Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

Ζήτω η Βόρειος Μαϊμουδονία!

Και ο συνεχιστής της κουκουέδικης παράδοσης, Τσίπρας, και ο διάδοχος της μαύρης κληρονομιάς του υπαρκτού μητσοτακισμού, Κυριάκος, συνεργάστηκαν ιδανικά για να φτάσουμε σ’ αυτό το επίπεδο κατάντιας

Παναγιώτης Λιάκος

Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, κολλητή του Κούλεως του Μητσοτάκη και πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στην κοινή συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε με τον Σκοπιανό πρωθυπουργό Χρίστιαν Μίτσκοσκι δήλωσε περιχαρής: «Καλωσορίζουμε τη Βόρεια Μακεδονία, με την ταυτότητα και τη γλώσσα της. Πιστεύουμε ότι ο μακεδονικός πολιτισμός και η μακεδονική γλώσσα μπορούν μόνο να κάνουν την Ένωσή μας πλουσιότερη».

Αν ήμασταν αγενείς, θα το λέγαμε και ξεβράκωμα της ελληνόφωνης πολιτικής αχρηστίας, που αυτοδιαφημίζεται ότι είναι τάχα αριστεία. Αλλά είμεθα Ευρωπαίοι μιλόρδοι και το αποκαλούμε στριπτίζ. Στριπτίζ και του Τσίπρα, που υπέγραψε την προδοτική Συμφωνία των Πρεσπών και τώρα μας επαναλανσάρεται σαν «ευσεβής» και «εθνοπρεπής» και «σοσιαλδημοκράτης», και του Κούλεως, που έλεγε φούμαρα περί επαναδιαπραγματεύσεως της συμφωνίας (μέχρι να γίνει πρωθυπουργός). Μόλις θρονιάστηκε στο Μέγαρο Μαξίμου, λησμόνησε την επαναδιαπραγμάτευση πιο γρήγορα απ’ όσο ξεχνά ό,τι έμαθε στη βιολογία, τη φυσική, στα μαθηματικά και στη χημεία ένα λυκειόπαιδο που θα ακολουθήσει το 1ο πεδίο (ανθρωπιστικές, νομικές και κοινωνικές επιστήμες).

Και ο συνεχιστής της κουκουέδικης παράδοσης, Τσίπρας, και ο διάδοχος της μαύρης κληρονομιάς του υπαρκτού μητσοτακισμού, Κυριάκος, συνεργάστηκαν ιδανικά για να φτάσουμε σ’ αυτό το επίπεδο κατάντιας. Να μας μιλάει η φον ντερ Κάποια για τον πολιτισμό της «Μακεδονίας» εννοώντας το ευρωαμερικάνικο κατασκεύασμα της μαϊμουδονίας. Δηλαδή, έχουμε μια θλιβερή απομίμηση κράτους, που γεννήθηκε στον δοκιμαστικό σωλήνα της Ε.Ε. και των ΗΠΑ, ώστε να εξυπηρετήσει ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, να καπηλεύεται τη δόξα της Μακεδονίας μας, με στόχο να την υποκαταστήσει, και ακολούθως οι αφιονισμένοι με την ψευδομακεδονική ιστορία και «πολιτισμό» να κολοβώσουν την ελληνική επικράτεια. Μια χαρά χαράδρα τα έχουν καταφέρει οι εκλεκτοί των ψηφοφόρων τους!

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, με τις πάγια αξιοθρήνητες τοποθετήσεις του, επιστράτευσε ό,τι ξέρει από ελληνικά για να πει με εύσχημο τρόπο ότι έγινε μεν το στριπτίζ, αλλά δεν ήτο και ξεβράκωμα, και πως ίσως στο μέλλον η κυβέρνησις ψωνίσει κάνα σώβρακο ή τάνγκα από τη λαϊκή για να μη βγαίνει έτσι στις ρούγες και την κράζουν. Ήτοι, είπε: «Ο δρόμος της Βόρειας Μακεδονίας προς την Ευρώπη περνάει μέσα από Ελλάδα και προϋποθέτει απαρέγκλιτο σεβασμό των συμφωνηθέντων. Η χώρα μας έχει αποδείξει ότι πράττει πάντοτε όσα απαιτούνται για την προάσπιση των εθνικών μας συμφερόντων. Θα συνεχίσει να θέτει τα σχετικά ζητήματα και στα ευρωπαϊκά όργανα».

Δηλαδή, για να ’χουμε καλό ρώτημα, ποια ακριβώς είναι «τα σχετικά ζητήματα» που θα «θέτει» ο Μητσοτάκης «στα ευρωπαϊκά όργανα»; Ποια είναι τα… όργανα; Αυτά στα οποία έγραψε τις προεκλογικές υποσχέσεις του; Επιπλέον, ο κυβερνητικός, για να σιγουρέψει τα πράγματα, δηλαδή για να στείλει ηχηρό το μήνυμα ότι τώρα που τη… φάγαμε τη φόλα δεν υπάρχει επιστροφή, συμπλήρωσε: «Από εκεί και πέρα, για όσα συνέβησαν στο παρελθόν, τον λογαριασμό ας τον αναζητήσουμε από τον κ. Τσίπρα και εκείνους που ψήφισαν μια κακή συμφωνία, για την οποία ο Κυριάκος Μητσοτάκης ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης είχε προειδοποιήσει ότι “εφόσον ψηφιστεί και κυρωθεί, τότε δεν θα μπορεί μονομερώς να ακυρωθεί”».

Κι ο λογαριασμός για τις μυθικές παπάντζες περί επαναδιαπραγμάτευσης σε ποιον θα πάει κ. Μαρινάκη;

ΠΗΓΗ: www.dimokratia.gr

Η Επανάσταση και οι Στρατιώτες του Μετώπου

Εφημερίδα «Gewissen», 31 Αυγούστου 1925

του Ernst Jünger

«Οι στρατιώτες της πρώτης γραμμής αποτελούν τα πολυτιμότερα και πιο αξιόλογα στοιχεία του λαού» – τέτοιες φράσεις ακούγονταν συχνά και με ειλικρίνεια, τότε που ο λαός δεν εκπροσωπούνταν από ρήτορες, αλλά από πραγματικούς, ζωντανούς ανθρώπους με τα όπλα στα χέρια. Τότε, που το να εκπροσωπείς τον λαό αποτελούσε ζήτημα τιμής και όχι απλώς κάτι επωφελές για το άτομο. Όμως, εκείνοι που τότε επιτέλεσαν ειλικρινά το καθήκον τους, σήμερα θεωρούνται είτε θύματα απάτης είτε εντελώς ανόητοι – και αυτό συνάδει απόλυτα με το πνεύμα της λεγόμενης επανάστασης.

Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει τίποτα το παράδοξο στο γεγονός ότι ένας άνθρωπος, ο οποίος αναγκάστηκε επί τέσσερα χρόνια να στερηθεί όλες τις απολαύσεις της ζωής χάριν αξιών που υπερβαίνουν τη μοίρα του ατόμου, έφτασε στο σημείο να ξεριζώσει τα μαλλιά του από απόγνωση αντικρίζοντας αυτόν τον ανεξέλεγκτο, ξεδιάντροπο και εγωιστικό ατομικισμό. Όσοι είχαν δει με τα ίδια τους τα μάτια την πείνα και τη δειλία —που, υπό το πρόσχημα της επανάστασης, επιχειρούσαν να προσδώσουν στον εαυτό τους μια χροιά ιδεαλισμού—, όσοι είχαν δει τις μάζες των φοιτητών χαμηλής στάθμης να κραυγάζουν βαρύγδουπα συνθήματα ενώ έσπευδαν να καταλάβουν κάθε κενή θέση και να ζουν μέσα στη χλιδή μέχρι να εξαντλήσουν και τα τελευταία τους χρήματα, όσοι τα είχαν ζήσει όλα αυτά, ήταν αναπόφευκτο να πειστούν για την αναγκαιότητα λήψης των πιο αυστηρών, αμείλικτων και δικτατορικών μέτρων. Ακόμη κι αν αυτό το συναίσθημα εκδηλωνόταν ως αντίδραση —κάτι που δεν ισχύει καθόλου για τη δική μας νεολαία—, μια τέτοια αντίδραση, εναρμονισμένη με το υψηλό επίπεδο ανάπτυξης της κοινωνίας, θα ήταν αναμφίβολα ανώτερη από την αντίδραση που συνδέεται με τις ζωώδεις απολαύσεις της λαιμαργίας, της οκνηρίας και της απόλυτης ανευθυνότητας. Τον Νοέμβριο του 1918, η κυβέρνηση έμοιαζε με το πλήρωμα ενός πλοίου που, βλέποντας την επερχόμενη τραγωδία, άρχισε να ανοίγει τα βαρέλια με το ρούμι για να φάνε, να πιούν και να διασκεδάσουν λησμονώντας την ντροπή και την ευθύνη.

Οι λογοτεχνικοί κύκλοι δεν απέκλιναν πολύ από αυτή τη γραμμή, καθώς προσπαθούσαν να παρουσιάσουν εκ των υστέρων αυτό το ξεφάντωμα ως ηρωισμό. Η νερουλή σάλτσα του ειρηνισμού και του διεθνισμού ταιριάζει γάντι σε ένα πιάτο που στερείται κρέατος και ψαριού — ένα ξερό ραγού, φτιαγμένο από τα αποφάγια της Γαλλικής Επανάστασης, που θα προκαλούσε εμετό ακόμα και στις μάζες.

Κάποιοι αναρωτιούνται: γιατί αυτή η επανάσταση δεν προσέλκυσε με το μέρος της τους νέους εθνικούς ηγέτες —δηλαδή, κατά κύριο λόγο, το σώμα των αξιωματικών—, οι οποίοι θα μπορούσαν να υλοποιήσουν τα ιδανικά τους με τη χρήση ένοπλης βίας, όπως συνέβη στο Παρίσι το 1789 και στη Ρωσία του Λένιν; Η απάντηση είναι απλή. Δεν υπήρχαν ιδέες, και χωρίς αυτές είναι δυσκολότερο να συσπειρώσεις ανθρώπους (τουλάχιστον ανθρώπους με αξία) απ’ ό,τι χωρίς χρήματα. Υπήρχαν, βέβαια, άνθρωποι —ακόμη και με έντονο επαναστατικό χαρακτήρα—, αλλά είχαν κατευθυνθεί εκεί όπου πηγαίνει κανείς για να θυσιαστεί: είχαν ενταχθεί στα Freikorps, τα οποία συνέχιζαν τον αγώνα στα ανατολικά σύνορα. Εκεί επιτέλεσαν το έργο τους, αν και είναι δύσκολο να αποτιμηθεί η σημασία του σήμερα.

Κάποιοι έτριβαν τα χέρια τους, χαρούμενοι που μπορούσαν να απαλλαγούν από αυτούς, καθώς –με την άνοδό τους στην εξουσία– δεν επιθυμούσαν την ανάπτυξη μιας επαναστατικής κατάστασης, αλλά ηρεμία και τάξη. Αρκούνταν σε φράσεις όπως «η επανάσταση είναι σε πορεία», καθώς αυτές αρκούσαν για να κρατούν σε εγρήγορση την εξαντλημένη αστική τάξη. Πιθανότατα, το μόνο πρόσωπο που προβληματιζόταν για το πώς θα προσδώσει δυναμική στο κίνημα ήταν ο Νόσκε. Ωστόσο, χρειαζόταν ένας άνθρωπος με ισχυρή θέληση, όπως ο Τρότσκι, ενώ ο Νόσκε απέφευγε να λερώσει τα χέρια του και προσπαθούσε να πατήσει σε δύο βάρκες ταυτόχρονα: για τους εργάτες ήταν ο υποκινητής, ενώ για τους αξιωματικούς – απλώς ο γραμματέας του κόμματος. Το έργο του δεν άντεξε σε αυτή την δοκιμασία ισχύος που αποτέλεσε το Πραξικόπημα του Καπ.

Ο Κόκκινος Στρατός, από την άλλη πλευρά, δεν αποτελούσε απειλή λόγω της έλλειψης επαγγελματικών στελεχών. Όσο ο κομμουνισμός βασίζεται αποκλειστικά στις προλεταριακές μάζες υπό την καθοδήγηση μιας στενής ομάδας διανοουμένων, είναι αναπόφευκτο να υποχωρήσει όταν έρθει αντιμέτωπος με κινήματα που καθοδηγούνται από έναν χαρισματικό ηγέτη ή αξιωματικό. Τότε ο κομμουνισμός θα είχε την ευκαιρία —βασιζόμενος στη παράδοση της Ρωσίας και κηρύσσοντας τον πόλεμο σε αυτή της γαλλικής επανάστασης— να προσελκύσει στο στρατόπεδό του σημαντικό αριθμό εθνικιστικών στοιχείων, καθώς το ζήτημα της ιδιοκτησίας δεν αποτελεί τη βασική διαφορά που μας χωρίζει από τους κομμουνιστές. Φυσικά, ως μαχητικό κίνημα, ο κομμουνισμός βρίσκεται εγγύτερα σε εμάς απ’ ό,τι η δημοκρατία, και η ισορροπία δυνάμεων θα έπρεπε κάποια στιγμή να αποκατασταθεί —είτε με ειρηνικά είτε με βίαια μέσα. Ωστόσο, πρέπει να επαναλαμβάνεται διαρκώς: εκείνη τη στιγμή ο κόσμος δεν επιθυμούσε τη σύγκρουση, δεν ήθελε να πάρει τα όπλα ή να χύσει αίμα· επιζητούσε την ειρήνη. Ο Γερμανός κομμουνιστής δεν μπορεί να συγκριθεί με τον Ρώσο ομόλογό του. Ο Ρώσος κομμουνιστής είχε ένα όραμα και εργάστηκε για την υλοποίησή του με κάθε δυνατό μέσο. Διεξήγαγε αγώνα τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στα σύνορά της. Έγραψε ιστορία. Εμείς είχαμε να επιδείξουμε μόνο ρητορικές αντιπαραθέσεις.

Στη Ρωσία, χάριν των στόχων τους —τους οποίους, βεβαίως, μπορεί κανείς να αποδεχτεί ή να απορρίψει— εξοντώθηκαν ολόκληρα τμήματα του πληθυσμού και στρατεύματα υπό τη διοίκηση τσαρικών αξιωματικών εισέβαλαν στην Πολωνία. Εμείς, αντίθετα, ανάμεσα σε συζητήσεις στα καφενεία και σε πράξεις ποταπές και ανόητες, βρισκόμασταν αντιμέτωποι με τη δική μας εσωτερική αδυναμία. Μας έλειπαν η ορμή, οι μάρτυρες, η δραματική εξέλιξη των γεγονότων, εκείνη η πειστική λογική που χαρακτηρίζει την αμείλικτη προέλαση μιας μεγάλης ιδέας· με άλλα λόγια, μας έλειπε η ίδια η επανάσταση. Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι μια ραγδαία εξέλιξη γεγονότων —που δεν υπολογίζει την ατομική ζωή— θα μας είχε ωθήσει πολύ πιο πέρα ​​από τις συνεχείς αλλαγές επιδέσμων σε πληγές που σάπιζαν, στις οποίες επιδίδονταν τα μέλη του κοινοβουλίου.

Ο ρωσικός κομμουνισμός έχει εθνικό χαρακτήρα. Ο διεθνισμός χρησιμεύει απλώς ως πρόσχημα για την υλοποίηση των επεκτατικών του επιδιώξεων. Αν οι δικοί μας κομμουνιστές είχαν το θάρρος να ανακηρύξουν το Βερολίνο —και όχι τη Μόσχα— ως κέντρο αυτής της ναπολεόντειας διεθνούς, τότε θα είχαν κατακλυστεί από υποστηρικτές.

Σε κάθε περίπτωση, η λεγόμενη επανάσταση απέτυχε να προσελκύσει στις τάξεις της τους μαχητές της πρώτης γραμμής, γεγονός που έχει συμβολική σημασία. Ως μαχητή της πρώτης γραμμής δεν πρέπει να νοούμε απλώς όποιον πέρασε κάποιο χρονικό διάστημα στο μέτωπο – υπήρξαν πολλοί που βρέθηκαν εκεί αναγκαστικά. Μαχητής της πρώτης γραμμής είναι εκείνος που πολεμά και πεθαίνει συνειδητά για την ιδέα. Ωστόσο, επειδή ακριβώς αυτοί οι άνδρες –στο μέτρο που το επέτρεπαν η υγεία και η εμπειρία τους– κατέληγαν με σιδηρά αναγκαιότητα στα πιο επικίνδυνα σημεία, εκείνοι ακριβώς ενσάρκωναν τη μορφή του μαχητή της πρώτης γραμμής. Και εκείνο το τμήμα της σύγχρονης νεολαίας που ανταποκρίνεται σε αυτό το πρότυπο, εντάσσεται οργανικά στην αδελφότητα των έμπειρων πολεμιστών. Μη μπορώντας να προσελκύσει αυτούς τους άνδρες στις τάξεις της, η επανάσταση απέρριψε τα ίδια τα σύμβολα της ανδρείας, της τιμής και του θάρρους – σύμβολα που ανέκαθεν οδηγούσαν και θα οδηγούν στη νίκη. Κατά συνέπεια, βρέθηκε σε αντιπαράθεση με αυτούς τους κύκλους, γεγονός που δεν προμηνύει τίποτα καλό για την ίδια.

Αν η επανάσταση ήταν σε θέση να προωθήσει πραγματικά μεγάλες, ανιδιοτελείς ιδέες, που δεν βασίζονται σε ένστικτα, αλλά υπέφεραν και γεννήθηκαν στα βάθη της ψυχής, τότε οι καλύτεροι από αυτούς τους άνδρες θα είχαν πηδήξει οικειοθελώς στην αγκαλιά της. Στο τέλος του πολέμου, καταπονήθηκαν από ένα αβάσταχτο βάρος και ξαφνικά ένιωσαν ένα πλήρες πνευματικό κενό. Αλλά ένα μόνο γεγονός άξιο θυσίας θα ήταν αρκετό για να προσφέρουν με χαρά τη βοήθειά τους. Αλλά σε αυτή την αγορά, σε αυτή την εκκαθάριση όλων και των πάντων, δεν υπήρχε ανάγκη για ανθρώπους με ισχυρό χαρακτήρα. Στο τέλος, η δύναμη που πολέμησε γενναία στα σύνορα του Ράιχ διαλύθηκε σε πολλά κομμάτια, όπως ήταν δυνατό μόνο στη Γερμανία. Και ακόμα κι αν αργότερα υπήρξαν διαμαρτυρίες και ενίοτε ακόμη και αιματοχυσία, η ώρα για να ξεκαθαρίσει ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο δεν είχε φτάσει ακόμα. Κάποια μέρα θα ανεγερθεί μνημείο προς τιμήν αυτών των ανθρώπων — κάτι που σήμερα δεν μπορεί κανείς ούτε να το φανταστεί.

Η εσωτερική μοναξιά του στρατιώτη του μετώπου δεν εξηγείται  από το γεγονός ότι βρέθηκε ξαφνικά περικυκλωμένος από εχθρικές μάζες (αυτό το είχε συνηθίσει!), αλλά μάλλον από το πώς έγινε ξαφνικά μάρτυρας της κατάρρευσης του κόσμου των μορφών. Χωρίς τάξη σε αυτόν τον κόσμο, η εκπλήρωση του καθήκοντος ήταν αδιανόητη, κι έτσι αυτό διαλύθηκε μπροστά στα μάτια τους σαν όνειρο ή ομίχλη. Ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο, ένας πραγματικός στρατιώτης του μετώπου  δεν θα γίνει ποτέ αντιδραστικός, διότι δεν υπέστη απλώς προδοσία,  αλλά εγκατάλειψη. Πού βρίσκονταν όλοι εκείνοι οι αξιωματούχοι  και οι κάτοχοι θέσεων ισχύος; Τι έκαναν εκείνες τις ώρες που  κρινόταν η μοίρα του συνόλου; Έβλεπαν τις συντριπτικές εχθρικές δυνάμεις; Πολύ καλά, αλλά γιατί δεν πολέμησαν τότε; Γιατί ζουν ακόμα; Πού ήταν εκείνο το Ράιχσταγκ που, σε κάθε άλλη  περίσταση, θεωρούσε καθήκον του να ανακατεύεται στα πάντα; Αυτό ακριβώς ήταν που δεν μπορούσε να κατανοήσει ο τελευταίος,  άγνωστος στρατιώτης, ο οποίος ήταν ανά πάσα στιγμή έτοιμος να βγει από το οχύρωμά του και να θυσιαστεί. Αντί να αντιμετωπίσουν  τις μεγάλες πύλες πάνοπλοι, έστω και ένας-ένας, οι άνθρωποι  που όφειλαν να το πράξουν περισσότερο από κάθε άλλον  διέφυγαν κρυφά από παρακαμπτήριες οδούς. Ίσως η «ιστορική  στιγμή» να το απαιτούσε αυτό από εκείνους, αλλά η ιστορική  στιγμή δεν ταυτίζεται με τις δεκαετίες και τους αιώνες.

Καλύτερα να είχαν παραμείνει στα ηρωικά τους κρησφύγετα, ονειρευόμενοι καιρούς που έχουν προ πολλού παρέλθει! Όμως, μόλις κόπασε η καταιγίδα, ένιωσαν την ανάγκη να βγουν έξω, να ξεχυθούν σαν σμήνος νυχτερίδων που φωλιάζουν σε παλιά ερείπια! Κι έτσι, παράλληλα με την περιφρόνηση για τη λεγόμενη επανάσταση, οι ψυχές των μαχητών της πρώτης γραμμής κουβαλούσαν επίσης τη βαριά ανάμνηση εκείνων των επαίσχυντων ημερών του άδοξου θανάτου της παλιάς μορφής — μιας μορφής που είχε απορρίψει τον ίδιο της τον εαυτό και, ως εκ τούτου, δεν θα ξαναζούσε ποτέ πια.

Ωστόσο, η μορφή δεν είναι πνεύμα, παρόλο που οι δύο έννοιες φάνταζαν στενά συνδεδεμένες. Χρειάστηκε να περάσει πολύς καιρός μέχρι να το συνειδητοποιήσει αυτό ο στρατιώτης της πρώτης γραμμής. Υπάρχουν σύμβολα και σημάδια ευγενή, και όταν αυτά καταρρέουν, η καρδιά καθενός που νιώθει τον δεσμό με τη γη ματώνει. Όμως τα σημάδια και τα σύμβολα, στερημένα από πνεύμα και ζωή, είναι νεκρά, όπως ακριβώς και τα ερείπια του παρελθόντος. Μοιάζουν με εκθέματα πίσω από τις προθήκες των μουσείων και εμπνέουν έναν σεβασμό που δεν έχει καμία σχέση ούτε με το παρόν ούτε με το μέλλον. Εμείς, όμως, δεν μπορούμε να επωμιζόμαστε το βάρος σαρκοφάγων· αυτό που ζει απαιτεί τη δύναμή μας!

Ο στρατιώτης της πρώτης γραμμής δεν καραδοκεί κρυμμένος στις χαραμάδες. Συνεχίζει να πολεμά στα σύνορα ακόμα και μετά την καταστροφή, παρόλο που στο εσωτερικό της χώρας το όνομά του ποδοπατήθηκε στη λάσπη. Επέβαλε την τάξη στις μεγάλες πόλεις, επιτρέποντας σε αδύναμους τυχοδιώκτες —που κόντεψαν να γκρεμιστούν από το ίδιο το κύμα που τους είχε ανυψώσει— να οικειοποιηθούν με την ησυχία τους τον παλιό πλούτο και να τον σπαταλήσουν.

Το μεγάλο ερώτημα είναι αν θα ήταν προτιμότερο να είχε μείνει ο στρατιώτης της πρώτης γραμμής στο περιθώριο, παρακολουθώντας πώς οι κομμουνιστές επιφύλασσαν στους «εκπροσώπους του λαού» τη μεταχείριση που τους άξιζε, και να είχε εμπλακεί στη μάχη μόνο όταν θα καθίστατο προφανής η απόλυτη ανεπάρκεια αυτών των ανθρώπων και των πενιχρών μέσων που διέθεταν. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν ήταν σωστό να αποδεχθεί κανείς τον ρόλο που αυτοί οι κύριοι είχαν αναθέσει στα απομεινάρια του παλαιού στρατού και στους νεοσύστατους στρατιωτικούς σχηματισμούς.

Την ώρα του κινδύνου, χρησιμοποίησαν τους στρατιωτικούς σχηματισμούς σαν κάποιο μαγικό φυλαχτό, σαν αλεξικέραυνο τσέπης απέναντι στις εξαγριωμένες μάζες, ενώ οι ίδιοι κάθονταν σε άνετα σπίτια και έκλειναν συμφωνίες με καπιταλιστές του χειρίστου είδους. Ποιος δεν ένιωθε τότε την επιθυμία να αρπάξει ένα ρόπαλο — εκτός βέβαια από εκείνους που είχαν αίμα ψαριού στις φλέβες τους; Εμείς οι ίδιοι στερηθήκαμε την ικανοποίηση να δούμε πώς θα ξεκαθάριζαν οι εργάτες τους λογαριασμούς τους με ανθρώπους σαν τον Σάιντεμαν. Στην Ιταλία τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά: οι φασίστες περίμεναν ψύχραιμα μέχρι το κάρο να κολλήσει για τα καλά στη λάσπη. Έβαλαν τέλος σε αυτό το επαίσχυντο θέαμα μόνο τη στιγμή που όλοι ήταν πια βέβαιοι ότι η κατάσταση δεν μπορούσε να συνεχιστεί έτσι.

Όμως εμείς δεν είχαμε ανθρώπους σαν τον Μουσολίνι. Διαθέταμε τη δύναμη,  αλλά αυτή είτε έμεινε αναξιοποίητη είτε σπαταλήθηκε άσκοπα,  διασπασμένη σε πλήθος μικροομάδων. Δεν διαθέτουμε καν ένα κόμμα των στρατιωτών του μετώπου· παντού κυριαρχεί η άποψη ότι δεν μπορεί να ασκείται πολιτική με αυτούς, ότι ο ρόλος τους πρέπει να περιορίζεται αποκλειστικά στη «διατήρηση της μνήμης» μέσω συγκεντρώσεων σε επετείους και φιλικών γλεντιών. Ίσως να μην είναι σωστό για τον στρατό —για τη Ράιχσβερ— να ασκεί πολιτική, αλλά ο παλαιός στρατιώτης, που εκπροσώπησε επάξια τον λαό του στις πιο δύσκολες στιγμές, όχι μόνο έχει το αναφαίρετο δικαίωμα, αλλά οφείλει να απαιτήσει πολιτικό έλεγχο. Συνθήματα όπως «ειρήνη και τάξη» ίσως είχαν θέση μετά το 1806, αλλά σήμερα έχουμε κάθε δικαίωμα να είμαστε οτιδήποτε άλλο εκτός από ήρεμοι!

Η αγχόνη ζητά εδώ και καιρό τους ψευδοεπαναστάτες! Το κύμα της λάσπης πέρασε, έφτασε η ώρα για την πραγματική επανάσταση!».
 

Ο Ν. Μιχαλολιάκος απαντά για την Ιδεολογία και την Ιστορία της Χρυσής Αυγής – ΒΙΝΤΕΟ

Συνέχεια από την καταιγιστική συνέντευξη του Νικολάου Μιχαλολιάκου στον Focus FM στις 28 Σεπτεμβρίου 2026. Πρόκειται για την πρώτη Ζωντανή Συνέντευξη του Ιδρυτή της Χρυσής Αυγής μετά την αποφυλάκιση του.

Η εκπομπή συγκέντρωσε πολλές χιλιάδες ακροατές ζωντανά ενοχλώντας, προφανώς, το καθεστώς κι έτσι λογοκρίθηκε(!) αμέσως μετά την ολοκλήρωση της, με αποτέλεσμα να “εξαφανιστεί” από τα μέσα του σταθμού ή γενικότερα στο διαδίκτυο.

Από το επίσημο κανάλι της Χρυσής Αυγής στο YouTube δημοσιεύουμε σε θεματικά αποσπάσματα όλο το μέρος της συνέντευξης που η πλατφόρμα επιτρέπει. Θα ακολουθήσει και συνέχεια!

ΠΗΓΗ: xrisiavgi.com

Το σχέδιο του Κλάους Σβαμπ βρίσκεται σε εξέλιξη – «Δεν θα έχεις τίποτα και θα είσαι ευτυχισμένος» – Χάος σε Ισπανία, Γαλλία και σύντομα σε όλη την Ευρώπη – Η τεχνητή ακρίβεια οδηγεί στην εξαθλίωση

Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι κατέκλυσαν το Σάββατο τους δρόμους της Μαδρίτης και περίπου 50 ακόμη ισπανικών πόλεων, διαμαρτυρόμενοι για την εκτόξευση των ενοικίων και τη δυσκολία πρόσβασης σε προσιτή κατοικία.

Στη Μαδρίτη, οι αρχές υπολόγισαν τους συμμετέχοντες σε περίπου 70.000, ενώ οι διοργανωτές ανέβασαν τον αριθμό στις 500.000. Οι διαδηλωτές κρατούσαν πανό και πλακάτ, ζητώντας μεταξύ άλλων γενική απεργία, μία ημέρα μετά την απόρριψη από το ισπανικό κοινοβούλιο κυβερνητικών μέτρων για τη στεγαστική κρίση.

Οι κινητοποιήσεις συνδέονται και με την υπόθεση της 87χρονης Μαριτσάρμεν Αμπασκάλ, η οποία χρησιμοποιεί αναπηρικό αμαξίδιο και εκδιώχθηκε από το σπίτι όπου ζούσε επί περίπου 70 χρόνια. Η ίδια ανέφερε ότι αδυνατούσε να αντιμετωπίσει την αύξηση του ενοικίου κατά 230% που ζητούσε το επενδυτικό ταμείο που είχε αποκτήσει το διαμέρισμα.

Η κατάσταση ήταν διαφορετική στη Βαλένθια, όπου σημειώθηκαν συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομικών. Οι δυνάμεις ασφαλείας έκαναν χρήση δακρυγόνων και πλαστικών σφαιρών για να διαλύσουν το πλήθος. Περίπου 30 διαδηλωτές εισήλθαν στην Πόλη των Τεχνών και των Επιστημών, προτού απομακρυνθούν από την αστυνομία.

Στη Μαδρίτη, διαδηλωτές περιέγραψαν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν εξαιτίας των υψηλών ενοικίων. Ένας 26χρονος ανέφερε ότι ενώ στο παρελθόν νοίκιαζε με φίλους διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων έναντι 900 ευρώ τον μήνα, πλέον ένα διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου μπορεί να κοστίζει περίπου 1.000 ευρώ. Άλλος διαδηλωτής, εργαζόμενος στην εγκατάσταση ηλιακών πάνελ, δήλωσε ότι διαθέτει τον μισό μισθό του για ένα μικρό δωμάτιο.

Οι διαδηλωτές διαμαρτύρονται παράλληλα για την απόρριψη των κυβερνητικών μέτρων. Η κυβέρνηση του σοσιαλιστή πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ είχε καταθέσει δύο διατάγματα, τα οποία περιλάμβαναν μέτρα όπως περιορισμούς στις εξώσεις έως το 2030, καθώς και ρυθμίσεις για τις βραχυχρόνιες μισθώσεις και τις ενοικιάσεις δωματίων.

Τα μέτρα καταψηφίστηκαν από το συντηρητικό Λαϊκό Κόμμα (PP), το Vox και το καταλανικό κόμμα Junts. Το PP υποστήριξε ότι η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης πρέπει να βασιστεί κυρίως στην κατασκευή περισσότερων κατοικιών και όχι στη ρύθμιση της αγοράς.

Η απόρριψη των μέτρων προκάλεσε έντονες αντιδράσεις έξω από το κοινοβούλιο, όπου ακούστηκαν συνθήματα όπως «ντροπή» και «τα κέρδη σας, η δυστυχία μας».

Την ίδια ώρα, δημοσιεύματα ισπανικών μέσων αναφέρουν ότι ο Σάντσεθ εξετάζει το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών τον Νοέμβριο, μετά την αποτυχία ψήφισης της νομοθεσίας. Οι κινητοποιήσεις για τη στέγαση έχουν πλέον εξελιχθεί σε ένα από τα βασικά θέματα της πολιτικής συζήτησης στην Ισπανία.

ΠΗΓΗ: karditsastakra.com

Ο Κόσμος μετά τον Πόλεμο

Ο κόσμος μετά τον πόλεμο χωρίστηκε σε δύο στρατόπεδα στο λεγόμενο δημοκρατικό και το κομμουνιστικό. Εξαίρεση σε αυτόν τον καταμερισμό αποτέλεσαν οι «ανεξάρτητες» χώρες, που ήσαν ανεξάρτητες είτε επειδή δεν είχαν άμεσο στρατηγικό ενδιαφέρον για μια από τις δύο μεγάλες δυνάμεις, είτε ήσαν χώρες που ήταν αδύνατον να ποδηγετηθούν όπως η Ινδία και βεβαίως υπήρχαν και κάποιες πραγματικά ανεξάρτητες χώρες όπως η Αίγυπτος του Νασέρ, που όμως έγινε ανεξάρτητη πολλά χρόνια μετά τον πόλεμο. Η προπαγάνδα του μεταπολέμου δεν ήταν δυνατόν παρά να εξυπηρετήσει τα σχέδια των νικητών. Έτσι, οι ηττημένοι του πολέμου ταυτίστηκαν με το απόλυτο κακό, ενώ λησμονήθηκαν γρήγορα τα εγκλήματα των συμμάχων, που δεν ήσαν λίγα ούτε αμελητέα. Ατομικές βόμβες σε Ναγκασάκι και Χιροσίμα, βομβαρδισμοί που ισοδυναμούσαν με γενοκτονία σε Δρέσδη και Αμβούργο, εξόντωση λαών ολόκληρων από τον Στάλιν και ακόμη εκατοντάδες χιλιάδες εκτελέσεις στην Ευρώπη εν ονόματι του αντιφασισμού.

Κάθε προσπάθεια να αμφισβητηθεί η νέα παγκόσμιος τάξις πραγμάτων έμοιαζε απίθανη. Η αριστερά είχε βολευτεί στο όραμα ενός κομμουνισμού που θα επικρατήσει σε ολόκληρο τον κόσμο και η Δύση από την πλευρά της βασιζόταν στον μύθο της λεγόμενης ελεύθερης οικονομίας και στην φαινομενική ευημερία των λαών. Η δημοκρατία ήταν για την Δύση το απόλυτο καλό καθώς και ο σοσιαλισμός για την Ανατολή. Ταυτόχρονα αποτελούσε το ένα στρατόπεδο το αντίπαλον δέος για το άλλο. Η εξόντωση των εθνικοσοσιαλιστών, φασιστών, εθνικιστών, όσων θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν την υπάρχουσα κατάσταση ήταν συστηματική και μεθοδική. Άρχισε με ένα νομικό έκτρωμα όπως ήταν η Δίκη της Νυρεμβέργης και παγιώθηκε με νόμους κατά του φρονήματος, που ίσχυσαν στις δύο επικίνδυνες χώρες δηλαδή την Γερμανία και την Ιταλία. Δειλά, δειλά μετά τον πόλεμο, άρχισαν να εμφανίζονται κινήματα εθνικά, που είχαν σαν πρωταγωνιστές τους πρόσωπα του παλαιού εθνικοσοσιαλιστικού ή φασιστικού καθεστώτος. Όμως, χώρος για μια νέα «φασιστική» πολιτική κίνηση δεν υπήρχε πλέον στην Δύση και ήταν αδύνατον λόγω του ολοκληρωτικού δικτατορικού καθεστώτος να υπάρξει στην Ανατολή. Ενέργειες δολιοφθοράς και αντάρτικα υπήρχαν στην Γιουγκοσλαβία μέχρι σχεδόν το 1950, καθώς και στην Γερμανία, ενώ σε δεκάδες χιλιάδες ανερχόντουσαν οι φυγάδες σε Ισπανία και προς τις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Γερμανοί, Ιταλοί, Ούγγροι, Κροάτες, Ρώσοι, Ουκρανοί κατέφυγαν άλλοι στην Μαδρίτη, άλλοι στην Αργεντινή, άλλοι στην Βραζιλία και την Παραγουάη. Πολύ εύστοχα για την κατάσταση που επικρατούσε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την δημιουργία ενός νέου φασιστικού κινήματος γράφει στο έργο του «Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ» ο καθηγητής Στάνλεϋ Πέιν:

«Η κατάπνιξη των πολιτικών ελευθεριών στην Ανατολή και η ανάπτυξη μιας σε μεγάλο βαθμό σταθερής δημοκρατίας στη Δύση δεν άφησε πολιτικό χώρο σε ριζοσπαστικές εναλλακτικές λύσεις, ενώ η μακρά και άνευ προηγουμένου ευημερία στη Δυτική Ευρώπη που ξεκίνησε γύρω στο 1950 απεσόβησε σε μεγάλο βαθμό τις κοινωνικές εντάσεις, στον μεταπολεμικό κόσμο οι μεγαλύτερες ανταγωνιστικές ιδεολογικές δυνάμεις μοιράζονταν έναν κοινό ουμανιστικό υλισμό, αποκλείοντας έτσι τόσο τον παλιό ιδεαλισμό όσο και το βιταλισμό. Ο θρίαμβος του ηδονιστικού και καταναλωτικού υλισμού αφαιρούσε το έδαφος από υπόγεια καλέσματα για επαναστατικό ασκητισμό και ιδεαλισμό – είτε φασιστικό είτε κομμουνιστικό. Η γενική κρίση της εξουσίας στον δυτικό κόσμο, μαζί με τους ευρέως αποδεκτούς κανόνες ισότητας, τον αυξανόμενο κοινωνικό ατομισμό και την εξατομίκευση, ενέτειναν αυτή την τάση».

Ας σημειωθεί ότι όλα αυτά δεν τα γράφει κάποιος φασίστας, ούτε ένας νοσταλγός του Γ’ Ράιχ, αλλά ένας συνειδητός αντιφασίστας, που αυτό δεν τον εμποδίζει να βλέπει αντικειμενικά τα πράγματα και αυτό που βλέπει είναι ότι ο θρίαμβος του καταναλωτικού υλισμού ήταν που κυρίως εμπόδισε την δημιουργία νέων εθνικιστικών κινημάτων στην Ευρώπη του μεταπολέμου.

Απόσπασμα από το μνημειώδες έργο του Ν. Γ. Μιχαλολιάκου «Οι Τελευταίοι Πιστοί», το οποίο μπορείτε να προμηθευτείτε μέσω του CASUSBELLI.GR

ΠΗΓΗ: xrisiavgi.com