γράφει ο Δημήτριος Τσίκας
Διεθνολόγος – Συγγραφέας
Τις
τελευταίες ημέρες, σε ολόκληρο τον κόσμο, τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης
κατακλύζονται από τις αποκαλύψεις της λεγόμενης «λίστας Epstein».
Δημοσιογράφοι, ερευνητές και σχολιαστές περνούν από κόσκινο τις επαφές του
μαστροπού της διεθνούς ελίτ, αναζητώντας ποιοι πολιτικοί, επιχειρηματίες και
παράγοντες βρέθηκαν στο δίκτυο του. Ακόμη και σε χώρες όπως το Αζερμπαϊτζάν και
η Γεωργία, τα ΜΜΕ δεν διστάζουν να ερευνήσουν ποιοι συναντήθηκαν μαζί του, έστω
και τυχαία, κατά τις σύντομες επισκέψεις του εκεί. Παντού στον πλανήτη το θέμα
βρίσκεται στην πρώτη γραμμή — εκτός από την Ελλάδα.
Στην Ελλάδα,
το σύστημα μοιάζει να είχε «θωρακιστεί» προληπτικά απέναντι σε τέτοιου είδους
αποκαλύψεις. Εδώ και χρόνια, η πολιτική και μιντιακή ελίτ δεν αρκέστηκε απλώς
στο να αγνοεί όσους προειδοποιούσαν για τα σκοτεινά κυκλώματα που σήμερα
αποκαλύπτονται· φρόντισε να τους εξουδετερώσει κοινωνικά και επαγγελματικά.
Όποιος τολμούσε να μιλήσει για τα όσα σήμερα επιβεβαιώνονται μέσα από τα
έγγραφα της υπόθεσης Epstein, δεν αντιμετωπιζόταν με αντίλογο, αλλά με χλεύη,
λοιδορία και συστηματική στοχοποίηση.
Για μεγάλο
διάστημα αποτελούσε —και παραμένει— ταμπού να μιλήσει κανείς για δημογραφική
αντικατάσταση, για τη συρρίκνωση του ευρωπαϊκού πληθυσμού, για τις παρενέργειες
των εμβολίων ή για τις σκοτεινές διασυνδέσεις της ελίτ με πρακτικές που
αγγίζουν τον σατανισμό και την παιδοφιλία. Δεν υπήρχε περιθώριο για συζήτηση·
υπήρχε μόνο μηχανισμός φίμωσης. Η «αστυνομία σκέψης» —πανεπιστημιακοί, τηλεπαρουσιαστές,
fact-checkers κατ’ επίφαση και κρατικοδίαιτοι «ειδικοί»— έσπευδε να κολλήσει
την ταμπέλα του «ψεκασμένου» σε όποιον τολμούσε να αμφισβητήσει το αφήγημα.
Ο
χαρακτηρισμός αυτός δεν ήταν τυχαίος ούτε αθώος. Αποτελούσε εργαλείο κοινωνικής
εξόντωσης: να γελοιοποιηθεί ο αμφισβητίας, να απομονωθεί από τον κοινωνικό του
περίγυρο, να απαξιωθεί επαγγελματικά, να φοβηθεί να μιλήσει ξανά. Μαζί με τον
επίσημο μηχανισμό, κινητοποιήθηκε και ένας ολόκληρος στρατός καλοθελητών στα
μέσα κοινωνικής δικτύωσης —τρολ, ανώνυμοι λογαριασμοί, αλλά και «ευυπόληπτοι»
δημόσιοι σχολιαστές— που αναλάμβαναν εργολαβικά τη λάσπη εναντίον όποιου
επιχειρούσε να αναδείξει το αυταπόδεικτο. Έτσι χτίστηκε ένα κλίμα φόβου και
αυτολογοκρισίας, όπου η αλήθεια βαφτιζόταν «συνωμοσία».
Υπό αυτές
τις συνθήκες, δεν προκαλεί καμία απορία γιατί τα μεγάλα πανελλαδικά κανάλια
θάβουν τις αποκαλύψεις της υπόθεσης Epstein. Τι θα μπορούσαν, άλλωστε, να πουν
στον ελληνικό λαό; Ότι τόσα χρόνια συγκάλυπταν το κύκλωμα παιδεραστίας στην
υπόθεση Μίχου επειδή άγγιζε πολιτικά πρόσωπα και «ευυπόληπτους» παράγοντες; Ότι
προτίμησαν τη σιωπή αντί της αλήθειας για να προστατεύσουν το καθεστώς και τους
χρηματοδότες τους; Ή μήπως ότι συνέβαλαν στη μαζική προπαγάνδα υπέρ της
υποχρεωτικότητας των εμβολίων, κλείνοντας τα μάτια σε ανησυχητικά στοιχεία και
καλλιεργώντας κλίμα φόβου και διχασμού;
Η αλήθεια
είναι σκληρή: ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού πολιτικού και μιντιακού συστήματος
είναι βαθιά μπλεγμένο σε αυτή τη διεθνή διαφθορά. Και όταν μας αποκαλούν
«συνωμοσιολόγους», το κάνουν γιατί οι ίδιοι έχουν πολλά να κρύψουν. Για όσο
ακόμη προσπαθούν να θάψουν την αλήθεια, θα μας βρίσκουν απέναντί τους —
ακούραστους, ανυποχώρητους και ανυπότακτους.
Όταν ένας Ιταλός ανταποκριτής ζήτησε στον
Ernst Jünger να σχολιάσει τη σχέση του με τον Spengler, εκείνος
απάντησε ως εξής, σε μια επιστολή, με ημερομηνία Φεβρουάριος 1995 (ένα
μήνα πριν από τα εκατοστά γενέθλιά του):
«Σας ευχαριστώ που
μου στείλατε τη σημαντική σας εργασία. Έχετε δίκιο να υποθέτετε ότι ο
Oswald Spengler είχε σημαντική επιρροή στην πνευματική μου εξέλιξη.
Οφείλω την πρώτη αναφορά για το βιβλίο “Η Παρακμή της Δύσης”, στον αδελφό
μου Friedrich Georg, ο οποίος αφού τραυματίστηκε σοβαρά βρήκε χρόνο να
το διαβάσει. Κι εγώ επίσης γοητεύτηκα από την ανάγνωση. Ακολούθησε μια
επιστολή προς τον συγγραφέα και του έστειλα επίσης το πολεμικό μου
ημερολόγιο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μια πρόσκληση για το Μόναχο. Ήμουν
πολύ απασχολημένος εκείνη την εποχή: το γεγονός ότι δεν έδωσα συνέχεια
σε αυτήν την πρόσκληση, είναι κάτι για το οποίο μετανιώνω ακόμα και
σήμερα. Το φθινόπωρο του 1932, υπήρξε μια ακόμη σύντομη ανταλλαγή
επιστολών σχετικά με το βιβλίο μου “Ο Εργάτης”. Ο Spengler κατανοούσε
τον όρο με την έννοια του 19ου αιώνα, άρα με την έννοια της ταξικής
πάλης και για αυτόν τον λόγο, όπως και για τον Carl Schmitt, ήδη ο απλός
τίτλος του φαινόταν ύποπτος.
Και οι δύο πίστευαν
ότι ο σκοπός του βιβλίου ήταν να επαινέσει το προλεταριάτο με τη
μαρξιστική έννοια, αλλά για μένα αποτελεί μια νεοπλατωνική επιστροφή
στην προμηθεϊκή ουσία. Αυτό μου έγινε σαφές μόνο σήμερα. Από αυτή την
άποψη, σας προτείνω να διαβάσετε το σπουδαίο κεφάλαιο που αφιέρωσε ο
αδελφός μου Friedrich Georg στον Προμηθέα, στο βιβλίο του «Grieschische
Mythen». «Οι θεοί αντλούν από την αφθονία, ο Προμηθέας δημιουργεί. Ο
Προμηθέας είναι περήφανος για τα έργα του νου και του χεριού του και
αυτή η υπερηφάνεια επιστρέφει στον Προμηθέα άνθρωπο, μέχρι του σημείου
παραμόρφωσης, σε εκείνη την αυτοαξιολόγηση της εργασίας, αλλά και του
Εργάτη που εισάγει για άλλη μια φορά τον Σισυφισμό στη ζωή».
Αυτή η επιστολή λοιπόν,είναι μια μαρτυρία
που είναι σημαντική από πολλές απόψεις. Υποδεικνύοντας επίσης , από την
άλλη πλευρά , αξιοσημείωτες ερμηνευτικές ιδέες στην αναφορά – μέσω της
μεσολάβησης των μυθογραφικών ερευνών του αδελφού, του Friedrich Georg –
οι οποίες τον επηρέασαν πολύ, ιδιαίτερα στον τιτανισμό και τον σισυφισμό
του “Εργάτη”. Αλλά σίγουρα δεν πρόκειται για μια μεμονωμένη μαρτυρία.
Αντιθέτως όλο το έργο του Jünger, από τα δοκίμιά του μέχρι τα ημερολόγια
του και τα συγκεκριμένα λογοτεχνικά του έργα, είναι στενά συνυφασμένο,
όπως θα δούμε εν μέρει, με έναν πυκνό και τεταμένο διάλογο με τον
Spengler, τόσο σαφή όσο και έμμεσο. Ο Spengler, ένας «λαμπρός
ιστορικός», σύμφωνα με μια καταχώρηση ημερολογίου από τον Ιούνιο του
1994, είναι ο στοχαστής που ο Jünger θεωρεί αναμφισβήτητα «καθοριστικό»
για την αντίληψή του για την ιστορία.
Αυτές οι συζητήσεις περιλαμβάνουν επίσης,
τον υποβλητικό ορισμό του Jünger για την “Παρακμή της Δύσης” ως ενός
«χαρισματικού βιβλίου», σημείου αναφοράς, κατά την έκδοσή του, «ειδικά
για τις νεότερες γενιές». Όταν ο Jünger έστειλε στον Spengler ένα
φρεσκοτυπωμένο αντίτυπο του Arbeiter, πρόσθεσε την εξής αφιέρωση: «Στον Spengler, ο οποίος μετά τον αφοπλισμό της Γερμανίας, σφυρηλάτησε τα πρώτα της νέα όπλα».
Και αυτά τα όπλα, πνευματικά αλλά πολύ τρομακτικά (ο Spengler είχε
κυκλοφορήσει τον πρώτο τόμο του βιβλίου «Η Παρακμή της Δύσης»,
ελπίζοντας ότι το βιβλίο του δεν θα φαινόταν «εντελώς ανάξιο μπροστά στα
στρατιωτικά κατορθώματα της Γερμανίας»), ο Jünger τα είχε εκτενώς
χρησιμοποιήσει σε ένα σύνθετο πολιτικό επίπεδο.
Απλώς να σκεφτεί κάποιος τη σύνδεση μεταξύ
του “Εργάτη” και του Πρωσισμού, η οποία απηχεί έντονα τις ιδέες και τις
προτάσεις που ανέπτυξε ο Spengler μια δεκαετία νωρίτερα στο “Πρωσσισμός
και Σοσιαλισμός”. Ή ακόμη και σε αυτή μεταξύ του «Εργάτη» και της
Γερμανίας, στην οποία ο Jünger λειτουργεί ως ένας εθνικιστικός
περιορισμός της πλανητικής και παγκοσμιοποιητικής του προοπτικής. Ή
ακόμη και στην «εχθρότητα του ανθρώπινου τύπου» (και εννοούμε φυσικά τον Εργάτη, σε αντίθεση με το αστικό «άτομο») «εναντίον των πολιτικών κομμάτων, των κοινοβουλίων, του φιλελεύθερου τύπου και της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς»,
η οποία θυμίζει κεντρικά στοιχεία της σπεγκλεριανής πολιτικής
πολεμικής, καθώς και φυσικά, μιας ευρύτερης πολιτιστικής ατμόσφαιρας,
αυτής της «συντηρητικής επανάστασης», της οποίας οι Jünger και Spengler
δικαίως έχουν θεωρηθεί μεταξύ των κύριων εκφραστών!
Παρά ταύτα, η απάντηση του Spengler, η
οποία βασίζεται σε μια επιστολή με ημερομηνία Σεπτέμβριος 1932, είναι
σκληρή: μέχρι στιγμής έχει καταφέρει μόνο να «ξεφυλλίσει» το βιβλίο,
αλλά παρ’ όλα αυτά δεν θέλει να καθυστερήσει να ανακοινώσει στον
συγγραφέα την ιδέα που έχει σχηματίσει γι’ αυτό: «Εσείς, όπως πολλοί άλλοι, δεν καταφέρατε να διαχωρίσετε την έννοια του εργάτη από τη φρασεολογία των μαρξιστών.»
Ο δημόσιος υπάλληλος, ο επιχειρηματίας, ο αξιωματικός είναι εργάτες με
τον ίδιο τρόπο όπως και ο εργάτης. Είναι εντελώς παραπλανητικό να
αντιπαραβάλλουμε τη μορφή του εργάτη, με αυτή του αγρότη, η οποία
εξακολουθεί να είναι πολιτικά σημαντική, ειδικά στη Γερμανία. Με αυτόν
τον τρόπο, ο Jünger αποστασιοποιήθηκε από την πραγματικότητα,
αποκλείοντας στον εαυτό του «οποιαδήποτε επιρροή στο μέλλον, το οποίο θα ακολουθήσει εντελώς διαφορετικές οδούς».
Αν ο Spengler όντως περιορίστηκε στο να «ξεφυλλίζει» τον “Εργάτη” πριν
απαντήσει στον Jünger, είναι πιθανό ότι εντυπωσιασμένος αρνητικά από τον
εργατισμό και την επιφανειακά μαρξιστική φρασεολογία, να μην
συνειδητοποίησε αμέσως τον ρόλο που έπαιξε ο ίδιος στο αριστούργημα του
Jünger.
Γιατί αν το είχε προσέξει εγκαίρως, είναι
πιθανό η κρίση του να ήταν ακόμη πιο αυστηρή. Πράγματι υπάρχουν πολλά
μέρη, όπου ακόμη και χωρίς να αναφέρονται ρητά οι αναφορές σε αυτόν,
είναι παρόλα αυτά προφανείς. Και αυτές είναι πάντα εξαιρετικά σκληρές
αναφορές, όπως στο κρίσιμο απόσπασμα που ακολουθεί: «Αν, επομένως, η
σύγχρονη κριτική επιβεβαιώνει την πλήρη παρακμή και την ενδύει με
σύμβολα, ας της δοθεί αυτή η επιβεβαίωση. Αυτή η κρίση, ωστόσο, μπορεί
να ισχυριστεί ότι ισχύει μόνο για τον χρόνο στον οποίο ανήκει η ίδια η
κριτική. Το καθήκον της κριτικής είναι να περιγράψει την τεράστια
ιστορία του θανάτου, της οποίας είμαστε μάρτυρες. Αλλά αυτός ο θάνατος
αναφέρεται στον αστικό κόσμο και στις αξίες που έχει εφαρμόσει.
Υπερβαίνει τον αστικό κόσμο μόνο και μόνο επειδή ο αστός είναι απλώς
ένας κληρονόμος και τίποτα περισσότερο από ένας κληρονόμος, ο οποίος με
την παρακμή του σπατάλησε μια πολύ αρχαία κληρονομιά. Η βαθιά τομή που
απειλεί τη ζωή σήμερα, χωρίζει όχι μόνο δύο γενιές, όχι μόνο δύο εποχές,
αλλά αναγγέλλει το τέλος των παραδόσεων πολλών χιλιετιών».
Παρά την
καταδικαστική απόφαση το σύστημα αδυνατεί να φυλακίσει ξανά τον Νικόλαο Γ.
Μιχαλολιάκο και τους υπόλοιπους Συναγωνιστές, διότι έχουν εκτίσει ήδη τις
εξωφρενικές ποινές που επιβλήθηκαν το 2020 κι έτσι έχουν εξαντληθεί όλα τα
«όπλα» των πολιτικών διώξεων. Επιπλέον, η νομική υπόσταση του πολιτικού
κινήματος της Χρυσής Αυγής παραμένει ανεπηρέαστη ανεξαρτήτως της σημερινής
απόφασης. Έτσι, σε μια απέλπιδα κίνηση ακραίας εκδικητικότητας, φυλακίζει την Συναγωνίστρια Ελένη
Ζαρούλια με μοναδικό κριτήριο μια ομιλία της στην Βουλή εναντίον
λαθρομεταναστών βιαστών!
Παρά την
προπαγάνδα περί του αντιθέτου και δυστυχώς για τους εχθρούς του Εθνικισμού, στη
δίκη αυτή ΔΕΝ δικάστηκε η Χρυσή Αυγή (άρα ούτε είναι δυνατόν να καταδικαστεί
για κάτι). Η ελληνική νομοθεσία δεν προβλέπει την δυνατότητα άσκησης διώξεων σε
βάρος πολιτικών κομμάτων, ούτε βέβαια υφίσταται οποιοσδήποτε τρόπος να κηρυχθεί
παράνομο ένα πολιτικό κόμμα.
Αυτός είναι
και ο λόγος που οι πολιτικές διώξεις από το 2013 έως σήμερα στρέφονται
συγκεκριμένα εναντίον του φυσικού προσώπου του Νικολάου Μιχαλολιάκου, πρώην
βουλευτών του Λαϊκού Συνδέσμου – Χρυσή Αυγή, ορισμένων υποστηρικτών του
Κινήματος μας αλλά και εναντίον κάποιων εντελώς άσχετων ανθρώπων που βρέθηκαν
κατηγορούμενοι μόνο και μόνο για λόγους εντυπώσεων.
Απέναντι
στο νέο κύμα καθεστωτικής λάσπης, η ανταπόκριση των Συναγωνιστών σε Αθήνα και
Θεσσαλονίκη ήταν άμεση. Ως υπερήφανοι Χρυσαυγίτες αντιστεκόμαστε στην
επιχείρηση «ποινικοποίησης» του φρονήματος και απολύτως νόμιμα ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ ΤΟΝ
ΕΘΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ!
Ο σεβασμός προς τον
εκπαιδευτικό δεν θεωρείται πλέον αυτονόητος, η πειθαρχία αντιμετωπίζεται συχνά
ως αυταρχισμός και η υπενθύμιση των ευθυνών των μαθητών ως περιορισμός της
ελευθερίας τους
Γιάννης Κουριαννίδης*
Το γεγονός
του θανάτου της καθηγήτριας στη Θεσσαλονίκη δεν πρέπεινα ξεπεραστεί ως ακόμη μία τραγική
είδηση, αφού αντανακλά μια βαθύτερη κρίση του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Μια
κρίση που δεν αφορά μόνο τα προγράμματα σπουδών και το εξεταστικόσύστημα, αλλά πρωτίστως στην ίδια την ηθική
και θεσμική ισορροπία μέσα στο σχολείο.
Χωρίς να
επιθυμούμε ναεστιάσουμε στο
συγκεκριμένο γεγονός, η ελληνική εκπαίδευση γενικότερα δείχνει να
κινείται σε μία επικίνδυνη μονομέρεια,
που έχει να κάνει με την ολοένα αυξανόμενη έμφαση στα λεγόμενα «δικαιώματα των
παιδιών», χωρίς αντίστοιχη έμφαση και στις υποχρεώσεις τους. Η παιδαγωγική
ισορροπία, που αποτελούσεκάποτε τον
πυρήνα της εκπαιδευτικής διαδικασίας, έχει διαταραχθεί, αφού συχνά ο
εκπαιδευτικός, πέραν της δοκιμασίας των ορίων του από τη συμπεριφορά
μαθητών, αντιμετωπίζει και γονείς που του συμπεριφέρονται όχι ως συνεργάτη,
αλλά αντίπαλο στην αγωγή των παιδιών τους.
Έτσι, ο
σχολικός εκφοβισμός από άρρωστο φαινόμενο μεταξύ μαθητών ασκείται πλέον και
σεβάρος των εκπαιδευτικών! Και
ο δάσκαλος από πυλώνας της σχολικής κοινότητας καταλήγει να είναι ένας
επαγγελματίας που λειτουργεί χωρίς καμιά θεσμική στήριξη. Η ευθύνη δεν βαρύνει απλώς
συγκεκριμένα πρόσωπα. Τα
τελευταία χρόνια όποια συζήτηση περί της εκπαίδευσης περιορίζεται σε
τεχνοκρατικές έννοιες και προσεγγίσεις, χωρίς
νααγγίζει τον ουσιαστικό ρόλο του σχολείου ως χώρο διαμόρφωσηςχαρακτήρων και αξιών.
Για
δεκαετίες, η ελληνική παιδεία στηριζόταν σε ένα αξιακό υπόβαθρο, με σαφή τα
μηνύματα για σεβασμό προς τον δάσκαλο, αγάπη προς την πατρίδα, σύνδεση με
τη θρησκεία και την παράδοση, την οικογένεια και την πνευματική μας κληρονομιά. Όχι ως μηχανισμός επιβολής, αλλά ως ένα πλαίσιο ηθικής συγκρότησης. Σήμερα
αυτά έχουνανατραπεί. Ο σεβασμός
προς τον εκπαιδευτικό δεν θεωρείται πλέον αυτονόητος, η πειθαρχία
αντιμετωπίζεται συχνά ως αυταρχισμός και η υπενθύμιση των ευθυνών των μαθητών
ως περιορισμός της ελευθερίας τους. Έτσι, συχνά οι μαθητές λειτουργούν χωρίς
σαφή όρια, οιγονείς παρεμβαίνουν
συγκρουσιακά και οι εκπαιδευτικοί βρίσκονται στη μέση αυτής της έντασης.
Αν θέλουμε
νατιμήσουμε πραγματικά τη μνήμη μιας εκπαιδευτικού που υπηρέτησε τοδημόσιο σχολείο, δεν αρκεί η συγκίνηση
των πρώτων ημερών. Απαιτείται μία ειλικρινής και θαρραλέα επανεξέταση του
τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την εκπαιδευτική διαδικασία.
Χρειαζόμαστε ένα σχολείο που να προστατεύει τους μαθητές, αλλά και τουςδασκάλους. Που να διδάσκει δικαιώματα
αλλά και ευθύνες. Που να ενθαρρύνει τον διάλογο αλλά να μην ανέχεται τηνπροσβολή και την απαξίωση.
Κυρίως,
όμως, χρειαζόμαστε την επαναφορά της έννοιας του σεβασμού ως θεμελιώδουςαρχής της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Σεβασμού
προς τον άνθρωπο που μέσα στην τάξη μεταδίδει γνώση, εμπειρίες και αξίες.
Διότι, όταν το σχολείο παύει να προστατεύει τους δασκάλους του, τότε δεν
κινδυνεύει απλώς το λειτούργημα του εκπαιδευτικού, καταντώντας ταυτόχρονα
ένα απλό επάγγελμα. Κινδυνεύει και απαξιώνεται η ίδια η ποιότητα της παιδείας
και, τελικά, το μέλλον της κοινωνίας μας.
Η τραγική
απώλεια της εκπαιδευτικού Σοφίας Χρηστίδου δεν πρέπει να χαθεί μέσα στον
θόρυβο της καθημερινότητας, αλλά να γίνει αφορμή για μία σοβαρή συζήτηση περί
του ποιου σχολείου θέλουμε, αλλά και ποιων αξιών επιθυμούμε να μεταδώσουμε στις
επόμενες γενιές. Γιατί η παιδεία δεν είναι ένας απλός θεσμός, αλλά το
εργαλείοδιαμόρφωσης μιας κοινωνίας στην οποία επιθυμούμε να είμαστε μέλη
της. Εμείς και τα παιδιά μας…
Η συζήτηση
για τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης επιστρέφει ξανά στο προσκήνιο, με αφορμή
τις προθέσεις της κυβέρνησης Μητσοτάκη να ανοίξει –άμεσα ή έμμεσα– το ζήτημα
μιας νέας αύξησης των ηλικιακών ορίων συνταξιοδότησης.
Παρά τις
προεκλογικές διαβεβαιώσεις περί σταθερότητας στο ασφαλιστικό, τα μηνύματα που
εκπέμπονται το τελευταίο διάστημα από κυβερνητικά στελέχη, οικονομικούς κύκλους
και μητσοτακικά φερέφωνα, μόνο καθησυχαστικά δεν είναι για τους εργαζόμενους.
Η επίσημη
γραμμή της κυβέρνησης επιμένει ότι η Ελλάδα οφείλει να «προσαρμοστεί στις
δημογραφικές εξελίξεις» και στις πιέσεις που ασκεί η γήρανση του πληθυσμού στο
ασφαλιστικό σύστημα. Πίσω όμως από αυτή τη φαινομενικά τεχνοκρατική διατύπωση
κρύβεται μια σκληρή πραγματικότητα: η προοπτική οι εργαζόμενοι να παραμείνουν
στην αγορά εργασίας ακόμη περισσότερα χρόνια, σε μια χώρα όπου η εργασιακή
ανασφάλεια, οι χαμηλοί μισθοί και η ανεργία των νέων παραμένουν διαχρονικά
προβλήματα.
Επί της
ουσίας έχουμε να κάνουμε με μια προβλέψιμη συνέχεια μιας απάνθρωπης
νεοφιλελεύθερης πολιτικής που μεταφέρει σταθερά το βάρος της βιωσιμότητας του
ασφαλιστικού συστήματος στους ίδιους τους εργαζόμενους.
Αντί να
ανοίξει μια ουσιαστική συζήτηση για την ενίσχυση των εισφορών μέσω καλύτερων
μισθών, για την αντιμετώπιση της εισφοροδιαφυγής ή για ένα διαφορετικό μοντέλο
χρηματοδότησης της κοινωνικής ασφάλισης, η εύκολη λύση φαίνεται να είναι μία:
δουλέψτε μέχρι να πεθάνετε.
Το παράδοξο
γίνεται ακόμη πιο έντονο αν αναλογιστεί κανείς την καθημερινότητα μεγάλου
μέρους των εργαζομένων. Σε κλάδους όπως η οικοδομή, ο τουρισμός, η εστίαση ή η
βιομηχανία, η εργασία συχνά είναι εξαντλητική ήδη από τη μέση ηλικία. Η προοπτική
να εργάζεται κάποιος μέχρι τα βαθιά γεράματα δεν μοιάζει με «μεταρρύθμιση»,
αλλά με εργασιακό γκουλάγκ με δεσμοφύλακες τους «αρίστους» του επιτελικού
κράτους.
Η
κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει την πιθανή αύξηση των ορίων ηλικίας ως
αναγκαία προσαρμογή στις ευρωπαϊκές τάσεις. Ωστόσο, η
πραγματικότητα είναι ότι η σύγκριση είναι επιλεκτική: σε πολλές χώρες της
Ευρώπης οι μισθοί, οι συνθήκες εργασίας και οι κοινωνικές παροχές είναι πολύ
διαφορετικές από την ελληνική πραγματικότητα και σαφώς ανώτερες. Η μεταφορά
μόνο των πιο σκληρών μέτρων χωρίς τις αντίστοιχες κοινωνικές εγγυήσεις μοιάζει
περισσότερο με πολιτική
επιλογή παρά με αναπόφευκτη ανάγκη.
Την ίδια
στιγμή, το ζήτημα έχει έντονη πολιτική διάσταση. Για πολλούς εργαζόμενους και
συνταξιούχους, κάθε συζήτηση περί αύξησης των ορίων ηλικίας λειτουργεί ως
υπενθύμιση ότι οι αιματηρές θυσίες της δεκαετίας των μνημονίων όχι μόνο δεν
έκλεισαν οριστικά το ασφαλιστικό κεφάλαιο, αλλά τουναντίον άνοιξαν ακόμη
περισσότερο την όρεξη του αδηφάγου καπιταλιστικού συστήματος εις βάρος των
δικαιωμάτων και της ζωής των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων.
Το ερώτημα
που τίθεται πλέον είναι απλό αλλά κρίσιμο: μέχρι πότε θα μετατίθεται το
δικαίωμα στη σύνταξη στο μέλλον; Για μια κοινωνία που ήδη δοκιμάζεται από
οικονομική ασφυξία και δημογραφική συρρίκνωση, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα
δεν είναι απλώς τεχνική. Είναι βαθιά πολιτική: Οι τσέπες των ανεπάγγελτων
«αρίστων» γεμίζουν από τον ιδρώτα των εργαζομένων! Μέχρι αυτοί να πεθάνουν.
Αυτός είναι ο νεοφιλελευθερισμός της αστικής τάξης και του μητσοτακικού
«επιτελικού κράτους».