«Η Κρίση της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας» («Die geistesgeschichtliche Lage des heutigen Parlamentarismus», 1923) είναι το κλασικό επιδραστικό πολιτικό και φιλοσοφικό έργο του Γερμανού Εθνικοσοσιαλιστή νομικού και πολιτικού επιστήμονα Καρλ Σμιτ (Carl Schmitt, 1888-1985) [1], ενός από τους σπουδαιότερους πολιτειολόγους του 20ου αιώνα. Το βιβλίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Ζήτρος (2026) σε μετάφραση και σχόλια του Διονύση Ασημιάδη και έρχεται να προστεθεί στα άλλα σημαντικά έργα του Σμιτ που έχουν εκδοθεί στη χώρα μας [2].
Αν και έχει περάσει ένας περίπου αιώνας από τότε που πρωτοκυκλοφόρησε, το έργο του μεγάλου Γερμανού στοχαστή - ένα από τα σημαντικότερα έργα της πολιτικής θεωρίας του 20ού αιώνα - παραμένει πάντα επίκαιρο.
Το έργο γράφτηκε μέσα στο εύθραυστο πολιτικό τοπίο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης στη Γερμανία, προμηνύοντας τα δομικά αδιέξοδα που οδήγησαν στην κατάρρευση του κοινοβουλευτικού συστήματος. Ο Σμιτ υποστηρίζει ότι ο κοινοβουλευτισμός βρίσκεται σε βαθιά κρίση επειδή οι πολιτικές έννοιες έχουν χάσει το αρχικό τους περιεχόμενο, και οι θεσμοί λειτουργούν ως κενά σχήματα, χωρίς να υπηρετούν τις ιδέες που τους γέννησαν.
Ο Σμιτ δεν περιορίζεται στην κριτική της λειτουργίας του κοινοβουλευτικού συστήματος. Αμφισβητεί τις ίδιες τις θεωρητικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίζεται ο κοινοβουλευτισμός, ιδιαίτερα την πεποίθηση ότι η δημόσια συζήτηση, η αντιπαράθεση επιχειρημάτων και η κοινοβουλευτική διαβούλευση μπορούν να οδηγήσουν σε ορθολογικές πολιτικές αποφάσεις. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι πραγματικές αποφάσεις λαμβάνονται παρασκηνιακά από κομματικούς και οικονομικούς μηχανισμούς.
Ο Σμιτ διαχωρίζει τη δημοκρατία (ως έκφραση της πολιτικής βούλησης του λαού) από τον κοινοβουλευτισμό (ως σύστημα αντιπροσώπευσης), καθώς. υποστηρίζει ότι η δημοκρατία μπορεί να υπάρξει και χωρίς τα παραδοσιακά κοινοβουλευτικά μέσα. Για τον Σμιτ, οι δύο έννοιες δεν ταυτίζονται. Η δημοκρατία αφορά την ταυτότητα ανάμεσα στη βούληση του λαού και στη βούληση εκείνων που κυβερνούν. Ο κοινοβουλευτισμός, αντίθετα, αποτελεί έναν συγκεκριμένο τρόπο οργάνωσης της πολιτικής εξουσίας, που βασίζεται κυρίως στην αντιπροσώπευση, τη συζήτηση και τη διαπραγμάτευση.
Ο κοινοβουλευτισμός δικαιολογείται, κατά την κλασική φιλελεύθερη αντίληψη, επειδή οι εκπρόσωποι συζητούν δημόσια, ανταλλάσσουν επιχειρήματα και μπορούν να αναθεωρήσουν τις θέσεις τους.
Στην πραγματικότητα, όμως, οι κοινοβουλευτικές αποφάσεις μπορεί να προκύπτουν από κομματικές συναλλαγές, διαπραγματεύσεις συμφερόντων και υπόγειες συμφωνίες, αντί από μια ειλικρινή αναζήτηση της αλήθειας μέσω του διαλόγου.
Αν οι πολίτες και οι πολιτικοί δεν πιστεύουν πλέον ότι η δημόσια συζήτηση και η αντιπαράθεση επιχειρημάτων έχουν ουσιαστική αξία, τότε, κατά τον Σμιτ, το κοινοβουλευτικό σύστημα χάνει την αρχή που δικαιολογεί την ύπαρξή του.
Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τον Σμιτ, ο κοινοβουλευτισμός δεν μπορεί να διατηρήσει τη νομιμοποίησή του όταν η δημόσια συζήτηση παύει να αποτελεί πραγματική αρχή της πολιτικής ζωής και μετατρέπεται σε ανταγωνισμό κομματικών συμφερόντων.
[1] Περισσότερα για τη
ζωή και το έργο του Καρλ Σμιτ βλ. METAPEDIA καθώς
και στο βιβλίο του Ν. Γ. Μιχαλολιάκου:
«Εγκληματίας Σκέψης –
“Better dead than dying” C. Schmitt, 1948» (2021).
[2] Έργα του Καρλ Σμιτ που κυκλοφορούν στα ελληνικά: «Η έννοια του Πολιτικού» (Κριτική), «Πολιτική Θεολογία» (Εκδόσεις Λεβιάθαν), «Η Κρίση της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας» (Ζήτρος), «Πολιτικός Ρομαντισμός» (Ζήτρος), «Ο Λεβιάθαν στην πολιτειολογία του Τόμας Χομπς» (Σαββάλας), «Η Θεωρία του Αντάρτη» (Εκδόσεις Πλέθρον), «Στεριά και Θάλασσα. Μια κοσμοϊστορική θεώρηση» (Σμίλη), «Ο Καρλ Σμιτ στο δικαστήριο της Νυρεμβέργης» (Εκδόσεις Συγχρονικότητα), «Σχετικά με τα τρία είδη της νομικής σκέψης» (Παπαζήσης). «Ποιος είναι ο Φύλακας του Συντάγματος» (Παπαζήσης), «Άμλετ ή Εκάβη» (Εκδόσεις Κουκκίδα).
Π.Χ.Γ.









