς και της πλειονότητας των ισραηλινών μέσων ενημέρωσης που ελέγχονται από μια σκληρή λογοκρισία όσον αφορά κάθε πολεμική ανταπόκριση.

ΠΗΓΗ: xrisiavgi.com

Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

Η Δημοκρατία που πεθαίνει από… αρετή

Κανείς δεν μπορεί πλέον να πιστέψει στην αλήθεια του καθεστώτος που ονομάζεται αντιπροσωπευτική φιλελεύθερη δημοκρατία. Οι τρεις όροι, όπως και η γραφή στο κτίριο του Κόμματος στο μυθιστόρημα “1984”, πρέπει να διαβαστούν ανάποδα. Η δύναμη του λαού (δημοκρατία) ξεθωριάζει στην κυριαρχία μη εκλεγμένων δυνάμεων (χρηματοοικονομικά, οικονομία, τεχνοκρατία, διεθνικοί οργανισμοί) και στην απόδειξη ότι τα υπολείμματα της λαϊκής βούλησης έχουν καταληφθεί από κομματικές κλίκες και γραφειοκρατικές ολιγαρχίες. Ο όρος φιλελεύθερος έχει πάψει να σχετίζεται με την ελευθερία, μεταμορφώνοντας τον εαυτό του στη νομιμοποίηση της ιδιωτικοποίησης του κόσμου και στον αποκλεισμό οποιωνδήποτε οικονομικών, ηθικών ή συμπεριφορικών ορίων. Το πόσο λίγο αντιπροσωπεύει το σύστημα τους πολίτες αποδεικνύεται από τη συνεχή διάβρωση της βάσης των ψηφοφόρων, καθώς και από τις ρυθμιστικές παγίδες, τα εμπόδια στην απόκτηση ακόμη και δικαιώματος σε μια έδρα στο κοινοβούλιο και τις αμέτρητες πρακτικές δυσκολίες που εμποδίζουν τη συμμετοχή στον δημόσιο διάλογο. Η λεγόμενη δημοκρατία είναι εξ ολοκλήρου πλουτοκρατία, η κυριαρχία του χρήματος: το γυμνό πρόσωπο της «ανοιχτής κοινωνίας», κλειστό σε όσους δεν συμμερίζονται τις προϋποθέσεις της, όπως θεωρητικοποιήθηκε από τον Καρλ Πόπερ.

Η τελευταία απόδειξη είναι η πολεμική φρενίτιδα των ολιγαρχιών, παρά τα στοιχεία της λαϊκής διαφωνίας. Ο τρέχων πόλεμος στο Ιράν αποκαλύπτει την απαράδεκτη υποκρισία της ιεραρχίας της ΕΕ. Στρατιωτικά ανίσχυροι, χωρίς καν να έχουν προειδοποιηθεί από το Ισραήλ και τις ΗΠΑ για το τι επρόκειτο να συμβεί, εξέδωσαν μια δήλωση την οποία μοιραζόμαστε με τους κωμικούς στο Zelig [ΣΧΟΛΙΟ: διάσημο κλαμπ καμπαρέ στο Μιλάνο, το οποίο έγινε επίσης πολύ γνωστό τηλεοπτικό show (Zelig TV)]. Καταδικάζουν την απάντηση του Ιράν εναντίον των «κυρίαρχων κρατών» (τον βομβαρδισμό αμερικανικών βάσεων και συμφερόντων σε διάφορες αραβικές μοναρχίες) αλλά όχι την επιθετικότητα εναντίον του εξίσου κυρίαρχου Ιράν. Θα ήταν διασκεδαστικό, αν δεν μιλούσαμε για τραγωδίες, να τονίσουμε τον βαθμό δουλοπρέπειας του Τύπου και την «κουλτούρα» των φιλελεύθερων δημοκρατιών, ομόφωνα εναντίον του Ιράν, το οποίο δικαίως κατηγορείται για παραβιάσεις των πολιτικών δικαιωμάτων, σίγουρα όχι λιγότερο από εκείνες που συμβαίνουν καθημερινά στη Σαουδική Αραβία, στα Εμιράτα και σε άλλα «κυρίαρχα» κράτη - μπορώ να γελάσω; - στην περιοχή. Περιοχές γεμάτες αμερικανικές βάσεις, βιτρίνες πολυτέλειας και τεχνολογίας, ευλογημένες από το πετροδολάριο, υποστηριζόμενες από την ημι-δουλειακή εργασία εκατομμυρίων μεταναστών, χωρίς δικαιώματα, που βρίσκονται στριμωγμένοι σε απαίσιους κοιτώνες μακριά από τα φώτα των τεχνο-οικονομικών μουσικών αιθουσών. Χώρες που κυριαρχούνται από διεφθαρμένες κληρονομικές αριστοκρατίες όπου κανένας κανόνας της δυτικής δημοκρατίας δεν γίνεται σεβαστός. Ποιον νοιάζει: είναι με το μέρος μας, ξεπλένουν τις βρώμικες συμφωνίες μας, μας επιτρέπουν να κάνουμε business στη σκιά των κλιματιζόμενων ουρανοξυστών, είναι άνετα καταφύγια για τους πλούσιους που έχουν καταφέρει να μεγαλουργήσουν στα μέρη μας.

Μια προϋπόθεση για έναν προβληματισμό σχετικά με τη χρεωκοπία των φιλελεύθερων δημοκρατιών, οι οποίες βιώνουν ένα αυξανόμενο παράδοξο: παρουσιάζονται ως εγγυητές των πολιτικών ελευθεριών, ωστόσο πολλαπλασιάζουν τους ρυθμιστικούς μηχανισμούς που περιορίζουν, ελέγχουν και ρυθμίζουν την ατομική και συλλογική συμπεριφορά. Τα μέτρα που καταπολεμούν την ελευθερία δεν παρουσιάζονται ποτέ για αυτό που είναι - περιορισμοί, υποχρεώσεις, απαγορεύσεις - αλλά δικαιολογούνται συστηματικά στο όνομα αρχών που θεωρούνται ανώτερες: υγεία, ασφάλεια, καταπολέμηση του μίσους, αλληλεγγύη, προστασία του περιβάλλοντος κ.ο.κ. Το σύστημα ισχυρίζεται ότι είναι ουδέτερο από άποψη αξιών και αξιολογίας, αλλά νομιμοποιείται με όρους αρετής: ένα νεοσύστατο ηθικό κράτος. Η συχνά επαναλαμβανόμενη διαδικασία λειτουργεί ως εξής: εισάγεται ένας περιορισμός (απαγόρευση, φόρος, υποχρέωση, επιτήρηση). Αυτό δικαιολογείται από μια ηθική αξία που παρουσιάζεται ως προφανής, αυτονόητη: διάσωση ανθρώπινων ζωών, προστασία παιδιών, υπεράσπιση του πλανήτη από οικολογικές καταστροφές, υποδοχή προσφύγων. Η εξουσία ενισχύεται ενώ η διαφωνία εξουδετερώνεται, υποβιβαζόμενη στην ανηθικότητα και το κακό. Η συνεχής προσφυγή στην αρετή για να δικαιολογηθεί η επέκταση της κανονιστικής σφαίρας εξηγεί τη δυσκολία της κριτικής, η οποία δυσφημείται επειδή είναι ανεύθυνη, αναίσθητη, εξτρεμιστική (;).

Αυτός ο μετασχηματισμός πηγάζει από την απώλεια της εξωτερικής κυριαρχίας των κρατών: νόμισμα, εμπόριο, διπλωματία, άμυνα και σύνορα. Οι εξουσίες έχουν μεταβιβαστεί σε υπερεθνικούς φορείς (ΕΕ, ΕΚΤ, ΝΑΤΟ, ΠΟΥ). Οι εθνικές κυβερνήσεις, στερημένες πραγματικής κυριαρχίας, δικαιολογούν την επιμονή τους με την εσωτερική νομοθετική τους υπέρβαση εις βάρος των πολιτών-υπηκόων τους. Όσο λιγότερο κυρίαρχο είναι ένα κράτος, τόσο πιο απαιτητικό γίνεται: αντισταθμίζει τη διεθνή αδυναμία με ασφυκτικό έλεγχο επί της ιδιωτικής συμπεριφοράς, ακόμη και μέχρι σημείου εξαναγκασμού, παράγοντας μια μορφή ήπιου ολοκληρωτισμού στον οποίο η ελευθερία αναστέλλεται στο όνομα ενάρετων κινήτρων, το αντίθετο των φιλελεύθερων αξιώσεων.

Ο ήπιος δεσποτισμός φαίνεται να λειτουργεί καλύτερα με προοδευτικούς ηγεμόνες, υποστηρικτές μιας νέας, ανεστραμμένης ηθικής. Στο όνομα της ισότητας, της ένταξης, της καταπολέμησης των διακρίσεων και της περιβαλλοντικής σωτηρίας, παράγουν κανόνες και ιδέες που πλαισιώνουν, παρακολουθούν και διορθώνουν τη δημόσια και ιδιωτική συμπεριφορά. Κληρονόμοι του πολιτικού μεσσιανισμού που κάποτε στόχευε στην απελευθέρωση της ανθρωπότητας επεκτείνοντας τα συλλογικά δικαιώματα, έχουν μετατρέψει το προστατευτικό κράτος πρόνοιας σε ένα επεμβατικό κράτος-κηδεμόνα, επιφορτισμένο όχι με την αναδιανομή του πλούτου αλλά με τη διόρθωση συμπεριφορών, την πειθαρχία στις συνήθειες και τη λογοκρισία απόψεων στο όνομα νέων αρετών. Οποιαδήποτε διαφωνία είναι ύποπτη: η αντίθεση στον κανόνα κάνει κάποιον να φαίνεται οπισθοδρομικός, αντιδραστικός και, πάνω απ 'όλα, ανήθικος. Οι συντηρητικοί (τόσο οι φιλελεύθεροι όσο και οι δευτεραγωνιστές τους) δεν είναι και τόσο διαφορετικοί. Όπου κάποιοι επικαλούνται την ισότητα, άλλοι κηρύττουν την τάξη, τη σταθερότητα και την ασφάλεια. Και οι δύο συγκλίνουν προς το ίδιο αποτέλεσμα: τον ριζωματικό πολλαπλασιασμό των κανόνων που καταπνίγουν την κοινωνία και συνθλίβουν το άτομο.

Το παράδειγμα της ΕΕ είναι διαφωτιστικό: από τους εξωτερικούς περιορισμούς στην εξουσία του χρηματοπιστωτικού συστήματος μέχρι την Πράσινη Συμφωνία (Green Deal) και τον Νόμο περί Ψηφιακών Υπηρεσιών (Digital Services Act), η ολιγαρχία ασκεί μια εξουσία που μετατρέπει την τυπικά δημοκρατική πρακτική σε αυτόματο πιλότο, με τη διακομματική συναίνεση των μεγάλων πολιτικών οικογενειών. Ο ήπιος δεσποτισμός είναι το σήμα κατατεθέν του παρακμάζοντος καθεστώτος της μεταμοντέρνας φιλελεύθερης δημοκρατίας. Η αρετή δικαιολογεί τη συνεχή αύξηση του ελέγχου, δηλαδή την προοδευτική μείωση των ελευθεριών. Ένας τομέας όπου αυτός ο μηχανισμός είναι σαφώς εμφανής είναι η μετανάστευση. Οι κυβερνήσεις επικαλούνται συνεχώς την ανθρωπιστική αρετή: καλωσορίζουν τους πρόσφυγες, βοηθούν τους μετανάστες, ασκούν αλληλεγγύη. Αυτές οι ηθικές δικαιολογίες γίνονται αδιαμφισβήτητες παγίδες, άλλοθι για τη νομιμοποίηση καταστροφικών πολιτικών.

Οι συγκεκριμένες επιπτώσεις της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης εκδηλώνονται με την αύξηση της εγκληματικότητας και της ανασφάλειας, καθώς και με την παραμόρφωση και τη διαίρεση των κοινωνιών υποδοχής. Οι υπηρεσίες ασφαλείας κινητοποιούνται σύμφωνα με μια μόνιμη λογική έκτακτης ανάγκης, με εκτεταμένη επιτήρηση των δημόσιων χώρων, αποκλείοντας τον συνεχώς αυξανόμενο αριθμό εθνοτικών θυλάκων που έχουν αφεθεί στην τύχη τους. Στο όνομα της ανθρωπιστικής αρετής, η Ευρώπη έχει ανοίξει τα σύνορά της, αλλά έχει αυξήσει τους μηχανισμούς ασφαλείας της. Κάμερες, drones και τεχνολογίες βιομετρικής αναγνώρισης: Ο Μεγάλος Αδελφός παρακολουθεί, ή μάλλον, η διακηρυγμένη αρετή - η γενναιοδωρία προς τους μετανάστες - στην πραγματικότητα ενισχύει τον έλεγχό του επί των Ευρωπαίων. Το μοντέλο μπορεί να οριστεί ως ενάρετη υποκρισία: χωρίς να αναγνωρίζουν την απώλεια της πραγματικής κυριαρχίας, τα κράτη εντείνουν την παρέμβασή τους στην καθημερινή ζωή των συμπολιτών τους, ρυθμίζοντας, γραφειοκρατικοποιώντας και καθιστώντας τις πιο συνηθισμένες συμπεριφορές παράνομες. Ο φιλελεύθερος κανόνας αντιστρέφεται: οτιδήποτε δεν επιτρέπεται ρητά απαγορεύεται και οτιδήποτε δεν απαγορεύεται ρητά δεν επιτρέπεται πλέον.

Ο ηθικολογικός δεσποτισμός δεν απαιτεί βαρβαρότητα: ενεργεί στο όνομα της υγείας, της ασφάλειας, της ισότητας, του περιβάλλοντος και της ανθρωπιστικής αλληλεγγύης, ένα άλλοθι για την κανονιστική φρενίτιδα κατά της ιδιωτικής ζωής. Ο κολασμένος μηχανισμός τροφοδοτεί την ψευδαίσθηση μιας προστατευτικής δύναμης, η οποία στην πραγματικότητα είναι απαιτητική, βαριά και εχθρική. Η λαβή του καταναγκασμού μεταμφιέζεται σε αρετή, στην απόλυτη δικαιολόγηση των μεταμοντέρνων δημοκρατιών που θυσιάζουν την ελευθερία για να κρύψουν την αδυναμία. Δεν είναι ασυνήθιστο τα εύθραυστα ή παράνομα καθεστώτα να τείνουν να καταφεύγουν στην ηθική ρητορική. Όσο περισσότερο στήνουν κλουβιά, τόσο περισσότερο επικαλούνται την αρετή. Όσο περισσότερο εισβάλλουν στις ελευθερίες, τόσο περισσότερο ισχυρίζονται ότι προστατεύουν την υγεία, την ισότητα, το περιβάλλον, την ασφάλεια και τους πιο ευάλωτους. Είναι μια μόνιμη ασπίδα, ένας εκβιασμός που επιτρέπει την απόκρυψη της σφαίρας ελέγχου και απαγόρευσης, εξουδετερώνοντας τη διαφωνία που έχει προληπτικά κηρυχθεί ανήθικη ή εγκληματική. Το καθήκον της κριτικής σκέψης είναι να αποκαλύψει την υποκριτική λογική που παρουσιάζει τον καταναγκασμό ως αρετή. Στόχος είναι η επαναφορά μιας σαφούς εξουσίας στην κορυφή με κυρίαρχες λειτουργίες: υπεράσπιση των συνόρων, απονομή δικαιοσύνης, διασφάλιση της ασφάλειας, με στόχο την αναζωογόνηση συγκεκριμένων ελευθεριών: ελευθερία έκφρασης, σεβασμός της ιδιωτικής ζωής και αναζωογόνηση των τοπικών κοινοτήτων. «Εξουσία πάνω, ελευθερία κάτω», το απόφθεγμα του Charles Maurras· το πλαίσιο για ένα κοινοτικό έργο αποφασισμένο να αποκαταστήσει την αξιοπρέπεια των ελεύθερων ανδρών και γυναικών.

Όσο έχουμε ακόμα χρόνο: η αμφιβολία είναι θεμιτή. Θα επιβιώσει η λέξη δημοκρατία από την πραγματική της ύπαρξη; Θα μπορούσαμε να αποκαλούμε με αυτό το όνομα για χρόνια ένα σύστημα που έχει γίνει μια τέλεια δικτατορία. Οι λέξεις μερικές φορές επιβιώνουν από τις έννοιες που προσδιορίζουν. Αντιλαμβανόμαστε τη φιλελεύθερη δημοκρατία όχι ως σύστημα πολιτικής οργάνωσης, αλλά ως το μόνο νόμιμο, καθολικό σύστημα πέρα ​​από τον χρόνο και τον τόπο. Είμαστε ανίκανοι να αναγνωρίσουμε ότι, όπως κάθε ανθρώπινη επινόηση, είναι προϊόν συγκεκριμένων περιστάσεων και συνθηκών. Συγκεκριμένα, ενός μέρους της Ευρώπης και των λαών που διαμορφώνει, σε συγκεκριμένες καταστάσεις βιομηχανικής ανάπτυξης, πνευματικής βάσης και πολιτιστικής ομοιογένειας. Δεν λειτουργεί παντού ή για κάθε πληθυσμό. Συγκεκριμένα, η δημοκρατία δεν επιβιώνει σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία, όπου οι άνθρωποι ψηφίζουν όχι σύμφωνα με τα οικονομικά και κοινωνικά τους συμφέροντα, αλλά σύμφωνα με τη φυλή και τη θρησκεία. Μια έννοια που έχει γίνει ακατανόητη για τον σύγχρονο δυτικό άνθρωπο που υπερηφανεύεται για την εθνική του αδιαφορία και ο οποίος για κάποιο χρονικό διάστημα ακόμη, θα συνεχίσει να ψηφίζει με βάση την ιδεολογία και τα αντιληπτά οικονομικά συμφέροντα.

Αυτό δεν ισχύει για τους πληθυσμούς με τους οποίους μοιραζόμαστε πλέον τον ίδιο εδαφικό και πολιτικό χώρο, έχοντας γίνει «πολίτες» μέσω μιας διαστρέβλωσης της έννοιας, που αρχικά συνδεόταν με τα «παιδιά της Πατρίδας» (enfants de le patrie). Είναι ένα χαμένο παιχνίδι αν δεν καταφέρουμε να κατανοήσουμε την πραγματικότητα. Αν όλες οι ομάδες που αποτελούν μια πολυπολιτισμική κοινωνία, εκτός από μία, ενεργήσουν πολιτικά υποστηρίζοντας τους συμπατριώτες τους ή τους ομόθρησκούς τους, αυτός ο αφελής λαός, δέσμιος της ηθικολογικής αφαίρεσης, θα ηττηθεί. Ένα παιχνίδι στο οποίο ο φιλελεύθερος ατομικισμός είναι ο ηττημένος.

Είμαστε ακόμα μακριά από τη φυλετική δημοκρατία, αλλά πλησιάζουμε· από επιλογή και αποδεχόμενοι μια επίσημη, ηθικολογική δημοκρατία, έναν παραμορφωμένο καθρέφτη μιας ανεστραμμένης αρετής. Η διάλυση του ιθαγενούς πληθυσμού ήδη καθιστά την δημογραφική αντικατάσταση -την οποία αρνείται ο ιδεολογικός ηθικισμός- κεντρικό στοιχείο στη διαδικασία διαμόρφωσης συναίνεσης, συμπεριλαμβανομένης της εκλογικής συναίνεσης. Ας ελπίσουμε ότι η προπαγάνδα, σε συνδυασμό με τη σχετική υπολειμματική ευημερία, δεν θα μας ωθήσει στα όριά της. Υπάρχει ακόμα το ένστικτο επιβίωσης ή έχει κατακλυστεί από την αφηρημένη οικουμενική λογική; Τα συναισθηματικά μηνύματα ευτυχώς χάνουν την επιρροή τους στις καρδιές των ανθρώπων. Θα είναι αρκετό για να συντρίψουμε την ψεύτικη, νεο-ενάρετη δημοκρατία ή θα πεθάνουμε χωρίς να βγάλουμε ούτε έναν στεναγμό;

ΠΗΓΗ