Μέρος 1
«Η έρευνα των Ινδοευρωπαϊκών ριζών του πολιτισμού της Ευρώπης δεν έχει απλώς μιαν ιστορική ή αρχαιοδιφική αξία. Είναι η έρευνα τού τι σχετίζεται με εμάς και τι μας είναι ξένο, τού τι πρέπει να γίνει παραδεκτό και τι πρέπει να απορριφθεί. Είναι ο καθορισμός των κριτηρίων εν σχέσει προς τα οποία όλα τα πολιτιστικά ρεύματα δεν δύνανται να καταστούν αποδεκτά αδιακρίτως, αλλά χρήζουν μιας επιλογής εχούσης κατά νουν την πνευματική μορφή της Ευρωπαϊκής ανθρωπότητος. Αυτό είναι το καθήκον του οποίου η εκπλήρωσις απαιτείται από εμάς λόγω της σημερινής ανάγκης με σκοπό να παρασχεθεί ένας μοναδικός μύθος για τον Ευρωπαϊκό εθνικισμό του αύριο και πέραν των ορίων της Ευρώπης για ολόκληρο την λευκή φυλή. Είναι το σημείο απ’ όπου διανοίγονται οι ορίζοντες μιας νέας ευρωπαϊκής παραδόσεως, μιας παραδόσεως εντός της οποίας έχει θέση μία νέα ευρωπαϊκή θρησκευτική προοπτική με Βόρειες ρίζες, μία «ευλάβεια βορείου είδους». Από το μεταθανατίως εκδοθέν βιβλίο του Αντριάνο Ρομουάλντι «Οι Ινδοευρωπαίοι. Καταβολές και μεταναστεύσεις.» Πάδοβα, 1978, εκδόσεις Ar.
ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ
Με την αρχομένη δια του παρόντος κειμένου σειράν άρθρων θα αποπειραθούμε, όσον είναι δυνατόν, να συνεισφέρουμε κατά τι στην διάλυση των ποικίλων συγκεχυμένων, εν μέρει αλληλοεπικαλυπτομένων και εν μέρει αντιθετικών, αστηρίκτων εν πολλοίς απόψεων περί το φυλετικό ζήτημα. Επί σαράντα περίπου έτη ο εθνικιστικός χώρος και οι εγγύς προς αυτόν ποικίλης ιδεολογικοπολιτικής υφής ομάδες κατέστησαν δέκτες ή και κοινωνοί σωρείας συναφών υπερβολών, αστηρίκτων ανοησιών, εγωπαθών μεγαλοστομιών, εκλεκτικώς κλεψιτύπων γνωστικών δανείων με αντικείμενο το φυλετικόν ζήτημα στο σύνολόν του αλλά και ιδιαιτέρως το μέρος του το κατατριβόμενο με τον Ελληνισμό. Ένα φάσμα ψευδοδιανοουμένων ή και παρανοούντων διανοουμένων υπερέβησαν πλειστάκις εαυτούς με ιησουιτικό ζήλο ώστε να πείσουν τους αποδέκτες τους, ότι δήθεν είναι φορείς της αποκαλυφθείσης φυλογνωσικής αληθείας. Ιδιαιτέρως δε ενέχει σημαντική βαρύτητα η από τεσσάρων περίπου δεκαετιών αυξομειουμένη αντιπαράθεση μεταξύ των διαβοήτων αυτοχθονιστών με τους «αντιπάλους» ή και μάλλον εχθρούς τους ινδοευρωπαϊστές και απολογητές της «από βορά καθόδου» (ενίοτε εξικνουμένους έως τα ακρόρια μιας Γκυντεριανής νορδικής καθαρολογίας).
Κατά το πρόσφατο παρελθόν σε μία σειρά άρθρων στην εβδομαδιαία εθνικιστική εφημερίδα «Εμπρός», έγινε προσπάθεια συγκεντρώσεως μερικών απαραιτήτων περιληπτικών στοιχείων τα οποία αφεώρουν το κρίσιμο «Ινδο- Ευρωπαϊκό ζήτημα». Εν προκειμένω, επανερχόμεθα ομοίως απαισιόδοξοι όσον αφορά στην δεκτικότητα και στο ενδιαφέρον του κοινού, ευελπιστούμε όμως ότι η σύναψη του θέματος με το δυσθεώρητο κύρος του διδασκάλου Έβολα δύναται να λειτουργήσει επιρρωτικώς προς την κατεύθυνση της αναζητήσεως αυτής. Αυτό καθεαυτό το «Ινδοευρωπαϊκό ζήτημα», όπως και όλες εν γένει οι συμπαρομαρτούσες πτυχές της Φυλογνωσίας και της Φυσικής Ανθρωπολογίας γενικότερον, αποτελούν ισχυρά θεμέλια άρα και απολύτως απαραίτητα εφόδια μίας αρτίας εθνικιστικής κοσμοθεωρήσεως.
Περί του Ινδοευρωπαϊκού και του φυλετικού ζητήματος
Γιά την αρτιοτέρα δυνατή κατανόηση του φυλογνωσικού έργου του Ιουλίου Έβολα επισημαίνεται ότι τα έτη μεταξύ 1933 και 1943 υπήρξαν για αυτόν μία περίοδος κυριολεκτικώς αποκαλυπτικής δραστηριότητος. Επιπλέον ήσαν τα έτη των εκδόσεων της «Εξεγέρσεως ενάντια στον Σύγχρονο Κόσμο» (1934), του «Μυστηρίου του Γκράαλ και της γιβελινικής παραδόσεως της Αυτοκρατορίας» (1937), του «Δόγματος της Αφυπνήσεως» (1943), καθώς και των δοκιμίων περί τα φυλετικά ζητήματα («Τρεις όψεις του εβραϊκού προβλήματος»-1936, «Ο μύθος του αίματος»-1937 και 1942, «Σύνθεσις του δόγματος της φυλής»-1941 και γερμανική έκδοση 1943, καθώς και «Κατευθύνσεις για μια φυλετική εκπαίδευση»-1941).
Αυτά τα έτη ήσαν επίσης χαρακτηριστικά μιας σειράς συνεργασιών του βαρόνου Έβολα με πολυάριθμα περιοδικά και εφημερίδες, όπως οι διασημότερες «Κοριέρε Παγκάνο», «Ιλ Ρετζίμε Φασίστα», και «Λα Στάμπα». Τα μηνιαία έντυπα «Το Κράτος», «Φασιστική βιβλιογραφία» και «Ιταλική ζωή» αλλά και τα δεκαπενθήμερα ιδεολογικά περιοδικά «Αυγουστέα» και «Άμυνα της φυλής». Στα ανωτέρω πρέπει να προστεθούν βεβαίως πάμπολλα άρθρα του και σε γερμανόφωνα περιοδικά.
Σε εκείνα τα έτη ο μέγας παραδοσιοκράτης φιλόσοφος ανέπτυξε και συνεπλήρωσε οργανικώς μία δέσμη θέσεων περί των καταβολών και της αναπτύξεως των πολιτισμών ινδοευρωπαϊκής προελεύσεως. Οι μελέτες και οι ποικίλες συνεισφορές που επηρέασαν την σκέψη του ποικίλουν κατά πολύ : Ανθρωπολογία, γλωσσολογία, αρχαιολογία, κρανιομετρία και σπουδή των ομάδων αίματος κοκ όπως και ποικίλα δεδομένα παρασχεθέντα από τους μύθους, τις τελετουργίες και διάφορα παραδοσιακά ιδρύματα. Το πολυσύνθετο και πολύμορφο σύνολο αυτών των προαναφερθέντων δεδομένων είχε μείζονα επίδραση στην ενοποίηση και εδραίωση της δέσμης αυτών των θέσεων. Η υιοθετηθείσα κατά την έρευνά του μέθοδος υπήρξε αυτή την οποία εξέθεσε σαφέστατα από την πρώτη έκδοση της «Εξεγέρσεως εναντίον στον σύγχρονο κόσμο» συνισταμένη πρωτίστως στο χαρακτηριστικό ότι «οτιδήποτε χρησιμοποιείται ως επιστημονική απόδειξη, εδώ είναι χρήσιμο μόνον ως μια βεβαία και θαμβή ένδειξη των τρόπων των περιστασιακών αιτίων, δυνάμεθα δε να είπωμεν ένδειξη μέσω της οποίας δύναται να εκδηλωθούν οι παραδοσιακές πραγματικότητες.»
Αποτέλεσμα αυτής της προσεγγίσεως στην οποίαν οδηγεί η «διακριτική» (μέσω επαλλήλων διακρίσεων) προσέγγιση του Έβολα συγκλίνουν και πολλές άλλες μελέτες περί του κλασικού κόσμου από σπουδαίους, εν πολλοίς αγνώστους στην πατρίδα μας (αλλά και στην σύγχρονο Ευρώπη), στοχαστές : Φραντς Αλτχάιμ, Αντρέ Πιγκανιόλ, Βάλτερ Φρήντριχ Γκούσταφ Χέρμαν Ότο, Καρλ Κερένυι και Γιόχαν Γιάκομπ Μπαχόφεν. Επίσης οι πρώιμες θέσεις του Χέρμαν Βιρτ («Η εκκίνηση της ανθρωπότητος»), οι ανακαλύψεις του Ζωρζ Ντυμεζίλ στην πρώιμο νεότητά του (του οποίου την διδακτορική διατριβή αναφέρει ο Έβολα στην πρώτη έκδοση της «Εξεγέρσεως εναντίον στον σύγχρονο κόσμο») αλλά και οι ανακαλύψεις του μεγάλου συγκριτικού θρησκειολόγου Μιρτσέα Ελιάντε. Βεβαίως στην αυτή κατεύθυνση συγκλίνουν επίσης οι μελέτες περί των φυλών, των μεταναστεύσεών τους και των αμοιβαίων διαδραστικών τους επιρροών, μελέτες μάλιστα οι οποίες εξεπήγασαν από διαφορετικά θεωρητικά πεδία και διενηργήθησαν από ερευνητές όπως ο Κόμης Αρτύρ Γκομπινώ, ο Καρλ Πένκα, ο Τέοντορ Φρήντριχ Βίλχελμ Πέσε, ο Ζωρζ Βασέ ντε λα Πουζ, ο Χιούστον Στιούαρτ Τσάμπερλεϊν, ο Γιοχάννες Χέρτελ, ο Λούντβιχ Φέρντιναντ Κλάους, ο Λούντβιχ Βίλζερ, ο Χανς Γκύντερ, και ο δύστηνος «εγκληματίας γνώμης» Ρόζενμπεργκ. Ανάλογο τροχιά προς την προαναφερθείσα συγκλίνουσα συνισταμένη εμφανίζει η παραδοσιοκρατία του Γκενόν και μέσω αυτής οι υπαινικτικές ιδέες του βραχμάνου Μπαλ Γκανγκάνταρ Τίλακ.
Βεβαίως στην απαρτίωση του Εβολιανού ερευνητικού έργου συνέτειναν πλειστάκις και κλασικές πηγές από διαφόρους πολιτισμούς, από τους ινδοευρωπαϊκούς έως τον αιγυπτιακό, περουβιανό και χαλδαϊκό πολιτισμό. Αυτό το πολυσύνθετο και πολυεπίπεδο σύνολο των συστατικών της Εβολιανής ερεύνης εσχηματοποίησε την έκφραση ενός πλουσίου, πολυέδρου, περιτέχνου και πολυσυνθέτου δόγματος περί των καταβολών, εξόχως επικαίρου κατά την εποχή που εγεννήθη καθώς και ιδιαιτέρως πρωτοπόρου εις ό,τι αφορά τον πελώριο πλούτο των συνεισφορών.
Η παραδοσιοκρατική μέθοδος : Φαμπρ ντ’ Ολιβέ, Γκενόν, βραχμάνος Τίλακ και η έρευνα του Χέρμαν Βιρτ.
Ένα κρίσιμο βήμα για την κατανόηση της Εβολιανής προσεγγίσεως προς τα διαφορετικά δόγματα περί των ινδοευρωπαϊκών καταβολών, ημπορεί να ανευρεθεί στα πρώτα οκτώ κεφάλαια του «Μύθου του αίματος», όπου κυρίως συνοψίζει τις απόψεις του Ολλανδού Χέρμαν Βιρτ: «Αναφερόμενοι στον Φαμπρ ντ’ Ολιβέ, έχουμε ήδη ειπεί ότι η Αρκτική υπόθεση καθεαυτή είναι κάτι πολύ περισσότερον από μία εκ των πολλών υποθέσεων των συγχρόνων ερευνητών : Τουναντίον συμβαδίζει προς την γνώση μιας “παραδοσιακής τάξεως” η οποία έως τούδε συνετηρήθη σε συγκεκριμένα εσωτεριστικά περιβάλλοντα. Συνεπώς έχει σαφώς αξίαν, ασχέτως των προσπαθειών εκείνων οι οποίοι, όπως ο Βιρτ, είχαν μόνο μίαν ασαφή έμπνευση περί αυτής, αποπειρώμενοι να την δικαιώσουν με σύγχρονες “επιστημονικές μεθόδους”. Έχει αξίαν ασχέτως της προσπαθείας μερικών φυλετιστών και του ιδίου του Βιρτ, ο οποίος την εχρησιμοποίησε “προς χρήση του Δελφίνου” (αποκλειστικώς για την εξυπηρέτηση κάποιου σκοπού), για ολίγον έως πολύ περιστασιακές πολιτικές σκοπιμότητες».
Ο Έβολα αντεμετώπισε τα έργα του Βιρτ με αύξουσα προσοχή (έργα που απερρίφθησαν από τους ακαδημαϊκούς επιστημονικούς κύκλους, όχι μόνον για τις αιρετικές τους θέσεις αλλά κυρίως για κάποια συμπεράσματά του έμπλεα εντόνου φαντασίας και απολύτως εσφαλμένα), όμως ταυτοχρόνως υπεβάθμισε την καθεστηκυία «λογιστικήν» επιστημονική προσέγγιση εν σχέσει προς την παραδοσιακή γνώση, γνώση για την οποίαν ο Έβολα φρονεί ότι μεταδίδεται μέσω εσωτεριστικών τρόπων, όπως ανευρίσκεται στο έργο του Φαμπρ ντ’ Ολιβέ «Φιλοσοφική ιστορία του ανθρωπίνου γένους».
Λέγει επ’ αυτού : «Το 1824 με μίαν εμφανώς πολεμική αναφορά προς το έργο του Ζυλιέν Ζοζέφ Βιρέ, εμφανίζεται ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο από τον Φαμπρ ντ’ Ολιβέ με τίτλον “Φιλοσοφική ιστορία του ανθρωπίνου γένους” το οποίον εμπεριέχει ένα σχήμα γενικής φυλετικής ταξινομήσεως, επιπροσθέτως προς μία προσπάθεια να εξατομικευθεί η επιρροή την οποίαν εκάστη φυλή εξήσκησε διαμέσου διαφορετικών περιόδων, σε μιαν ιστορία η οποία οπισθοδρομεί έως τους αρχεγόνους προϊστορικούς χρόνους. Η χρησιμοποιουμένη ονοματολογία είναι ερυθρά ή μεσημβρινή φυλή, κιτρίνη φυλή, μαύρη ή νοτία φυλή, λευκή ή βορεία φυλή. Το πλέον σημαντικό στοιχείον είναι ότι ο Φαμπρ ντ’ Ολιβέ εν σχέσει προς την λευκή φυλή υπήρξεν ο πρώτος ο οποίος υπεστήριξε μιαν απωτέρα βορειοαρκτική, βορεία και υπερβορεία καταβολή της. Όμως στον εν λόγω συγγραφέα η δηλωθείσα θέση έχει αμφότερα τα χαρακτηριστικά μιας επιστημονικής υποθέσεως αλλά και της εκθέσεως μιας παραδοσιακής διδασκαλίας, η οποία ακόμη διετηρείτο εντός λίαν κλειστών περιβαλλόντων προς τα οποία ευρίσκετο εν επαφή».
Ωστόσον, η κρίση του Έβολα περί του Χέρμαν Βιρτ ποτέ δεν ήταν εξ ολοκλήρου αρνητική. Στην εργασιακή μέθοδο του πολυμαθούς Ολλανδού υπήρχε κάτι όχι πολύ διαφορετικό από την Εβολιανή εργασιακή μέθοδο: Εμοιράζοντο αμφότεροι την θεμελιώδη παραδοχή «…η ιδέα μιας αυθεντικής βορειοατλαντικής παραδόσεως η οποία οπισθοδρομεί έως την πλέον μεμακρυσμένη αρχαιότητα και η απόπειρα να αναπλασθούν οι ατραποί που ηκολούθησαν οι πρωταγωνιστές αυτής της παραδόσεως κατά την επέκτασή της μέσω των μειζόνων προϊστορικών μεταναστεύσεων. Επιπλέον, υπήρχε επίσης η απόπειρα να συστηματοποιηθούν ποικίλες φάσεις ή διαφοροποιήσεις αντιπροσωπευόμενες από παραδοσιακό συμβολισμό καθώς επλησίαζαν οι ιστορικοί χρόνοι (…) η θετική συνεισφορά ήταν η διεύρυνση των οριζόντων : Έτσι περιεγράφη η απαίτηση προτάσεως μίας φιλοσοφίας της ιστορίας η οποία εξεκίνησεν από την ιδέαν της αρχεγόνου παραδόσεως». Αυτή η προσπάθεια ήταν εκείνη την οποίαν απεπειράθη να ολοκληρώσει ο Βιρτ με την βοήθεια πορισμάτων ποικίλων επιστημονικών πεδίων (από την φιλολογία έως την μυθολογία και την εθνολογία). Συνεπώς ο σκοπός και η μέθοδό τους ήσαν λίαν σχετικοί, παρά την ουσιώδη διαφορά μεταξύ Βιρτ και Έβολα, διαφορά συνισταμένη στην σχεδόν καθολική έλλειψη αναφοράς του πρώτου στην Παράδοση.
Η παραδοσιοκρατική προσέγγιση του Έβολα προήλθεν από τον Ρενέ Γκενόν παρά το ότι υπήρξε πολύ διαφορετική από εκείνη του Γάλλου συγγραφέως. Ο Γκενόν εξεκίνησε από του σημείου όπου προτίθεται να οικοδομήσει μιαν «αντιμοντέρνα επιστήμη». Παρά το ότι εγκολπούται τις ιδέες του βραχμάνου Τίλακ (με μερικές επιφυλάξεις) και υποστηρίζει την υπερβορεία θεωρία, ο Γκενόν γράφει για τους Ινδοευρωπαίους : «Όσον αφορά εμάς δεν πιστεύουμε στην ύπαρξη μιας Ινδοευρωπαϊκής φυλής, έστω και αν δεν αποκαλείται πλέον Αρία, πράγμα το οποίο δεν έχει καμία ουσία. Είναι ιδιαιτέρως σημαντικόν ότι οι Γερμανοί λόγιοι απέδωσαν το όνομα Ινδογερμανική σε αυτήν την φυλή και απεπειράθησαν να καταστήσουν μια τέτοια υπόθεση αποδεκτή, υποστηρίζοντές την με πολλαπλά εθνολογικά αλλά και κυρίως φιλολογικά επιχειρήματα.» («Γενική εισαγωγή στη σπουδή των ινδικών δογμάτων» Παρίσι 1921. Ο Γκενόν σε αυτό το βιβλίο του καταθέτει το προαναφερόμενο εδάφιο στην παράγραφο «Η γερμανική έγχυση» του 4ου κεφαλαίου «Οι δυτικές ερμηνείες»).
Οι θέσεις του Έβολα διαφέρουν από εκείνες του Γκενόν καθώς εξετάζουν το πρόβλημα της καταβολής από ένα ευρύτερον φάσμα απόψεων. Η επιστημονική έρευνα δεν έχει τον κυρίαρχο ρόλο, αλλά δύναται να υποστηρίξει την προσφορά ενός οργανικού νοήματος στην βορειοαρία θέση. Συμφώνως προς την παραδοσιακή Εβολιανή μέθοδο τα συμπεράσματα που απορρέουν από τις μελέτες πληθυσμών και μετακινήσεων συγχέονται περιοριζόμενα από το εμμονικό ανελαστικό εξελικτικό δόγμα και τον ακραίον υλισμό. Έτσι, παραδείγματος χάριν, στην περίπτωση της ερμηνείας της κυριαρχικής μεταπτώσεως στον άνθρωπο του Κρομανιόν («Ευρωπαίο Πρόωρο Σύγχρονο Άνθρωπο») από τον Μουστιαίο πολιτισμό και τον εξαφανισθέντα άνθρωπο του Νεάντερταλ συμβαίνει αυτή ακριβώς η σύγχυση.
Μέρος 2
Κυκλική αντίληψη της Ιστορίας, ο αρχέγονος άνθρωπος και ο κεντρικός Άξων – Πόλος
Εκ προοιμίου επισημαίνεται εδώ ότι, το πλέον πρόσφορο πρότυπο δια του οποίου μπορούμε να πλαισιώσουμε την ανθρωπίνη ιστορία και το οποίο υπερβαίνει ταυτοχρόνως τόσον την μη πειστική εξελικτική σύλληψη περί ανόδου των μορφών ζωής, όσον και την αφροκεντρική ιδέα περί ανθρωπίνης εξελίξεως, είναι μάλλον το απορρέον από την Παραδοσιοκρατική Κοσμοθεώρηση. Συγγραφείς όπως ο μέγας Ιούλιος Έβολα και ο πολυμαθέστατος μύστης Ρενέ Γκενόν ετοποθετήθησαν αναφανδόν υπέρ της χρήσεως αυτού του προτύπου στηριζόμενοι στην ανίχνευση, εξέταση και έρευνα Μύθων και Παραδόσεων από κάθε γωνία του πλανήτη μας.
Οι συλλογές αυτών των εκτενών δεδομένων απετέλεσαν για αμφοτέρους αυτούς τους στοχαστές πηγή στηρίξεως και εργαλεία ολοκληρώσεως των συμπαγών, πράγματι επιστημονικών και όχι απλώς λογικοφανών αποδείξεών τους. Η πορεία ερευνητών αυτού του κολοσσιαίου διαμετρήματος μας επιβάλλει τουλάχιστον να τείνουμε «ευήκοον ους» επί των πολλαπλών μαρτυριών περί το ζήτημα, μαρτυριών εξικνουμένων έως και το απώτατο μυθικοϊστορικόν παρελθόν.
Οφείλουμε να συνδυάσουμε την εξέταση των προϊστορικών συμβάντων απροκαταλήπτως, αποπειρώμενοι να ενσωματώσουμε τις αντλούμενες από αυτήν πληροφορίες ομού με τις πλέον πρόσφατες επιστημονικές έρευνες σε ένα άρτιο συγκρότημα, παράγωγο όχι μιας αυθαιρέτου ή δολίως εκλεκτικής αποπείρας αλλά μιας πολυσυνθέτου και πολυεπιπέδου ακλονήτου λογικής.
Η κυριοτέρα ιδέα που απορρέει προς εμάς από αυτήν την διαφορετική αντίληψη είναι ότι η τάση της ανθρωπίνης ιστορίας δεν πρέπει να θεωρείται γραμμική και μόνον, αλλά κυκλική. Δηλαδή πρέπει να αποδέχεται στα πορίσματά της, αλλά και να υπαινίσσεται και να συνεπάγεται στις διαπιστώσεις της την ύπαρξη μιας ευρυτέρας ανθρωπότητος, καθώς υποδεικνύει η εξαιρετική αρχαιότης πολλών εμφρόνων ευρημάτων δηλαδή όπως καταδεικνύουν στοιχεία ποικίλων απωτάτων προηγηθεισών περιόδων.
Οι κύκλοι εκφάνσεων πολιτισμού της ανθρωπότητος, ωσάν αυτή η ανθρωπότης να εξεδηλούτο με διαφορετικές συστάσεις και μορφές της, πρέπει να συμπεριληφθούν κεχωρισμένως. Πρέπει δηλαδή να γίνουν αντιληπτοί ως «Μανβαντάρα», μακροπερίοδοι περίκλειστες και κεχωρισμένες μεταξύ των, ως μορφολειτουργικές εκδηλώσεις μίας άλλης ανθρωπότητος καθ’ έκαστον κύκλο. Ο Ρενέ Γκενόν εχρησιμοποίησε την έννοια του όρου Μανβαντάρα τον οποίον εδανείσθη από την Ινδουιστική Παράδοση. Κατά την άποψή του η διάρκεια ενός Μανβαντάρα είναι περίπου 65.000 έτη και η συνολική αυτή χρονοπερίοδος με τη σειρά της διαιρείται σε τέσσερις Γιούγκας (Σατύα, Τρέτα, Ντβαπάρα και Κάλι Γούγκα, μειουμένης διαρκείας και σε αναλογία 4-3-2-1) ή επίσης σε πέντε «Μείζονα Κοσμικά Έτη» (ήτοι πέντε περιόδους ίσης διαρκείας, εκάστη ισουμένη προς 13000 έτη). Η διαίρεση των πέντε Μειζόνων Κοσμικών Ετών αντιστοιχεί στο Ησιόδειον σχήμα της ελληνικής παραδόσεως, το οποίον αφεώρα στις πέντε εποχές: Χρυσή, Αργυρά, Ορειχαλκίνη, Εποχήν των Ηρώων και Σιδηρά Εποχή.
Η πρώτη σκέψη που απορρέει από τις παραδοσιακές πηγές τις αφορώσες το θέμα των ανθρωπίνων καταβολών, είναι ότι καμία εξ αυτών των πηγών δεν πιστοποιεί ασφαλώς την εξελικτική υπόθεση ούτε βεβαίως και την αφροκεντρική. Δηλαδή ο άνθρωπος δεν γίνεται ποτέ αντιληπτός ως ένα ον προερχόμενο από κατώτερες ζωώδεις μορφές, αλλά εμφανίζεται μάλλον ως ένα ον εκπεσόν από υψηλότερες «υπερανθρώπινες» καταστάσεις.
Ο αείμνηστος Ρουμάνος ιστορικός των θρησκειών Μιρτσέα Ελιάντε είχεν επ’ αυτού τονίσει ευνοϊκώς και εμφατικώς το σχεδόν οικουμενικό θέμα της «νοσταλγίας των καταβολών», δηλαδή του ευρέως διαπιστουμένου αισθήματος μελαγχολικής αναμνήσεως μιας ανωτέρας αρχικής υπαρξιακής καταστάσεως την οποίαν εν προκειμένων μπορούμε να ανακαλέσομε ως το αντικείμενο της πρώτης Ησιοδίου φυλής, της Χρυσής Εποχής Οι άνθρωποι αυτής «έζων ως θεοί», θέμα προσιτό και στην αναφορά του πλατωνικού Ανδρογύνου, τελείου στην πληρότητά του, τόσον τελείου αλλά και μοναδικού όσον ήτο η αρχική υπερκάστα των ασκητών – σοφών «Χάμσα» της ινδουιστικής παραδόσεως, προ της πολώσεως και του πολυχασμού της στις επακολουθήσασες οντότητες.
Πράγματι διαπιστούται ότι κατά την προσέγγιση αυτού του ανωτάτου ανθρωπίνου τύπου υπονοούνται ζητήματα ενός είδους θεότητος, ενός όντος το οποίον κατά το μάλλον ήτο άνθρωπος των απαρχών, όπως επί παραδείγματι αναγνωρίζεται στην Ηροδότειο αφήγηση, όπως αναφέρεται στους Υπερβορείους καθοριζομένους ως «Διαφανείς Ανθρώπους» ή στην κινεζική αφήγηση του Λάο Τσε ο οποίος αναφέρει τους άνδρες του βορά ως «διαφανείς» και με «πολύ αδύναμα οστά». Στο ίδιο το Ισλάμ (ιδίως στον περσικό σιιτικό μυστικισμό) η Χουρκαλίγια (η «γη των ψυχών», ο «κόσμος των φαντασιακών εικόνων») απ΄ όπου θα προέλεθει ο Δωδέκατος Ιμάμης «Παράκλητος Σωτήρ» – Μάχντι, με τις «πόλεις του φωτός» της, κατοικουμένη από τους ανθρώπους με το αιθερικό «λεπτοφυές σώμα», ευρίσκεται στον βορά, ενώ στην σαγηνευτική κελτική παράδοση, σε ανάλογο βορινή γεωγραφική θέση, αναφέρεται «η γη των ζώντων» κατοικούμενη από τα ξωτικά.
Αυτού του είδους οι διάσπαρτοι υπαινιγμοί και τα μυθικοθρησκευτικά στοιχεία επισημαίνουν σαφώς ένα ευρύτερο αντικείμενο, ένα ευρύτερο ζήτημα, αυτό μιας «διαφορετικής υποστάσεως» μιας σωματικώς διαφορετικής υπάρξεως του αρχεγόνου ανθρώπου η οποία, επιπλέον, φαίνεται προηγουμένως να πιστοποιείται από την σχεδόν καθολική απουσία σκελετικών ή λιθικών συστημάτων συσχετιζομένων με τον Εμφρονα Άνθρωπο (Homo Sapiens) την περίοδο προ των 65000-52000 ετών, δηλαδή κατά το πρώτο Μείζον Έτος της τρεχούσης, της ενεστώσης, Μανβαντάρα. Αυτής η οποία συμφώνως προς την πενταμοριακή υποδιαίρεση, αντιστοιχεί στην Χρυσή Εποχή του Ησιόδου.
Ένα δεύτερο θέμα το οποίον αναδεικνύεται κατά την παραδοσιοκρατική προσέγγιση είναι εκείνο το συνδεόμενο με την «πολικότητα», με την έννοια του ΄Αξονος του Κόσμου καθώς και με την σύλληψη της «Πνευματικής Κεντρικότητος» : Επί παραδείγματι, το όρος Μερού, ορόσημον της αρχεγόνου ινδουιστικής «βορειότητος». Ανάλογο παράδειγμα ευρίσκεται επίσης και στην Παλαιά Διαθήκη όπου στον Ησαΐα (14,13) διαβάζουμε ότι το θείον ενδιαίτημα έπρεπε να ευρίσκεται στο «όρος της Συναθροίσεως», το ευρισκόμενο «στα απώτερα τμήματα του βορά». Επίσης αναφορές στις βορεινές γαίες τις συνδεόμενες με τις εποχές των απαρχών ανευρίσκονται στους θιβετανικούς μύθους με την αναφορά στην θρυλική Σαμπάλα και στην ινδουιστική παράδοση με την αναφορά στην Σβέτα Ντβίπα (την «Λευκή Νήσο»). Στο Ιράν υφίσταται η ανάμνηση της Airyanam Vaejo (Αϊριάναμ Βαέτζο – «Πατρίδος των Αρίων») με μιαν μνημονική εγχάραξη κατά τι βραδυτέρα αλλ’ όμως αναφερομένη και πάλιν στα ύψιστα γεωγραφικά πλάτη, στον Βορρά, όπως και στην γερμανοσκανδιναβική Παράδοση αναφέρεται η περιβόητος ΄Ασγκαρντ, το ενδιαίτημα της θεϊκής φυλής των ΄Εζιρ.
Κατά την κλασική Παράδοση η γαία της Θούλης και της Υπερβορείας ήσαν γνωστές στα κείμενα πολλών συγγραφέων (Εκαταίος ο Αβδηρίτης, Εκαταίος ο Μιλήσιος, Ηρόδοτος, Ησίοδος, Πίνδαρος, Όμηρος …), ενώ ειδικότερον για την Θούλη καταγράφεται το φημισμένο ταξίδι του Πυθέως του Μασσαλιώτη προς αυτήν. Στην Λατινική υπάρχουν παρόμοιες αναφορές του Βιργιλίου και του Πλινίου του Πρεσβυτέρου. Ακόμη και σε διάφορα μεσοαμερικανικά συμφραζόμενα συγκείμενα, αναφέρεται μία αρχέγονος «Τούλα», προδήλως ομοία ηχητικώς με την ελληνική Θούλη. Επίσης και στους μύθους των εξ Ινδίας προερχομένων τσιγγάνων, νυν καλουμένων Ρομά, η Σιβηρία αναφέρεται ως ένας αρχέγονος παράδεισος.
Εις ότι αφορά τις μεγάλες Ινδοευρωπαϊκές μεταναστεύσεις, διάφοροι κλάδοι των Ινδοευρωπαίων – Αρίων έχουν σαφές ιστορικό μεταναστεύσεως, ακόμα και εάν δεν έχει διατηρηθεί κανένα φιλολογικό περί αυτής αρχείο. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι οι κελτικοί και οι ιταλικοί λαοί ήσαν εισβολείς στα κλασικά τους ενδιαιτήματα. Η διαδρομή των Κελτών δύναται να ανιχνευθεί αρχαιολογικώς στην Σλοβακία και στην Ουγγαρία, ενώ και η Γερμανία διατηρεί ακόμη μερικά κελτικά τοπωνύμια. Στην Γαλλία, στην Ισπανία και στις Βρετανικές Νήσους, υπήρχε ένας μεγάλος πληθυσμός προ-Ινδο-Ευρωπαίων, που περιελάμβανε τουλάχιστον δύο χωριστές γλωσσικές οικογένειες.
Από τις ιβηρικές γλώσσες έχουν διασωθεί μόνον ολίγα γραπτά θραύσματα. Η ετρουσκική είναι εξαφανισμένη, αλλά καλώς πιστοποιημένη και πλήρως αποκρυπτογραφημένη, (παρά το ότι δεν γνωρίζουμε πως να διαχειρισθούμε τους επιμόνους ισχυρισμούς πως οι Ετρούσκοι ήσαν ένας ιδιόρυθμος και απρόβλεπτος κλάδος της Ανατολικής Ινδοευρωπαϊκής οκογενείας. Η βασκική γλώσσα επιβιώνει μέχρι σήμερον, αλλά οι προσπάθειες συνδέσεώς της με μακρινές γλώσσες παραμένουν ανεπιτυχείς. Εν πάση περιπτώσει, αυτή η μείζων περιοχή υπήρξε μάρτυς μιας κλασικής περιπτώσεως της επεκτάσεως των Iνδο-Ευρωπαίων, με αποτέλεσμα την σχεδόν πλήρη «κελτοποίηση» ή «λατινοποίηση» της δυτικής και της νοτίου Ευρώπης.
Ο γερμανικός, ο βαλτικός και ο σλαβικός κλάδος καλύπτουν τις περιοχές της Ευρώπης οι οποίες έχουν διεκδικηθεί ως Πρωτοπατρίς: Γερμανία, Πολωνία, Λιθουανία, Ουκρανία, Νότια Ρωσία. Στην περίπτωση των γερμανικών λαών, δεν υπάρχει καμία φιλολογική καταγραφή (αλλά υφίστανται πολλές αρχαιολογικές ενδείξεις) για την μετανάστευσή τους, ούτε για αντικατάσταση ή αφομοίωση ενός προγενεστέρου πληθυσμού. Η ομάς γλωσσών της Βαλτικής, που εκπροσωπείται σήμερον από την Λετονική και τα Λιθουανική, κάποτε εκάλυπτε μιαν ελαφρώς μεγαλυτέρα περιοχή από την σημερινή, αλλά δεν υπάρχει φιλολογική μνήμη μετανατεύσεώς τους από άλλη περιοχή. Ωστόσον, πολλοί Βάλτες σήμερον θα σας ειπούν ότι προήρχοντο αρχικώς από την Ινδία. Προτού αυτό δηλωθεί ως επιχείρημα γιά μιαν ινδική Πρωτοπατρίδα, θα πρέπει να επαληθευθεί ότι αυτή η πεποίθηση χρονολογείται πράγματι πριν από τον 19ον αιώνα, όταν η «ινδική προέλευση» ήταν η επικρατούσα θεωρία μεταξύ των μελετητών σε ολόκληρο την Ευρώπη.
Η λαογραφία που κατεγράφη μανιωδώς από τους εθνικιστές φιλολόγους τον 19ον αιώνα θα ημπορούσε κάλλιστα να περιέχει όχι μόνον παλαιές προφορικές παραδόσεις του απλού λαού, αλλά και μερικές δοξασίες του εκάστοτε κρατούντος επιστημονικού «συρμού» σε αυτούς που τις κατέγραψαν. Οι σλαβικοί λαοί επεξετάθηκαν νοτιοδυτικώς της Ευρώπης κατά μήκος του Δουνάβεως και επίσης τους τελευταίους αιώνες προς Ανατολάς, στα Ουράλια όρη. Όσο παλαιότερον δύναται να φθάσει στον χρόνο η ανθρωπίνη μνήμη, η Ουκρανία και η νότιος Πολωνία φαίνεται πως ήσαν η πατρίς των Σλάβων.
Όταν πολυάριθμοι λόγιοι από τις γερμανικές, τις βαλτικές και τις σλαβικές χώρες ήρχισαν να διεκδικούν την ιδική τους χώρα ως Ινδο-Ευρωπαϊκή «Πρωτοπατρίδα», ως «λίκνον των Αρίων», αυτό βεβαίως δεν ήρχετο σε αντίθεση με τα έως τότε γνωστά γεγονότα. Αλλά αυτοί οι ισχυρισμοί περί Πρωτοπατρίδος εβασίσθησαν σε ένα μόνον αδύναμο «argumentum e silentio» [«επιχείρημα εκ της σιγής/σιωπής» είναι ένας τύπος συλλογισμού, όπου ένα συμπέρασμα βασίζεται στην απουσίαν αποδείξεων ή αναφορών, αντί για την ύπαρξή τους] : Οι πρώτες γραπτές καταγραφές αυτών των λαών είναι σχετικώς πρόσφατες, αρκετές χιλιετίες νεότερες από την διάσπαση των Πρωτο Ινδο-Ευρωπαίων, οπότε η αληθής ιστορία της μεταναστευτικής τους καταγωγής έχει απλώς χαθεί.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δύνανται να διετήρησαν τις παραδόσεις των ιδικών τους μεταναστεύσεων επί όσο διάστημα οι Ισραηλίτες, αλλά εκτός από την διάβρωση που προεκάλεσε ο χρόνος, είναι ο εκχριστιανισμός που έβαλε εν γένει τέλος στην συνέχιση της παραδοσιακής φυλετικής γνώσεως. Και εκεί όπου Χριστιανοί μοναχοί παρενέβησαν για να συλλέξουν και να διατηρήσουν τα απομεινάρια της εθνικής κληρονομίας (όπως στην Ιρλανδία), ήταν πάρα πολύ αργά : Οι ιστορίες είχαν αναμειχθεί, οι άνθρωποι οι οποίοι ηδύναντο να ενθυμηθούν την παραδοσιακή γνώση απέθαναν και το νήμα της συνεχείας κατέστη εξόχως λεπτό ώστε να μην κοπεί, σκεδαζόμενο στους «μεταϊστορικούς» Μύθους και θρύλους.
Το ότι οι Έλληνες παρέλαβαν τον κλασικό βιότοπό τους από έναν «παλαιοευρωπαϊκό πληθυσμό» (συλλογικώς καλούμενο «Προέλληνες») δεν αμφισβητείται, όμως δεν υπάρχει κάποια βεβαία ανάμνηση της μεταναστατεύσεώς τους. Ίσως ο μύθος των Αργοναυτών και του Χρυσομάλλου Δέρατος, το οποίον ευρίσκετο στην Κολχίδα (νυν Γεωργία), θα πρέπει να ανγνωσθεί ως ισχυρά αόριστος ένδειξη ελληνικής εκείθεν μεταναστεύσεως, υπερποντίως στην Θράκη, από όπου τα ελληνικά φύλα εισήλθαν διαδοχικώς στην Ελλάδα. Όμως λείπει μια πράγματι συμπαγής και συνεχής αφήγηση για την μετανάστευση των Ελλήνων.
Στέργιος Απρίλης – Σαμαρινιώτης


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.