Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2026

Looking for Europe - The Neofolk Compendium CD III - IV

Ανησυχούν οι μπολσεβίκοι για τους Χρυσαυγίτες μαθητές σε όλη την Ελλάδα - Εθνική εορτή κατά… Χρυσής Αυγής!

 

ΕΓΡΑΨΕ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΑΥΓΗ»: «Φασιστική βία / Η Χρυσή Αυγή είναι ακόμα εδώ»

Οι μαθητές αντιδρούν στην αντεθνική προπαγάνδα των ινστρουχτόρων με τα μούσια, που παριστάνουν τους καθηγητές και εκπέμπουν σήμα κινδύνου, διαστρεβλώνοντας πρόσωπα και πράγματα. Διαβάστε ένα απόσπασμα από την ανακοίνωσή τους:

“Η προσπάθεια της εγκληματικής οργάνωσης να προσελκύσει τους μαθητές. Σήμα κινδύνου από το Αντιφασιστικό Δίκτυο Παιδείας και επιστολή προς ΟΛΜΕ, ΔΟΕ και ΑΣΓΜΕ. Σήμα κινδύνου εκπέμπει το Αντιφασιστικό Δίκτυο Παιδείας για την πύκνωση των βίαιων δολοφονικών επιθέσεων, τη μισαλλόδοξη ρητορική, την ακροδεξιά προπαγάνδα και την πρακτική του εκφοβισμού στα Γυμνάσια και στα Λύκεια από θορυβώδεις μειοψηφίες που εργαλειοποιώντας τον φόβο, τη σιωπή ή την υποτίμηση αυτών των φαινομένων ως μεμονωμένα περιστατικά ή ως «νεανική παραβατικότητα» σπέρνουν τον φασιστικό λόγο…"

 

28η Οκτωβρίου – Κομμουνιστικά τραγούδια στα σχολεία και ούτε λέξη για τον Ιωάννη Μεταξά

ΚΚΕ: «Μπροστά στην επέτειο της 28ης Οκτωβρίου αξιοποιούμε τις σχολικές γιορτές και εκδηλώσεις, με πολύμορφες δράσεις μέσα στις σχολικές τάξεις αναδεικνύουμε το πραγματικό αποκρουστικό πρόσωπο του φασισμού που δεν εξανθρωπίζεται, ούτε αναβαπτίζεται σε «αντισυστημικό». Φράζουμε το δρόμο στους φασίστες μέσα στα σχολεία, ορθώνουμε ανάστημα. Μιλάμε στους μαθητές μας για τους εκατοντάδες εκπαιδευτικούς και μαθητές, για τα θρυλικά αετόπουλα της ΕΠΟΝ που πάλεψαν ενάντια στον φασισμό. Τους αποκαλύπτουμε τον εγκληματικό ρόλο της Χ.Α.»

ΠΗΓΗ: xrisiavgi.com

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2026

Η επανάσταση της Ουγγρικής νεολαίας ενάντια στην κομμουνιστική θηριωδία

Ήταν μέσα της δεκαετίας του 1950, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ουγγαρίας κατείχε την εξουσία με τις πλάτες του πανίσχυρου Κόκκινου Στρατού, ο οποίος είχε κάνει την εμφάνισή του στην χώρα τον Σεπτέμβριο του 1944 καταλαμβάνοντάς την σαν… απελευθερωτής. Όμως, τον Οκτώβριο του 1956 η επανάσταση σάρωσε την Ουγγαρία. Ήταν μια γνήσια πατριωτική επανάσταση της νεολαίας, η οποία έδωσε τον αγώνα της σε δρόμους, σε πλατείες αλλά και στα πανεπιστήμια και τα εργατικά συμβούλια.

Για την μαρξιστική αριστερά η επανάσταση του 1956 θεωρείται ως μια αντεπαναστατική συνωμοσία στημένη από την Δύση, η οποία είχε στόχο την καπιταλιστική παλινόρθωση. Στην πραγματικότητα όμως ήταν μια εξέγερση ενάντια στον κόκκινο ολοκληρωτισμό, με πρωταγωνιστές τους Ούγγρους εργάτες να παλεύουν για την ανεξαρτησία τους και την αποτίναξη του μπολσεβίκικου ζυγού. Για αυτό και η νομενκλατούρα της Σοβιετικής Ενώσεως έπνιξε στο αίμα την επανάσταση αυτή, ενόσω η «ελεύθερη» Δύση παρέμεινε στην άκρη μακριά από τα γεγονότα κοιτώντας αδιάφορα.

Ένα ακόμα χαρακτηριστικό που χαλάει το κομμουνιστικό αφήγημα, είναι ότι οι νέοι εργάτες και φοιτητές αποτέλεσαν τα πιο αυθόρμητα και επαναστατικά στοιχεία. Καίτοι οι μεγαλύτεροι σε ηλικία σκέφτονταν τις συνέπειες και τα αντίποινα του σοβιετικού κολοσσού, οι νεολαίοι επάνδρωσαν με ενθουσιασμό και θάρρος την επαναστατική δράση και ταυτόχρονα αποτέλεσαν την κινητήρια δύναμη για την οργάνωση των συμβουλίων. Αλλά και ο ίδιος ο χαρακτήρας των γεγονότων καθόρισε ότι τον κύριο ρόλο στην επανάσταση θα τον είχε η νεολαία. Από την αρχή της εξέγερσης οι νέοι δεν περιορίστηκαν σε απλές διαδηλώσεις, αλλά προχώρησαν στην εξουδετέρωση των σωμάτων ασφαλείας και των εχθρικών τανκς.

Ο εβραϊκής καταγωγής Ματίας Ράκοζι, γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ουγγαρίας, είχε δημιουργήσει ένα καθεστώς απάνθρωπο ακόμη και με τα σταλινικά κριτήρια. Η κοινωνία υπέφερε υπό συνθήκες ακραίας τρομοκρατίας που ασκούσε η πανίσχυρη AVH, η αδίστακτη πολιτική αστυνομία που είχε ιδρυθεί επί Ράκοζι. Ο μονολιθικός κομμουνιστικός οργανισμός υπό την ηγεσία του, είχε διεισδύσει σε κάθε εκδήλωση του δημοσίου βίου και είχε επιβάλει τον ασφυκτικό έλεγχό του στα εργοστάσια, στον στρατό, στους αγρότες και στην δικαιοσύνη.

Η οικονομία της χώρας είχε φτάσει στο χείλος της κατάρρευσης και αυτός ήταν ένας από τους κύριους λόγους που η σοβιετική ηγεσία έχρισε πρόεδρο της χώρας τον Ιμρέ Νάγκυ, ο οποίος κήρυξε την «νέα πορεία» με στόχο την εκπόνηση μιας εναλλακτικής στρατηγικής στην οικονομία. Ο Ίμρε Νάγκι αποπειράθηκε να θεσπίσει το «Πατριωτικό Λαϊκό Μέτωπο», ένα αυτόνομο πολιτικό όργανο το οποίο θα εξασφάλιζε την ελεύθερη πρόσβαση των μαζών στην πολιτική διαδικασία έξω από τον έλεγχο του Κ. Κ. Ουγγαρίας. Τα σχέδια του όμως ανατράπηκαν από τον Ράκοζι, όταν ο τελευταίος ανέκτησε μέσω ψηφοφορίας και πάλι την πρωτοβουλία των κινήσεων.

Το «κίνημα των λεσχών πολιτών» ήταν μια αντανακλαστική αντίδραση της κοινωνίας για την καθαίρεση του Νάγκυ και την επαναφορά στις σταλινικές μεθόδους. Στην Βουδαπέστη το 1955 ιδρύθηκε η σημαντικότερη από αυτές με το όνομα «Κύκλος Πέτοφυ». Οι συζητήσεις που γινόντουσαν στις λέσχες αφορούσαν θέματα για την καλύτερη διαβίωση των επαγγελματικών ομάδων, την σχέση μεταξύ τέχνης και εξουσίας και ζητήματα γενικής φύσεως σχετικά με το καθεστώς. Στις συνεδριάσεις αυτές άρχισαν να καταφτάνουν γνωστές πολιτικές προσωπικότητες και αντιπροσωπείες από τις βιομηχανίες, τα πανεπιστήμια, τις δημόσιες υπηρεσίες, αλλά και από τις στρατιωτικές σχολές.

Το νέο κίνημα πολύ γρήγορα έλαβε τεράστιες διαστάσεις εγκαινιάζοντας δεκάδες τοπικά παραρτήματα. Με την ουσιαστική παρέμβαση του φοιτητικού κινήματος, το στρατόπεδο της αντιπολίτευσης είχε περάσει πλέον στην αντεπίθεση. Στις 22 Οκτωβρίου σε μια φοιτητική συνέλευση ψηφίστηκε μια διακήρυξη 16 σημείων, η οποία έμελλε να αποτελέσει το πολιτικό μανιφέστο της επερχόμενης ουγγρικής επανάστασης. Οι σοβιετικοί έβλεπαν την λαϊκή κατακραυγή κατά του καθεστώτος να αυξάνεται, για αυτό αποφάσισαν την αντικατάσταση του Ράκοζι από έναν ακόμα χειρότερο κομμουνιστή, τον Έρνστ Γκερό, ο οποίος έλαβε την απόφαση να απαγορεύσει την αντικομμουνιστική διαδήλωση που επρόκειτο να διεξαχθεί στις 23 του μηνός.

Η απόφαση αυτή του μπολσεβίκικου ανδρεικέλου δεν σταμάτησε τους εξεγερμένους. Εκείνη την ημέρα τριακόσιες χιλιάδες άνθρωποι ξεχύθηκαν στους δρόμους της Βουδαπέστης κάτω από το λάβαρο της τρίχρωμης εθνικής τους σημαίας, από την οποία έσκιζαν το μισητό κομμουνιστικό θυρεό. Η ώρα έναρξης συνέπιπτε με την ώρα που έκλειναν τα εργοστάσια και πολλοί εργάτες αντί να γυρίσουν στα σπίτια τους, αψήφησαν την κυβερνητική απαγόρευση και ενώθηκαν με το πλήθος. Όταν η πορεία πέρασε μπροστά από τους στρατώνες της στρατιωτικής ακαδημίας, μια ομάδα ευέλπιδων βγήκε απ’ το προαύλιο της σχολής και με στρατιωτικό βηματισμό προσχώρησε στην διαδήλωση. Μια ομάδα αντικομμουνιστών ακτιβιστών γκρεμίζει το άγαλμα του Στάλιν. Μια άλλη ομάδα αποσπάστηκε από τους συγκεντρωμένους και κατευθύνθηκε προς το Μέγαρο της Ραδιοφωνίας, προκειμένου να μεταδώσει τα 16 σημεία σε όλη την Ουγγαρία. Μέσα στο Μέγαρο βρισκόντουσαν εκατοντάδες ένστολοι φρουροί της κρατικής μυστικής αστυνομίας οπλισμένοι με πολυβόλα και χειροβομβίδες.

Ο Γκερό αντιδρά αποδίδοντας στους κατοίκους της Βουδαπέστης τους χαρακτηρισμούς «φασίστες» και «αντεπαναστάτες», με αποτέλεσμα να εξαγριώσει το πλήθος και εκείνο με την σειρά του να ορμήσει κατά του κτιρίου εκτοξεύοντας πέτρες, αυτοσχέδιες βόμβες μολότοφ και να χρησιμοποιήσει ένα φορτηγάκι για να σπάσει τις πόρτες του μεγάρου. Οι άντρες της AVH απάντησαν με ριπές από υδροφόρα κανόνια και με καπνογόνα δίχως αποτέλεσμα. Στον χώρο της σύγκρουσης κατέφτασαν στρατιώτες του τακτικού ουγγρικού στρατού και τρία άρματα μάχης. Οι στρατιώτες, αντί να ορμήσουν κατά του πλήθους, απλά παρατάχθηκαν έξω από το Εθνικό Μουσείο.

Το βράδυ και δίχως καμία προειδοποίηση οι άντρες της μυστικής αστυνομίας ξεπρόβαλλαν από μια πλαϊνή πόρτα και άνοιξαν πυρ κατά των διαδηλωτών. Οι νεκροί και οι τραυματίες ήταν δεκάδες, οι διαδηλωτές όμως δεν τράπηκαν σε φυγή. Βλέποντας τις σφαίρες να θερίζουν τον λαό που αντιστέκεται, κάποιοι από τους στρατιώτες παραδίδουν τα όπλα ενώ κάποιοι άλλοι άρχισαν να πυροβολούν εναντίον της AVH. Η διαδήλωση είχε πια μετατραπεί σε μια ένοπλη εξέγερση που δεν είχε ως στόχο πια μόνο το Ουγγρικό κομμουνιστικό κόμμα, αλλά είχε αποκτήσει έναν ευρύτερο αντισοβιετικό χαρακτήρα. Τα ξημερώματα, όταν και ο τελευταίος γεμιστήρας των ενόπλων της AVH άδειασε, το γεμάτο οργή πλήθος εφόρμησε μέσα στον σταθμό και εκτέλεσε όσους εκ των δολοφονών ήταν ακόμη ζωντανοί.

Εκείνο το βράδυ, ο Γκέρο ζήτα τη σοβιετική στρατιωτική επέμβαση «για να καταστείλει μια διαδήλωση που έπαιρνε όλο και μεγαλύτερη και άνευ προηγουμένου κλίμακα». Η σοβιετική ηγεσία είχε διατυπώσει σχέδια έκτακτης ανάγκης για επέμβαση στην Ουγγαρία αρκετούς μήνες νωρίτερα και στις 02:00 της 24ης Οκτωβρίου, ενεργώντας σύμφωνα με τις διαταγές του Γκεόργκι Ζούκοφ, του Σοβιετικού Υπουργού Άμυνας, τα σοβιετικά άρματα εισήλθαν στη Βουδαπέστη. Όμως, ο Ουγγρικός λαός αντιδρά δυναμικά, αντιμετωπίζουν τα σοβιετικά άρματα με οδοφράγματα και βόμβες μολότοφ, παράλληλα πολιορκούν το κοινοβούλιο. Πλέον επαναστατικά εθνικά συμβούλια έχουν εμφανιστεί σε όλη τη χώρα, ανέλαβαν την τοπική αυτοδιοίκηση και καλούν σε γενικές απεργίες. Τα δημόσια κομμουνιστικά σύμβολα όπως τα κόκκινα αστέρια και τα μνημεία του Σοβιετικού πολέμου αφαιρέθηκαν και τα κομμουνιστικά βιβλία κάηκαν.

Υπό το βάρος των επαναστατικών κινήσεων που εξαπλώνονται, η κυβέρνηση καταρρέει. Πολλοί εκ των καταπιεστών καταφεύγουν στην Σοβιετική Ένωση και ο Ιμρέ Νάγκυ αναλαμβάνει εκ νέου την πρωθυπουργία. Ο Νάγκυ θα διαπραγματευτεί με την Ε.Σ.Σ.Δ. η οποία αποσύρει τις δυνάμεις της προς την επαρχία. Στις 3 Νοεμβρίου το υπουργικό συμβούλιο ψήφισε ομόφωνα υπέρ της εξόδου της Ουγγαρίας από το σύμφωνο της Βαρσοβίας. Τότε, μια ουγγρική αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον υπουργό Άμυνας Παλ Μάλετερ κλήθηκε να συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις για την αποχώρηση των Σοβιετικών στη Σοβιετική Στρατιωτική Διοίκηση στο Tέκελ, κοντά στη Βουδαπέστη. Περίπου τα μεσάνυχτα εκείνο το βράδυ ο Στρατηγός Ιβάν Σερόφ, αρχηγός της Σοβιετικής Αστυνομίας Ασφαλείας διέταξε τη σύλληψη της ουγγρικής αντιπροσωπείας και την επόμενη μέρα ο Σοβιετικός στρατός επιτέθηκε ξανά στη Βουδαπέστη

Τα ξημερώματα της 4ης Νοέμβριου, χιλιάδες σοβιετικά τανκς εισέβαλαν στην Βουδαπέστη, σε μια επιχείρηση με την κωδική ονομασία «Επιχείρηση Ανεμοστρόβιλος», και κατέπνιξαν στο αίμα την επανάσταση. Περισσότεροι από δυο χιλιάδες Ούγγροι σκοτώθηκαν στις οδομαχίες, μερικές εκατοντάδες από τους οποίους εκτελέστηκαν στις δίκες που ακολούθησαν. Περισσότεροι από δέκα χιλιάδες φυλακίστηκαν από το κατοχικό καθεστώς ως «αντεπαναστάτες» και διακόσες χιλιάδες άνθρωποι πήραν τον δρόμο της εξορίας. Ο Νάγκυ καταφεύγει στη Γιουγκοσλαβία όπου αιχμαλωτίστηκε αργότερα και εκτελέστηκε μετά από δυο χρόνια. Οι νεκροί του Κόκκινου Στρατού ανήλθαν στους εφτακόσιους ενώ οι τραυματίες σε περισσότερους από χίλιους διακόσιους.

Ο λαός της Ουγγαρίας απέδειξε με το ίδιο του το αίμα ότι η διαφορά μεταξύ των πραγματικών εργατών και του δήθεν «εργατικού κράτους» είναι η διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου. Οι εξεγερμένοι προτίμησαν να πεθάνουν πολεμώντας το κάλπικο «προλεταριακό» κράτος, παρά να φυτοζωούν ως σκλάβοι υπό την τυραννική του εξουσία.

Μέτωπο Νεολαίας – Τομέας Ιστορίας

ΠΗΓΗ: antepithesi.gr

Καρλ Σμιτ: Η Κρίση της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας

«Η Κρίση της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας» («Die geistesgeschichtliche Lage des heutigen Parlamentarismus», 1923) είναι το κλασικό επιδραστικό πολιτικό και φιλοσοφικό έργο του Γερμανού Εθνικοσοσιαλιστή νομικού και πολιτικού επιστήμονα Καρλ Σμιτ (Carl Schmitt, 1888-1985) [1], ενός από τους σπουδαιότερους  πολιτειολόγους του 20ου αιώνα. Το βιβλίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Ζήτρος (2026) σε μετάφραση και σχόλια του Διονύση Ασημιάδη και έρχεται να προστεθεί στα άλλα σημαντικά έργα του Σμιτ που έχουν εκδοθεί στη χώρα μας [2].

Αν και έχει περάσει ένας περίπου αιώνας από τότε που πρωτοκυκλοφόρησε, το πόνημα του μεγάλου Γερμανού στοχαστή - ένα από τα σημαντικότερα έργα της πολιτικής θεωρίας του 20ού αιώνα - παραμένει πάντα επίκαιρο.

Το έργο γράφτηκε μέσα στο εύθραυστο πολιτικό τοπίο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης στη Γερμανία, προμηνύοντας τα δομικά αδιέξοδα που οδήγησαν στην κατάρρευση του κοινοβουλευτικού συστήματος. Ο Σμιτ υποστηρίζει ότι ο κοινοβουλευτισμός βρίσκεται σε βαθιά κρίση επειδή οι πολιτικές έννοιες έχουν χάσει το αρχικό τους περιεχόμενο, και οι θεσμοί λειτουργούν ως κενά σχήματα, χωρίς να υπηρετούν τις ιδέες που τους γέννησαν.

Ο Σμιτ δεν περιορίζεται στην κριτική της λειτουργίας του κοινοβουλευτικού συστήματος. Αμφισβητεί τις ίδιες τις θεωρητικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίζεται ο κοινοβουλευτισμός, ιδιαίτερα την πεποίθηση ότι η δημόσια συζήτηση, η αντιπαράθεση επιχειρημάτων και η κοινοβουλευτική διαβούλευση μπορούν να οδηγήσουν σε ορθολογικές πολιτικές αποφάσεις. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι πραγματικές αποφάσεις λαμβάνονται παρασκηνιακά από κομματικούς και οικονομικούς μηχανισμούς.

Ο Σμιτ διαχωρίζει τη δημοκρατία (ως έκφραση της πολιτικής βούλησης του λαού) από τον κοινοβουλευτισμό (ως σύστημα αντιπροσώπευσης), καθώς. υποστηρίζει ότι η δημοκρατία μπορεί να υπάρξει και χωρίς τα παραδοσιακά κοινοβουλευτικά μέσα. Για τον Σμιτ, οι δύο έννοιες δεν ταυτίζονται. Η δημοκρατία αφορά την ταυτότητα ανάμεσα στη βούληση του λαού και στη βούληση εκείνων που κυβερνούν. Ο κοινοβουλευτισμός, αντίθετα, αποτελεί έναν συγκεκριμένο τρόπο οργάνωσης της πολιτικής εξουσίας, που βασίζεται κυρίως στην αντιπροσώπευση, τη συζήτηση και τη διαπραγμάτευση.

Ο κοινοβουλευτισμός δικαιολογείται, κατά την κλασική φιλελεύθερη αντίληψη, επειδή οι εκπρόσωποι συζητούν δημόσια, ανταλλάσσουν επιχειρήματα και μπορούν να αναθεωρήσουν τις θέσεις τους.

Στην πραγματικότητα, όμως, οι κοινοβουλευτικές αποφάσεις μπορεί να προκύπτουν από κομματικές συναλλαγές, διαπραγματεύσεις συμφερόντων και υπόγειες συμφωνίες, αντί από μια ειλικρινή αναζήτηση της αλήθειας μέσω του διαλόγου.

Αν οι πολίτες και οι πολιτικοί δεν πιστεύουν πλέον ότι η δημόσια συζήτηση και η αντιπαράθεση επιχειρημάτων έχουν ουσιαστική αξία, τότε, κατά τον Σμιτ, το κοινοβουλευτικό σύστημα χάνει την αρχή που δικαιολογεί την ύπαρξή του.

Ως εκ τούτου, σύμφωνα με  τον Σμιτ, ο κοινοβουλευτισμός δεν μπορεί να διατηρήσει τη νομιμοποίησή του όταν η δημόσια συζήτηση παύει να αποτελεί πραγματική αρχή της πολιτικής ζωής και μετατρέπεται σε ανταγωνισμό κομματικών συμφερόντων.

[1] Περισσότερα για τη ζωή και το έργο του Καρλ Σμιτ βλ. METAPEDIA καθώς και στο βιβλίο του Ν. Γ. Μιχαλολιάκου: «Εγκληματίας Σκέψης – “Better dead than dying” C. Schmitt, 1948» (2021).

[2] Έργα του Καρλ Σμιτ που κυκλοφορούν στα ελληνικά: «Η έννοια του Πολιτικού» (Κριτική), «Πολιτική Θεολογία» (Εκδόσεις Λεβιάθαν), «Η Κρίση της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας» (Ζήτρος), «Πολιτικός Ρομαντισμός» (Ζήτρος), «Ο Λεβιάθαν στην πολιτειολογία του Τόμας Χομπς» (Σαββάλας), «Η Θεωρία του Αντάρτη» (Εκδόσεις Πλέθρον), «Στεριά και Θάλασσα. Μια κοσμοϊστορική θεώρηση» (Σμίλη), «Ο Καρλ Σμιτ στο δικαστήριο της Νυρεμβέργης» (Εκδόσεις Συγχρονικότητα), «Σχετικά με τα τρία είδη της νομικής σκέψης» (Παπαζήσης). «Ποιος είναι ο Φύλακας του Συντάγματος» (Παπαζήσης), «Άμλετ ή Εκάβη» (Εκδόσεις Κουκκίδα).

Π.Χ.Γ.