Ο «απλά ένας
άνθρωπος», ο πολίτης Δημήτριος Ποντίκας, περιγράφει μια κατάσταση:
«Βρέθηκα
σε μία δικαστική αίθουσα σε κάποια πόλη της χώρας μας ως μάρτυρας κατηγορίας και
παθών μαζί με δεκάδες άλλους ανθρώπους που κουβαλούσαν στα μάτια τους εκείνη τη
γνώριμη έκφραση της ελληνικής πραγματικότητας, την κούραση, την αγανάκτηση και
μια βαθιά αίσθηση ότι κάπου στη διαδρομή χάθηκε η λογική.
Απέναντί μας,
μία σπείρα ανηλίκων. Δεν μιλάμε για μια παιδική αταξία ούτε για κάποιο σπασμένο
τζάμι από απερισκεψία της στιγμής, αλλά για πάνω από πενήντα σπασμένα
αυτοκίνητα, κλοπές, καταστροφές και ένα φορτηγό γεμάτο εμπορεύματα που εκλάπη,
οδηγώντας τον ιδιοκτήτη του τελικά στο κλείσιμο της επιχείρησής του. Ύστερα από
κάμποσες ώρες ήρθε η ετυμηγορία. Αθώοι, λόγω ηλικίας. Και εκεί, μέσα στο
δικαστικό μέγαρο, δεν ένιωσες απλώς απογοήτευση, μα κάτι πιο βαρύ. Σαν να σου
λέει το ίδιο το σύστημα κατάματα “η ζημιά σου δεν έχει τελικά ιδιαίτερη
σημασία”.
Οι παθόντες
έτρεχαν πέντε φορές σε δικαστήρια μέσα σε βάθος ετών, άφησαν τις δουλειές τους,
πλήρωσαν εισιτήρια, έκλεισαν ξενοδοχεία, προσέλαβαν δικηγόρους, έχασαν
μεροκάματα. Κανείς δεν το ήθελε, απλά αν δεν εμφανίζονταν, τους περίμεναν
συνέπειες.
Όμως όταν
ήρθε η ώρα της ουσίας, όταν ήρθε η ώρα να αποκατασταθεί έστω στοιχειωδώς η
αίσθηση του δικαίου, τότε ξαφνικά όλα εξατμίστηκαν μέσα σε μία λέξη,
“ανήλικοι”.
Ναι, μια
κοινωνία οφείλει να προστατεύει τα παιδιά της από τον ισόβιο στιγματισμό. Ναι,
ένας δεκαπεντάχρονος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ακριβώς όπως ένας σκληρός
εγκληματίας 40 ετών. Αυτό είναι στοιχείο ουσιαστικής ανθρωπιάς, αλλά
άλλο είναι η ανθρωπιά και άλλο είναι η κοινωνική παράνοια.
Όταν μια οργανωμένη ομάδα διαλύει
περιουσίες, οδηγεί ανθρώπους στην οικονομική καταστροφή και τελικά το μήνυμα
που εκπέμπεται είναι ότι ουσιαστικά κανείς δεν φέρει πραγματική ευθύνη, τότε η
κοινωνία αρχίζει να σαπίζει από μέσα.
Ο νομοταγής
πολίτης βλέπει πλέον κάτι τρομακτικό,
ότι ο μόνος που τιμωρείται σταθερά είναι ο ίδιος. Εκείνος που πληρώνει
φόρους, εκείνος που εμφανίζεται υποχρεωτικά στο δικαστήριο, εκείνος που χάνει
χρήματα και χρόνο, εκείνος που βλέπει την περιουσία του κατεστραμμένη, εκείνος
που μένει χωρίς αποζημίωση, εκείνος που καλείται στο τέλος να “κατανοήσει”.
Όταν ο
πολίτης φύγει από μια δικαστική αίθουσα νιώθοντας περισσότερο μόνος,
περισσότερο αβοήθητος και περισσότερο αόρατος από όταν μπήκε, τότε το πρόβλημα
δεν είναι μόνο νομικό, αλλά βαθιά υπαρξιακό για μια ολόκληρη κοινωνία που
εθελοτυφλεί από κούφιες και κενού περιεχομένου έννοιες»…
Έτσι είναι,
αγαπητοί. Η
Δικαιοσύνη στην Ελλάδα δείχνει κάποιες φορές ότι έχει μετεξελιχθεί σε
δημοσιοϋπαλληλίκι, που θα έλεγε ο πολίτης. Προχθές, πάντως, αποφυλακίσθηκε ο
«17 φορές ισόβια» Γιωτόπουλος. Προφανώς όχι λόγω ηλικίας…
ΠΗΓΗ: www.dimokratia.gr
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Καμία αντίδραση δεν
υπήρξε για την αποφυλάκιση του αρχηγού της «17 Νοέμβρη» από τα κόμματα του
λεγόμενου «Συνταγματικού Τόξου» και τους κονδυλοφόρους των ΜΜΕ, αντίθετα απ’ ό,τι
συνέβη με την αποφυλάκιση του Ιδρυτού της Χρυσής Αυγής, Νίκου Μιχαλολιάκου, που είχαν «λυσσάξει», χαρακτηρίζοντας την «άδικη και προκλητική».
Μάλιστα, κόμματα της Αριστεράς ζήτησαν να μην ανακληθεί
η αποφυλάκιση του αρχιτρομοκράτη Γιωτόπουλου, τονίζοντας, μεταξύ άλλων, πως «η
παραμονή του στην φυλακή υπηρετεί τη λογική της εκδίκησης του συστήματος» και
πως «η δημοκρατία δεν εκδικείται».
Να
σημειωθεί πως η «17 Νοέμβρη» δρούσε «ανενόχλητα» για περισσότερο από 25 χρόνια με
την ανοχή και την συγκάλυψη του κλεφτοΠΑΣΟΚ (τουλάχιστον κατά την πρώτη περίοδο
της διακυβέρνησής του).
Να
θυμίσουμε, επίσης, σε όσους έχουν ξεχάσει, και στους νεότερους που πιθανόν δεν
γνωρίζουν, πως επί διακυβέρνησης της συριζοσαπίλας (2015-2019), ο αρχιεκτελεστής
της 17 Νοέμβρη, Δημήτρης Κουφοντίνας, έχαιρε ιδιαίτερης προνομιακής
μεταχείρισης στις φυλακές, ενώ αριστεροί βουλευτές επισκέπτονταν συχνά τους φυλακισμένους
τρομοκράτες-δολοφόνους και είχαν πολύωρες συζητήσεις μαζί τους.
Έτσι
είναι, αγαπητοί. «Η δημοκρατία δεν εκδικείται» και το Σύνταγμα δεν λειτουργεί με όρους αντεκδίκησης απέναντι στους αριστερούς εγκληματίες. Η δημοκρατία
και η δικαιοσύνη εκδικείται και τιμωρεί, υπέρ του δέοντος αυστηρά, μόνο τους «κακούς φασίστες».