Τρίτη 25 Μαρτίου 2025

25η Μαρτίου, συνοδευόμενη από μουσικές επιλογές

του Σταμάτη Μαμούτου

Marauder - 1821

Θυμάμαι ότι έμαθα πως υπάρχει ένα ελληνικό συγκρότημα με το όνομα Marauder, κάπου στα 1996. Στην αρχή δεν έδωσα μεγάλη σημασία στην πληροφορία ότι η μπάντα έπαιζε κλασικό true metal. Στην κατεύθυνση αυτή συνέβαλε και το εξώφυλλο της πρώτης ολοκληρωμένης δουλειάς του συγκροτήματος, που κυκλοφόρησε λίγο αργότερα υπό τον τίτλο Sense of Metal. Η πρώτη εικόνα παρέπεμπε στον γνωστό –συμπαθητικό μεν, καταδικασμένο να μείνει στο underground δε- ερασιτεχνισμό. Έτσι, δεν έτυχε να πέσει στα χέρια μου το album των Marauder.

Εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχε διαδίκτυο και δυνατότητα να ακούσουμε δωρεάν μουσική. Έπρεπε να δαπανήσω το μικρό εισόδημά μου για να αγοράσω βινύλια ή cds και οι προτεραιότητες ήταν άλλες. Μην ξεχνάμε ότι επρόκειτο για την εποχή της μεγάλης έκρηξης του επικού (κυρίως power) heavy metal. Οι true metalheads έπρεπε να αγοράσουμε δουλειές των Grave Digger και των Blind Guardian, να θυμηθούμε τους Running Wild και τους Savatage, να μάθουμε την ανερχόμενη ιταλική σκηνή (με Domine και Rhapsody στα καλύτερά τους), να ακούσουμε τους πολλά υποσχόμενους Angra, Hammerfall και Noctrurnal Rites, να τολμήσουμε μια αγορά album κάποιου από τα black metal σχήματα που υιοθετούσαν μαζικά τον επικό ήχο (από Bal Sagoth μέχρι Burzum). Οι επιλογές ήταν πολλές και τα διαθέσιμα χρήματα λίγα.

Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’90 είχε περιοριστεί και η παλιά συνήθεια της αντιγραμμένης κασέτας, η οποία ήταν πιο διαδεδομένη και εύκολη, παλαιότερα, στην εποχή του βινυλίου. Με αποτέλεσμα να γίνονται μικρότερες οι δυνατότητες για τα νέα και τα ελληνικά συγκροτήματα να βρουν πρόσβαση στο μεταλλικό κοινό. Κάπως έτσι έχασα τους Marauder από το οπτικό μου πεδίο. Μέχρι που τους βρήκα ξανά τρία χρόνια αργότερα όταν φίλοι μου μίλησαν με τα καλύτερα λόγια για το album 1821, με θέμα την Επανάσταση, που μόλις είχαν κυκλοφορήσει.

Η αλήθεια είναι ότι και πάλι άργησα να τους δώσω την πρέπουσα προσοχή. Το 2000 απείχε στην μουσική κουλτούρα έτη φωτός από το 1997. Οι αλλαγές που είχαν συντελεστεί στην ελληνική κοινωνία ήταν κολοσσιαίες και είχαν επηρεάσει τα νεολαιίστικα μουσικά κινήματα. Στην πραγματικότητα το ευρύτερο rock, ως κίνημα και πολιτιστική τάση της ελληνικής νεολαίας όπως είχε αναπτυχθεί από την δεκαετία του ’70 κι έπειτα, είχε πάψει να υφίσταται. Ζούσαμε στην περίοδο του εκσυγχρονισμού, του life style, των κυριλέ κέντρων της παραλιακής με τις στρατιές πορτιέρηδων, του Πέτρου Κωστόπουλου και των ακριβών ρούχων. Τα rock στέκια έσβηναν και ξεχνιούνταν. Αν υπήρχε μια υποτυπώδης πρόσβαση στα ΜΜΕ αυτή αφορούσε το alternative rock, που στηριζόταν από συγκεκριμένους δημοσιογραφικούς κύκλους της Αριστεράς και, σε κάποιον βαθμό, του ελληνόφωνου rock (το οποίο τότε διένυε την δική του περίοδο κορύφωσης της δημοφιλίας του, επίσης υποστηριζόμενο από αριστερούς, κυρίως, δημοσιογραφικούς κύκλους).

Στα δικά μας, τα πράγματα είχαν αρχίσει να παίρνουν τον δρόμο στον οποίο κατέληξαν σήμερα. Η βρετανική και η αμερικανική μουσική βιομηχανία είχαν αποκλείσει το heavy metal (με εξαίρεση τα μετρημένα στα δάκτυλα μεγάλα ονόματα του χώρου), το οποίο στηριζόταν σε μικρότερες βορειοευρωπαϊκές μουσικές εταιρείες και στους ακροατές των χωρών της λατινικής Αμερικής, της Ελλάδας, της Σκανδιναβίας και ανατολικοευρωπαϊκών χωρών. Αυτή η διεθνής κατανομή δισκογραφικής ισχύος, σε συνδυασμό με την ελλαδική εκσυγχρονιστική λαίλαπα που ισοπέδωσε κάθε αισθητικό και ηθικό αξιολογικό κριτήριο της κοινωνίας μας, άνοιγε την αυλαία στην αυγή του νέου αιώνα με τους χειρότερους οιωνούς (που τελικά επαληθεύτηκαν). 

Το 2000 οι metalheads της γενιάς μου -και πολύ περισσότερο οι ακόμη μεγαλύτεροι σε ηλικία- αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε ότι όλα όσα είχαμε ζήσει στην rock κοινότητα τα προηγούμενα χρόνια και όλα όσα είχαμε πιστέψει ότι μπορούσε να προσφέρει το heavy metal στην διαμόρφωση της συλλογικής μας ζωής και της αισθητικής έφταναν σταδιακά στο τέλος. Το ρομαντικό υπόβαθρο έσβηνε. Ακούγαμε πια heavy metal απλά γιατί μας άρεσε ως μουσική. Όχι ως μέλη ενός πολιτιστικού κινήματος με προσδοκίες κοινωνικής απήχησης και πολιτιστικής επικράτησης, όπως συνέβαινε παλαιότερα.

Υπό αυτό το πρίσμα θεωρώ άτυχους τους Marauder. Αν το 1821 είχε κυκλοφορήσει τρία με τέσσερα χρόνια νωρίτερα, θα είχαν προλάβει να βιώσουν την αποθέωση που τους άξιζε για αυτό το album από τις τελευταίες αφιονισμένες ορδές παλαιού τύπου Ελλήνων επικομεταλλάδων, που γεμίζαμε το Ρόδον για να δούμε τους Grave Digger να παίζουν το Tunes of War, που περιμέναμε τους Virgin Steele για να ανεβάσουμε τον DeFeis στους ώμους, που μετρούσαμε τις μέρες μέχρι να διαβάσουμε την επόμενη War Flag. Όπως και να έχει, η ιστορία γράφτηκε. Οι Marauder κυκλοφόρησαν το 2000 αυτό τον εκπληκτικό, από κάθε άποψη, δίσκο. Φίλοι άρχισαν να με βομβαρδίζουν με θετικές αποτιμήσεις, μέχρι που κάποια στιγμή βρήκα τον χρόνο να τον ακούσω. Και τότε κατάλαβα πόσο λάθος είχα κάνει με το να μην δώσω στο συγκεκριμένο συγκρότημα την απαραίτητη προσοχή.

Το 1821 είναι ένα μεταλλικό κόσμημα. Θυμίζει σε ορισμένα σημεία ιταλικό power, παιγμένο με πιο στιβαρά ρυθμικά (πχ The Greek Revolution Begins), αλλά το κυρίως μέρος του album είναι κλασικό heavy metal στο στυλ του Dio και των Manowar, με πολύ ωραίες κιθάρες, κρυστάλλινα καθαρές στα σολαρίσματα, οι οποίες έχουν εμφανείς επιρροές από την κλασική μουσική. Η παραγωγή είναι καλή. Τα φωνητικά του Μιχάλη Παγώνη (που, δυστυχώς, δεν συνέχισε να τραγουδά) έχουν την πρέπουσα θεατρική ένταση, στην κατάλληλη ισορροπία για ένα τέτοιο album. Ακούγονται τραχιά και μπάσα, δίνουν ανδροπρέπεια και ισορροπούν τα (σε ορισμένα σημεία εντυπωσιακά) υψίφωνα μέρη, που για ελάχιστες στιγμές γίνονται επιτηδευμένα (αλλά αυτό είναι αναμενόμενο στο power). Είναι πολύ δύσκολο και οριακό να τραγουδήσει ένας Έλληνας (με την προφορά της γλώσσας μας) epic. Αν χαθεί, έστω και στο ελάχιστο, η ισορροπία ανάμεσα στην heavy metal ένταση, στην θεατρική απόδοση και στα σημεία μετάβασης στις ψηλές οκτάβες, ο κίνδυνος της γελοιοποίησης γίνεται ορατός. Το επίτευγμα του Παγώνη για τα δεδομένα εκείνης της εποχής είναι εντυπωσιακό.

Κατά τα άλλα, τα τραγούδια είναι γεμάτα δισολίες, καλπάζοντα ρυθμικά μέρη, πιασάρικα ρεφρέν, επική ατμόσφαιρα, κοντολογίς όλα τα κλασικά συστατικά του heavy metal που μας αρέσουν. Το 1821 είναι ένα album σημείο αναφοράς του παγκόσμιου αυθεντικού heavy metal και ένα από τα καλύτερα της ελληνικής μεταλλικής δισκογραφίας. Τα τραγούδια που ακούγονται απολαυστικά, χωρίς ανάπαυλα. Εξαιρετικές συνθέσεις μιας συνολικά αψεγάδιαστης δουλειάς. 


Κώστας Καπνίσης - Παπαφλέσσας (soundtrack)

Τα περισσότερα διαδικτυακά άρθρα που αφορούν την ταινία Παπαφλέσσας περιλαμβάνουν συνήθως αρνητικά σχόλια. Τουριστικός φολκλόρ πατριωτισμός, ηθοποιοί σε ρόλους καρικατούρες, Οθωμανοί παρουσιασμένοι επίπεδα κακοί, μη πειστικές σκηνογραφίες και χορογραφίες στις σκηνές μαχών που υπερτονίζουν τον ηρωισμό των Ελλήνων, αυτές και άλλες σχετικές προοδευτικές παρλάτες γεμίζουν τα άρθρα για την ταινία. Προφανώς, όλα αυτά έχουν κάποια βάση. Αλλά έχω την αίσθηση ότι σκόπιμα υπερτονίζονται τα αρνητικά σημεία, προκειμένου να εξυπηρετήσουν διεθνιστικές, προοδευτικές ιδεολογικές σκοπιμότητες. Ασφαλώς, οι κριτικές αυτές δημοσιεύονται σε τόπους που διαχειρίζονται δημοσιογράφοι της Αριστεράς και του λίμπεραλ κέντρου. Αυτό είναι αναμενόμενο και συνεπές με τις ιδεολογικές τους γραμμές. Το «ωραίο» της υπόθεσης είναι ότι σε τέτοια θέματα η Δεξιά σιωπά. Εδώ και πάνω από πενήντα χρόνια.

Σιωπά ακόμη και η λαλίστατη, αθυρόστομα λαϊκιστική, νεοφιλελεύθερη Δεξιά των μνημονίων. Οι εκφραστές της βγάζουν όλο τους το ρητορικό μένος όταν πρόκειται να υπερασπιστούν την ελευθερία της αγοράς (ενώ πληρώνονται από το δημόσιο), τις ιδιωτικοποιήσεις και, πάνω απ’ όλα, τον δυτικό γεωπολιτικό προσανατολισμό που εγγυάται το μνημονιακό κράτος και οι ΝΑΤΟικές βάσεις. Το όποιο πολιτιστικό τους ενδιαφέρον εξαντλείται στην κλασική αρχαιότητα. Και, συγκεκριμένα, στην ανάγνωση της κλασικής αρχαιότητας μέσα από το φιλολογικό πρίσμα του φιλελεύθερου Διαφωτισμού που εστιάζει στο «ορθολογιστικό ξεπέρασμα του μύθου» και στην μετάβαση σε δημοκρατικές πόλεις-κράτη έπειτα από την απώθηση των αρχαϊκών αριστοκρατιών (για αυτό και οι συγκεκριμένοι τύποι τα βρίσκουν σκούρα όταν πάει η συζήτηση στον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο, όπου και φαίνονται οι καταβολές του τρόπου που αντιμετωπίζουν οι δυτικοί φιλελεύθεροι το μακεδονικό ζήτημα σε όλη την νεωτερική εποχή). Σχεδόν ποτέ δεν θα τους ακούσουμε να διαμορφώνουν μια δική τους προσέγγιση στον νεότερο λαϊκό ελληνικό πολιτισμό. Τους αρκεί να έχουν το κράτος, την ελευθερία της αγοράς και τους δυτικούς τους πολιτικούς προαγωγούς. Για την μεταπολιτευτική Δεξιά πολιτισμός είναι το, νεοϋορκέζικα αμερικανικό, west way of life.

Υπό αυτές τις συνθήκες, ταινίες όπως ο Παπαφλέσσας είναι αναμενόμενο να μένουν στο έλεος της προοδευτικής διάθεσης για χλεύη. Οι μεγαλύτεροι θυμόμαστε ότι κάποτε συνέβαινε το ίδιο και με την φανταστική λογοτεχνία. Μέχρι που το Χόλυγουντ αποφάσισε να την απενοχοποιήσει. Και τότε, ως εκ θαύματος, την αποδέχτηκε ο αριστερός και προοδευτικός πνευματικός κόσμος. Η Δεξιά, βέβαια, εξακολούθησε να αδιαφορεί. Ίσως και να μην διαθέτει δημοσιολόγους ικανούς να διαβάσουν λογοτεχνία.

Πάντως, στις ταινίες εκείνης της εποχής που είχαν περιεχόμενο παρόμοιο με αυτό της ταινίας «Παπαφλέσσας», οι ειρωνείες και οι στοχευμένες κριτικές κοπάζουν όταν η συζήτηση περνά στην μουσική επένδυση. Ο Κώστας Καπνίσης υπήρξε ένας συνθέτης με πολύ δυνατές στιγμές. Αυτό δεν μπορεί κανείς να το αμφισβητήσει. Το soundtrack του Παπαφλέσσα περιλαμβάνει μερικές από αυτές. Ακούστε το με προσοχή και θα ανακαλύψετε γνωρίσματα που πιστεύω ότι επηρέασαν τον σπουδαίο Βασίλη Πολυδούρη, μερικά χρόνια αργότερα.

Ασφαλώς, υπάρχουν σημεία στο soundtrack της ταινίας Παπαφλέσσας που ο ήχος ακούγεται επίπεδα παλαιομοδίτικος, θυμίζοντας προπολεμικά αντίστοιχα κινηματογραφικά soundtracks. Όπως υπάρχουν και ορισμένα περάσματα που ο ήχος πλακώνει, με την πληθωρικότητά του, την εικόνα του φιλμ. Ή άλλα σημεία, στα οποία το ρομαντικό υπόβαθρο εκπίπτει σε μπρουτάλ φολκλόρ (όπως η εναλλαγή στο τσάμικο). Από την άλλη, όμως, υπάρχουν μουσικά αποσπάσματα μεγαλειώδη, αιθέρια, ανατριχιαστικά συγκινητικά. Σημεία που ακούγονται σαν ο Μορικόνε να προαναγγέλει την έλευση του Πολυδούρη. Το εισαγωγικό κομμάτι των τίτλων, το «Η μάχη στο Μανιάκι», «Η συμφωνία του Παπαφλέσσα» και το «Φινάλε» είναι τέτοια. Το «Ερωτικό» θα μπορούσε να γίνει ένας folk ύμνος του μουσικού ρεύματος που εκείνα τα χρόνια αποκαλούσαν «Νέο Κύμα», αν είχε ενορχηστρωθεί διαφορετικά και περιλάμβανε στίχους. Κοντολογίς, το soundtrack της ταινίας «Παπαφλέσσας» αποτελεί μια από τις δυνατές στιγμές της νεότερης ελληνικής μουσικής. Και, βέβαια, ιδανικό άκουσμα για ημέρες όπως η σημερινή. 

ΠΗΓΗ: Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.