Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

"Εθνικισμός και Φασισμός" του Adriano Romualdi

 

To παρακάτω άρθρο, είναι ένα κεφάλαιο σε μετάφραση μου, από το εξαιρετικό βιβλιο του Ιταλού διανοούμενου Adriano Romualdi, «Ο Φασισμός ως ευρωπαϊκό φαινόμενο». Κάτι που γράφτηκε 50 χρόνια πριν αλλά είναι τρομακτικά αληθινό σήμερα…

Εθνικισμός και Φασισμός

Ο εθνικισμός, το «έθνος» – με όλες εκείνες τις ηθικές, στρατιωτικές και αλληλέγγυες αξίες που συνδέονται με αυτούς τους όρους- έχουν ταυτιστεί με τη «δεξιά» εδώ και σχεδόν έναν αιώνα. Είναι μια διαδικασία ταύτισης που έχει τις ρίζες της και η οποία πρέπει να με έναν τρόπο να διευκρινιστεί κάποια στιγμή. Η Δεξιά και η αριστερά, είναι όροι που ανήκουν στη γλώσσα της μετεπαναστατικής Ευρώπης. Με τη δημοκρατία και τους μεγάλους βιομηχανικούς μετασχηματισμούς του 19ου αιώνα, δημιουργήθηκαν τα δύο μέτωπα της ανατροπής και του συντηρητισμού. Συντήρηση δεν σημαίνει μόνο τη διατήρηση θεσμών ή προνομίων, αλλά και των αξιών που συνδέονται με ένα συγκεκριμένο είδος κοινωνίας. Και ανατροπή δεν σημαίνει μόνο την ανατροπή μιας κοινωνίας, αλλά και την επίθεση σε εκείνες τις αξίες – αίμα, θρησκεία, ιεραρχία – που μια συγκεκριμένη κοινωνία διατηρεί. Η επανάσταση που ξεκίνησε στην Ευρώπη το 1789 – και η οποία δεν έχει ακόμη τελειώσει – δεν είναι η κατεδάφιση της μιας ή της άλλης κοινωνικής τάξης, αλλά η άρνηση όλων εκείνων των αξιών στις οποίες έχει βασιστεί κάθε ευρωπαϊκή τάξη. Αυτό είναι ήδη σαφές στον Διαφωτισμό, το μανιφέστο της ανατροπής. Ο Voltaire, ο Diderot και ο D’Alambert, απλώς επαναλαμβάνουν τα κλισέ με τα οποία μας διασκεδάζει σήμερα ο «προοδευτικός» τύπος: η θρησκεία είναι «ένα ψέμα των πλούσιων τάξεων», οι στρατιωτικές παραδόσεις, μια «λατρεία δολοφονίας», οι κοινωνικές, οι φυλετικές και οι ατομικές διαφορές, μια «αδικία», μια περίπτωση τύχης. Ο Διαφωτισμός – και ότι προκύπτει από αυτόν, είτε πρόκειται για φιλελευθερισμό είτε για δημοκρατία, σοσιαλισμό είτε για κομμουνισμό – είναι αντι-ιστορικός. Είναι το μίσος για εκείνες τις δυνάμεις του αίματος και του πνεύματος, που διαπερνούν το παρελθόν και έχουν διαμορφώσει την ιστορία.

Κάθε επιβεβαίωση προσελκύει μια άρνηση και κάθε άρνηση μια επιβεβαίωση. Ο Διαφωτισμός είχε αρνηθεί την παράδοση, το παρελθόν, το αίμα. Ο ρομαντισμός εξιδανικεύσε την παράδοση, ανακάλυψε ξανά την ιστορία, ανακάλυψε τα πιο μακρινά και μυστηριώδη μονοπάτια του Abstammung, του αίματος. Διαισθάνθηκε τον κίνδυνο που αντιμετώπιζε για την ανθρωπότητα η εκβιομηχάνιση του πλανήτη, η αποξήρανση κάθε τοπικής και περιφερειακής ζωτικής δύναμης. Συγκρούστηκε με την αρχή του «θρόνου και του βωμού», αλλά έσκαψε βαθιά, μέχρι που βρήκε μια νέα νομιμότητα στην κοινότητα του αίματος και του πολιτισμού στο «έθνος». Επανέφερε τις αστικές δυνάμεις, τις οποίες η επανάσταση είχε απελευθερώσει, στο πλαίσιο μιας νέας εξουσίας και μιας νέας αλληλεγγύης. Πραγματοποίησε μια επανάσταση, αλλά για χάρη της διατήρησης. Φιλελευθεροποίησε την κοινωνία, αλλά άδειασε τον φιλελευθερισμό από το δηλητήριο του, δημιουργώντας ευθύνη απέναντι στο κράτος, απέναντι στο «έθνος». Οι δυνάμεις του συντηρητισμού είχαν αρχικά κλειστεί σε μια άκαμπτη άμυνα, μια κυριολεκτική, θεολογική και απειλούμενη τάξη: αυτή ήταν η νομιμοποίηση. Σύμβολό της είναι ο Metternich. Στη συνέχεια, άνοιξαν τον δρόμο τους σε μια πιο ευέλικτη κατανόηση της νέας πραγματικότητας και ενέταξαν τις αστικές δυνάμεις στο πλαίσιο μιας νέας νομιμότητας: αυτή ήταν η εθνικιστική οντότητα. Σύμβολά της ήταν ο Cavour και ο Bismark. Ακόμα και στην Ιταλία, ο φιλελευθερισμός του Ριζορτζιμέντο μετασχηματίστηκε σταδιακά σε έναν εθνικισμό: τα στρατεύματα του Garibaldi ξεκίνησαν όχι με την κραυγή «Ζήτω η καθολική ψηφοφορία!», αλλά με την κραυγή «Ρώμη ή Θάνατος!» και ο Γαριβαλδιανός Crispi ήταν ήδη – μια γενιά αργότερα – ένας «αντιδραστικός» πολιτικός.

Παντού στην Ευρώπη, το «έθνος», έγινε ο τόπος συγκέντρωσης ορισμένων αξιών: παράδοση ενάντια στην ισοπέδωση, εθνική πειθαρχία ενάντια στην καθολική χαλαρότητα, στρατιωτική τιμή ενάντια στο διεθνισμό. Εν ολίγοις: τον 19ο αιώνα, το έθνος έγινε η φόρμουλα με την οποία οι μορφωμένες τάξεις των δυτικών χωρών υποδήλωναν τις ευθύνες που ένιωθαν απέναντι στις πνευματικές αξίες που είχαν μεταβιβαστεί από το παρελθόν και τις οποίες ο υλισμός, η βιομηχανοποίηση και η αδιαφορία των μαζών απειλούσαν να καταστρέψουν. Ο εθνικισμός, όπως τον κατανοούσε κανείς έτσι, μεγιστοποίησε το πνεύμα του αγώνα, διεκδίκησης και θυσίας της ευρωπαϊκής αστικής τάξης. Διατήρησε ζωντανό έναν πλούτο πνευματικής ενέργειας που, χωρίς αυτόν – στο ήδη αδιαφανές κλίμα του κοινοβουλευτισμού – θα είχε χαθεί. Διατήρησε ζωντανή μια στρατιωτική, αποικιακή, πρωτοποριακή ορμή, χωρίς την οποία οι ευρωπαϊκοί λαοί θα είχαν γεράσει πρόωρα. Αρκεί να συγκρίνει κανείς τα σημερινά δημοκρατικά κράτη με τις εθνικές δημοκρατίες και τις μοναρχίες, πριν από το 1914, για να καταλάβει τι χάθηκε με την εθνική ιδέα: ανεξαρτησία, υπερηφάνεια, θάρρος. Η ίδια η Ιταλία όφειλε την άνοδό της από το 1848 έως το 1918 όχι στο ότι ήταν «φιλελεύθερη» – αυτό δεν θα την εξυπηρετούσε ιδιαίτερα, όπως κάνει σήμερα – αλλά στο ότι ήταν «εθνική».Οι «εθνικές» αξίες όμως, βασίζονταν σε μία υπόθεση: ότι ο κόσμος περιστρεφόταν γύρω από το έθνος. Βασίζονταν σε έναν μύθο της βραχυπρόθεσμης ιστορίας, σύμφωνα με τον οποίο όλη η ιστορία ήταν συνάρτηση του έθνους και κάθε γειτονικός λαός ήταν βάρβαρος, με την αρχική έννοια της λέξης: κάποιος που μιλούσε άλλη γλώσσα και επομένως, κατά κάποιο τρόπο, «κακός».

Η εθνική προοπτική απέκλειε την ύπαρξη της Ευρώπης ως ενότητας φυλής και πολιτισμού. Στην Ιταλία οι άνθρωποι μιλούσαν για τη Ρώμη και την κλασική αρχαιότητα, αλλά δεν ανέφεραν ότι οι Έλληνες και οι Λατίνοι είχαν έρθει από τον Βορρά. Στη Γαλλία, αναφέρθηκε το “Άσμα του Ρολάνδου”, αλλά δεν ειπώθηκε ότι ο Καρλομάγνος και οι παλαδίνοι μιλούσαν γερμανικά. Στη Γερμανία, το Ράιχ εξυμνούνταν, αλλά το γεγονός ότι η ιδέα του Ράιχ είχε μεταδοθεί στον Καρλομάγνο από τη Ρώμη και ο καθεδρικός ναός του Aachen αντιγράφηκε από τον ναό του San Vitale στη Ραβέννα, παραβλέφθηκε. Η εθνική προοπτική διέσπασε την ιστορία σε εχθρικά μπλοκ, ικανά να εκπαιδεύσουν μεγάλες ενέργειες εντός τους, αλλά να συγκρατήσουν τους σπόρους μελλοντικών ευρωπαϊκών εμφυλίων πολέμων. Και οι εθνικές αξίες ήταν συνδεδεμένες με την πίστη στο έθνος ως κάτι αιώνιο και άχρονο, όπως ακριβώς οι αξίες της «πόλης» και αυτές του «κοινότητας», ήταν συνδεδεμένες με την πίστη στη διαχρονικότητα της πόλης και της κοινότητας: η αναδιοργάνωση της ιστορίας με βάση μεγαλύτερες μονάδες θα τις είχε αναπόφευκτα θέσει σε μια κρίση. Η άνοδος της Ρωσίας και της Αμερικής ως ηπειρωτικών δυνάμεων που περιλάμβαναν απεριόριστες περιοχές, πλούσιες σε κάθε πιθανή πρώτη ύλη, και – ταυτόχρονα – η άνοδος της Ρωσίας και της Αμερικής ως μύθων, ιδεολογικών ηγετών και τρόπων ζωής, ήταν προορισμένη να επισκιάσει τα έθνη και να αδειάσει τις παλιές πατρίδες από το ιδανικό τους περιεχόμενο.

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν η «επανάσταση του εθνικισμού»: Στον ενθουσιασμό που προκάλεσε στους νέους, στη διάλυση της σοσιαλιστικής διεθνούς και εκείνο το έθιμο της ζωής με τη στολή, το οποίο διέδωσε και το οποίο παρέμεινε, σχεδόν σαν την ιδέα μιας αέναης φρουράς του έθνους, που εκφράστηκε όλη η δύναμη που επιτεύχθηκε από την εθνική ιδεολογία. Αυτή η «εθνικιστική επανάσταση» είναι σαφώς εμφανής στην Ιταλία, όπου η παρέμβαση ήταν έργο μιας επαναστατικής μειονότητας, της ίδιας που στον απόηχο των αξιών που ενσαρκώνει ο πόλεμος, κατέκτησε και επαναστατικοποίησε το κράτος. Στη Γερμανία η εθνικιστική επανάσταση, συνεχίστηκε παρά την ήττα, χάρη στην ήττα, η οποία επιδείνωσε το εθνικό συναίσθημα: «Έπρεπε να χάσουμε τον πόλεμο για να κερδίσουμε το έθνος», έγραψε ο Schauwekher, μέλος της Συντηρητικής Επανάστασης,το 1933.Ο φασισμός, μεταξύ των δύο παγκοσμίων πολέμων, ήταν μια προσπάθεια θεσμοθέτησης του εθνικισμού. Ήταν, ταυτόχρονα, μια επίγνωση του κινδύνου που έθεταν για την εθνική νοοτροπία οι δύο διεθνείς: αυτή του κομμουνισμού και αυτή του αμερικανισμού. Ενώ ο παγκόσμιος πόλεμος είχε επιδεινώσει τον εθνικισμό, είχε δημιουργήσει δύο δυνάμεις ικανές να τον επισκιάσουν: τον «Γουιλσονισμό», (ΣτΜ, από τον Αμερικανό Πρόεδρο Wilson) τον ισχυρισμό της Αμερικής ότι είναι ο διαιτητής στην Ευρώπη και τον Μπολσεβικισμό, την υποψηφιότητα της Ρωσίας για την ηγεσία της ηπείρου. Ήδη από την μεταπολεμική περίοδο διαμορφώθηκαν δύο τάσεις, που αναπόφευκτα θα άδειαζαν τις παλιές πατρίδες: η κομμουνιστική προπαγάνδα, με τη μεσσιανική προσδοκία απέναντι στη Ρωσία και ο αμερικανικός κινηματογράφος, η τζαζ, το γούστο και τα έθιμα, που ενσταλάζουν, σταγόνα-σταγόνα, τον μύθο του αμερικανικού κόσμου και της ανωτερότητάς του.

Ο φασισμός ήταν η ενστικτώδης αντίδραση των ευρωπαϊκών λαών, στην προοπτική να γίνουν η ανώνυμη σκόνη από τις διεθνείς εταιρείες της Μόσχας, του Hollywood και της Wall Street. Ήταν μια ευρωπαϊκή αντίδραση και ένα φαινόμενο, το οποίο θριάμβευσε πλήρως σε εκείνες τις χώρες – όπως η Ιταλία και η Γερμανία – που είχαν υποφέρει στη σάρκα τους τη γάγγραινα του κομμουνισμού και τις απάτες του «Γουιλσονισμού», αλλά ήταν και παρών σε όλη την Ευρώπη, από τη Γαλλία μέχρι τη Σκανδιναβία, από τη Ρουμανία μέχρι την Ισπανία. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός, ότι αυτά τα κινήματα, που προέκυψαν από την ίδια ανάγκη, συμπαθούσαν το ένα το άλλο. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός, ότι μια «διεθνής των εθνικισμών» διαμορφώθηκε γύρω από την Ιταλία και τη Γερμανία, όσο δύσκολη και αντιφατική κι αν ήταν η φόρμουλα. Δύσκολη λόγω της εθνικιστικής νοοτροπίας, της περιορισμένης ιστορικής τους προοπτικής και του αμοιβαίου φθόνου και ζήλιας τους. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η ευθυγράμμιση των φασισμών, αν και δύσκολη και κουραστική, αντιπροσώπευε τη μόνη ευκαιρία που προσφερόταν στους εθνικισμούς να ξεπεράσουν τις αντιφάσεις τους εντός μιας ευρωπαϊκής τάξης πραγμάτων.

Επειδή το δίλημμα που αντιμετώπιζε ο εθνικισμός ήταν: είτε να διαιωνίσει τον εαυτό του στις στενές ιδεολογικές και εδαφικές του διαστάσεις – να κατακλυστεί ή να αδειάσει από τις διεθνείς του κομμουνισμού και της δημοκρατίας (και ο φρανκισμός είναι ένα τυπικό παράδειγμα αυτών των «κενών» εθνικισμών) – είτε αντ’ αυτού, να ξεσηκωθεί, να σπάσει τα παλιά όρια, να δημιουργήσει, κατά κάποιο τρόπο, ένα ευρωπαϊκό μπλοκ.Οι εθνικισμοί έπρεπε να γεννήσουν μια διεθνή, που να είχε την ιδεολογική, στρατιωτική και οικονομική ισχύ, για να εμποδίσει το δρόμο άλλων διεθνών.

Στην εποχή της ανάπτυξης της Ρωσίας και της Αμερικής ως των ισχυρών κατόχων των πρώτων υλών, καμία αυτονομία ή ανεξαρτησία δεν θα ήταν δυνατή στην Ευρώπη, αν ο σίδηρος της Λωρραίνης και της Νορβηγίας, το πετρέλαιο του Ploesti και του Baku, η χαλυβουργία του Βελγίου, του Ruhr, της Βοημίας, της Άνω Σιλεσίας και του Donbass, δεν είχαν βρεθεί στα ίδια χέρια. Αυτή ήταν η θεμελιώδης αντίληψη του Χίτλερ, όπως έγραψε στο “Mein Kampf”, ότι η διεξαγωγή πολέμου απλώς και μόνο για την επαναφορά της Γερμανίας στα σύνορά της του 1914, θα ήταν ένα έγκλημα. Κάθε νέα ιστορική εποχή απαιτούσε νέα σύνορα. Έγραψε επίσης: «Η Γερμανία θα είναι η παγκόσμια δύναμη ή δεν θα είναι». Αλλά ο Χίτλερ σκεφτόταν με γενικούς όρους σε μια εποχή που ο εθνικισμός εξακολουθούσε να λογικεύεται με επαρχιακούς όρους. Ο Χίτλερ έκοψε με το σπαθί του τον Γόρδιο δεσμό των αιώνιων διαιρέσεων και αντιφάσεων της Ευρώπης. Ο Χίτλερ χρησιμοποίησε τη φυλή για να προωθήσει έναν μύθο που ξεπερνούσε τα έθνη, ανοίγοντας τις τάξεις των Waffen-SS όχι μόνο σε Βέλγους, Ολλανδούς και Σκανδιναβούς, αλλά και στους Βαλτικούς, τους Γάλλους και τους Σλάβους. Ο Χίτλερ έπαιξε το χαρτί της Ευρώπης, της Neuordnung Europas aus Rasse und Raum. (Αναδιοργάνωση της Ευρώπης με βάση τη φυλή και τον χώρο).

Γνωρίζουμε πώς σκόπευε να προσαρμόσει τη Γερμανία και την Ευρώπη στις νέες διαστάσεις της παγκόσμιας πολιτικής: αφενός με την καταστροφή του μπολσεβικισμού και την γερμανική ηγεμονία στις χώρες (τα κράτη της Βαλτικής, την Ουκρανία, τον Καύκασο) που δίσταζαν να υποταχθούν στη ρωσική κυριαρχία και αφετέρου, την επιστροφή του Ράιχ σε εκείνα τα εδάφη (Βέλγιο, Ολλανδία, Αλσατία-Λωρραίνη) που αποτελούσαν μέρος του μέχρι τον δέκατο έβδομο αιώνα. Στο Βορρά, με σκοπό την επανένταξη των σκανδιναβικών λαών στο ρεύμα του γερμανισμού και τέλος την επανέναρξη της ηγεμονικής αποστολής της Αυστρίας στη λεκάνη του Δούναβη. Το μεσογειακό Lebensraum θα είχε καλυφθεί από την Ιταλία, η οποία θα είχε αποκλείσει την Αγγλία. Η Ισπανία, έχοντας ανακτήσει το Γιβραλτάρ, θα είχε υπερασπιστεί την πρόσβαση σε αυτό από τη Δύση. Η Γαλλία ουσιαστικά θα είχε διατηρήσει την αφρικανική αυτοκρατορία της. Ήταν μια ηπειρωτική επανάσταση εμπνευσμένη από τη γεωπολιτική, όπως την ορίζουν οι Ralzel, Kiellèn, Haushofer: η επίγνωση ότι η πολιτική αναδιοργανωνόταν σε όλους τους ηπειρωτικούς χώρους.

Στόχευε στη δημιουργία ενός αυτάρκους ευρωπαϊκού μπλοκ, ικανού να αντισταθεί στις εξωτερικές πιέσεις. «Ένα Δόγμα Μονρόε για την Ευρώπη», όπως όρισε την αντίληψη του Χίτλερ η Sabine, η Αμερικανίδα ιστορικός των πολιτικών δογμάτων. Το γεγονός ότι αυτό το μπλοκ μπορούσε να δημιουργηθεί μόνο από τη Γερμανία ήταν γεγονός: 80 εκατομμύρια Γερμανοί, δηλαδή διπλάσιοι από οποιονδήποτε άλλο ευρωπαϊκό λαό, η κεντρική θέση, μεταξύ Βορρά και Νότου, Ανατολής και Δύσης, τους είχε ήδη καταστήσει τον πυρήνα του ευρωπαϊκού οικουμενικού συστήματος, υπό την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Επίσης το τρομερό τεχνικό και βιομηχανικό επίπεδο και επιπλέον, η στρατιωτική και οργανωτική υπεροχή που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια αιώνων πρωσικής εκπαίδευσης, κατέστησε τη Γερμανία το έθνος που προοριζόταν για την αναδιοργάνωση της Ευρώπης. Αυτή η πραγματικότητα θα μπορούσε να είναι λίγο-πολύ ευχάριστη, αλλά την αρνιόταν κάποιος, θα αρνιόταν να αναγνωρίσει το μόνο μονοπάτι, που δεν οδηγούσε στη μοιραία έκλειψη της Ευρώπης των εθνών. Με τη Γερμανία, τα άλλα ευρωπαϊκά έθνη θα είχαν επίσης καταρρεύσει και ο κόσμος των πατρίδων, ο κόσμος των εθνικισμών θα είχε διαλυθεί από τις διεθνείς δυνάμεις του δολαρίου και του κομμουνισμού.

ΠΗΓΗ 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

Adriano Romualdi - 50 χρόνια από τον θάνατό του

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.