Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

Η αμαρτωλή ιστορία των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο

Πώς η ένωση της Μεγαλονήσου με την Ελλάδα θυσιάστηκε στον βωμό των συμφερόντων του Λονδίνου

Από τον Ειδικό συνεργάτη

Η ιστορία των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο δεν ξεκινά το 1960 με την ανεξαρτησία του νησιού. Ξεκινά πολύ νωρίτερα, όταν το Λονδίνο άρχισε να σκέφτεται όχι πώς θα κρατήσει την αποικία, αλλά πώς θα διατηρήσει τη στρατηγική του παρουσία στην ανατολική Μεσόγειο, ακόμη κι αν η αποικιοκρατία τελείωνε. Αυτή είναι η λιγότερο γνωστή πλευρά του Κυπριακού.

Η Κύπρος πέρασε στη βρετανική διοίκηση το 1878 και ανακηρύχθηκε αποικία το 1925. Όμως, η στρατηγική της αξία εκτοξεύτηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, με την αστάθεια στη Μέση Ανατολή και την κρίση στη Διώρυγα του Σουέζ, το νησί θεωρούνταν κρίσιμη στρατιωτική βάση για επιχειρήσεις προς τη Μέση Ανατολή. Οι ιστορικοί Robert Holland και Keith Kyle περιγράφουν την Κύπρο ως «αβύθιστο αεροπλανοφόρο», απαραίτητο για επιχειρήσεις σε Ιορδανία, Ιράκ και Περσικό Κόλπο.

Από την αποικία στη στρατηγική «κόκκινη γραμμή»: Σύμφωνα με τον Robert Holland στο έργο «Britain and the Revolt in Cyprus, 1954-1959», η Κύπρος θεωρούνταν κρίσιμος κόμβος για επιχειρήσεις προς Ιορδανία, Ιράκ και Περσικό Κόλπο. Αντίστοιχα, ο Keith Kyle στο «Cyprus: In Search of Peace» καταγράφει ότι μετά την κρίση του Σουέζ (1956) η βρετανική στρατιωτική ηγεσία χαρακτήριζε την Κύπρο «απαραίτητη βάση για επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή». Το ζήτημα δεν ήταν ιδεολογικό αλλά γεωστρατηγικό.

Iσότητα δικαιωμάτων

Το 1954 η κυβέρνηση του Αλέξανδρου Παπάγου προσέφυγε στον ΟΗΕ. Επικαλούμενη το άρθρο 1 (παρ. 1 και 2) του Καταστατικού Χάρτη ζήτησε την εφαρμογή «της αρχής της ισότητος δικαιωμάτων και της αυτοδιαθέσεως των λαών εις τον πληθυσμό της Κύπρου», ανοίγοντας τον δρόμο για ένωση με την Ελλάδα. Η κίνηση αυτή είχε σαφές πολιτικό και εθνικό υπόβαθρο, με στόχο την προετοιμασία του δρόμου για ένωση με την Ελλάδα.

Τα βρετανικά έγγραφα του Foreign Office δείχνουν ότι το Λονδίνο φοβόταν πως μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να οδηγήσει σε απώλεια ελέγχου των στρατιωτικών εγκαταστάσεων. Στα αρχεία FO 371/117650 του Foreign Office καταγράφεται σαφής ανησυχία: «Should self-determination be raised, it is imperative that any change of status does not affect the strategic installations essential to Middle East operations». «Εάν τεθεί θέμα αυτοδιάθεσης, είναι επιτακτικό να διασφαλιστεί ότι οποιαδήποτε αλλαγή καθεστώτος δεν θα επηρεάσει τις στρατηγικές εγκαταστάσεις που είναι ουσιώδεις για επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή».

Εκτός όμως από την Αγγλία, και οι ΗΠΑ πίεζαν να μην καταθέσει προσφυγή στον ΟΗΕ η Ελλάδα. Από τον Ιανουάριο του 1954 ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα παρότρυνε την ελληνική κυβέρνηση να μην προχωρήσει στη διεθνοποίηση του Κυπριακού. Ο βασικός λόγος για τη διάρρηξη των σχέσεων Ελλάδας – Βρετανίας την περίοδο Παπάγου ήταν το Κυπριακό, καθώς εντεινόταν ο αγώνας των Κυπρίων για απαλλαγή από τη βρετανική αποικιοκρατία.

Μάλιστα, την Παρασκευή 20 Αυγούστου 1954, με την πλήρη συγκατάθεση του Παπάγου, πραγματοποιήθηκε στην πλατεία Συντάγματος μεγάλο συλλαλητήριο για την Κύπρο, με ομιλητή τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Σπυρίδωνα, ο οποίος ήταν και πρόεδρος της Πανελληνίου Επιτροπής Ενώσεως της Κύπρου. Ο Παπάγος στήριζε τα συλλαλητήρια σε όλη τη χώρα, και αυτό εξόργιζε τους Βρετανούς. Την περίοδο εκείνη, αν και έπασχε από οξεία φυματίωση, την οποία χάρη στη γερή του κράση κατάφερε να ξεπεράσει, εμφανίστηκε από τον Οκτώβριο του 1954 μια μυστηριώδης ασθένεια, για την οποία ο γιατρός και βουλευτής του «Συναγερμού» Μπόμπολας, που είχε αναλάβει την παρακολούθησή του, δεν μπορούσε να βρει την αιτία.

Στις 11.30 μ.μ. στις 4/10/1955 ο Παπάγος άφησε την τελευταία του πνοή «συνέπεια ακατασχέτου αιματεμέσεως, αρξαμένης από τις 10.30 νυκτερινής». Μετά την κρίση του Σουέζ, στα μέσα του 1956, η ανησυχία των Βρετανών έγινε πιο έντονη. Έγγραφα του 1956 (FO 371/123371) αναφέρουν χαρακτηριστικά: «If sovereignty over the whole island cannot be maintained, we must retain those areas essential for our defence requirements». «Αν δεν μπορούμε να κρατήσουμε όλη την Κύπρο, πρέπει να κρατήσουμε τουλάχιστον τις περιοχές που είναι απαραίτητες για τις αμυντικές μας ανάγκες».

Στα αρχεία του Colonial Office (CO 926, 1957) εμφανίζεται για πρώτη φορά η ιδέα των «κυρίαρχων περιοχών», που θα παρέμεναν βρετανικό έδαφος ακόμη κι αν το υπόλοιπο νησί άλλαζε καθεστώς. Ειδικότερα, στα αρχεία εξετάζονται διάφορα σενάρια, μεταξύ των οποίων: διατήρηση αποικιακού καθεστώτος ολόκληρου του νησιού, περιορισμένη αυτοκυβέρνηση, δημιουργία «sovereign areas» (κυρίαρχες περιοχές) υπό πλήρη βρετανικό έλεγχο.

Ενα υπόμνημα αναφέρει: «Should full colonial control be impossible, certain strategic areas must remain under British sovereignty». «Αν ο πλήρης αποικιακός έλεγχος είναι αδύνατος, ορισμένες στρατηγικές περιοχές πρέπει να παραμείνουν υπό βρετανική κυριαρχία». Αυτή η στρατηγική οδήγησε τελικά στη δημιουργία των Κυρίαρχων Περιοχών Βάσεων στο Ακρωτήρι και στη Δεκέλεια, με νόμιμο καθεστώς πλήρους κυριαρχίας για τη Βρετανία. Η ιδέα των Κυρίαρχων Περιοχών δεν ήταν τυχαία. Αποτέλεσε στρατηγική απάντηση σε ένα πιθανό σενάριο ένωσης που δεν τρόμαζε το Λονδίνο ως ελληνική εθνική επιδίωξη. Το τρόμαζε ως ενδεχόμενο απώλειας κυριαρχίας επί των βάσεων.

Η τελική λύση ήρθε με τις Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου του 1959 και τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης του 1960. Οι Κυρίαρχες Περιοχές Βάσεων στο Ακρωτήρι και στη Δεκέλεια έγιναν επίσημα βρετανικό κυρίαρχο έδαφος, περίπου το 3% του νησιού. Όπως αναφέρουν τα βρετανικά υπομνήματα του 1959: «Retention of sovereign base areas is a non-negotiable requirement». «Η διατήρηση των κυρίαρχων περιοχών βάσεων είναι μη διαπραγματεύσιμη απαίτηση».

Θα τις έχαναν αν γινόταν ένωση; Τα αρχεία δείχνουν ότι το Λονδίνο φοβόταν πως, σε περίπτωση ένωσης, η στρατιωτική παρουσία θα έπρεπε να επαναδιαπραγματευτεί με την Αθήνα – έστω κι αν η Ελλάδα ήταν μέλος του ΝΑΤΟ. Αυτό θα σήμαινε απώλεια πλήρους κυριαρχίας και μετατροπή των βάσεων σε αντικείμενο διμερούς πολιτικής διαπραγμάτευσης. Η λύση του 1959-1960 απέκλεισε αυτό το ενδεχόμενο.

Η ένωση θα είχε καταργήσει το βασικό νομικό εργαλείο (αποικιακή κυριαρχία) που επέτρεπε στη Βρετανία να ελέγχει τις στρατηγικές εγκαταστάσεις άμεσα. Η ανεξαρτησία της Κύπρου, λοιπόν, παράδοξα, εξασφάλισε για τη Βρετανία πιο καθαρό και θωρακισμένο νομικά καθεστώς από αυτό που θα υπήρχε σε περίπτωση ένωσης. Γιατί η ένωση θα επηρέαζε το καθεστώς των βάσεων;

Για τρεις λόγους:

1 Τερματισμός αποικιακής κυριαρχίας: Οι βάσεις επί της Κύπρου είχαν νομικό καθεστώς βρετανικής κυριαρχίας επειδή το νησί ήταν αποικία. Σε περίπτωση ένωσης με την Ελλάδα η Κύπρος θα γινόταν μέρος ενός ανεξάρτητου κράτους ή έστω ελληνικού εδάφους, οπότε η Βρετανία δεν θα είχε πλέον νομικό έρεισμα να διατηρήσει τις βάσεις χωρίς συμφωνία.

2 Ανάγκη διμερούς διαπραγμάτευσης: Αν η Κύπρος γινόταν ελληνικό έδαφος, οι βάσεις θα έπρεπε να υπαχθούν σε διμερή συμφωνία με την Αθήνα. Το Λονδίνο φοβόταν ότι η ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να απαιτήσει περιορισμό των βρετανικών δραστηριοτήτων, μείωση προσωπικού, επιβολή περιορισμών στη χρήση των εγκαταστάσεων.

3 Πολιτική αστάθεια: Οι σχέσεις Αθήνας – Λονδίνου θα μπορούσαν να επηρεαστούν από εσωτερικά ελληνικά ή κυπριακά πολιτικά γεγονότα, δημιουργώντας αβεβαιότητα για την αδιάλειπτη στρατηγική χρήση των βάσεων.

ΠΗΓΗ: www.dimokratia.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.